Legislator Case Law & Legislation
91/2016 AI generated

Supreme Court remands case for retrial after finding lower court failed to examine ancillary unjust enrichment claim.

Case Number 91/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a sales contract dispute. The plaintiff sought damages based on both a sales contract and unjust enrichment, but the lower appellate court only examined the sales contract claim while dismissing the unjust enrichment claim as inadmissible. The Court ruled that since the first-instance court had already rejected the unjust enrichment claim, the appellate court lacked jurisdiction to review it without a corresponding appeal from the defendant, thus leaving the issue undetermined.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; A court of appeal cannot examine an ancillary claim that was rejected in the first instance unless the opposing party has filed a corresponding appeal on that specific issue, otherwise the matter remains undetermined.

Keywords

AI generated
ancillary claim unjust enrichment appellate jurisdiction undetermined issue remand for retrial Code of Civil Procedure sales contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 41 of Law 496/1974

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 91 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 91/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σαβράμη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αντωνοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2803/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1596/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου και την απόρριψη του τρίτου αναιρετικού λόγου. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου,, με το άρθρο 41 του ν. δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν. π. δ. δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 € σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.

Το ποσό τούτο δύναται να αυξομειώνεται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δια ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται σε περίπτωση εκπληρώσεως της συμβάσεως.

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό NΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ. άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.Α.Π.62/1984, Α.Π.1160/2013, Α.Π. 1057/2011 ).

Η πρόταση, ούσα μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βουλήσεως και αποτελούσα ουσιώδες κατ` άρθ. 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του Ν. 2362/1995, για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και ΝΠΔΔ που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.

Επί των ως άνω συμβάσεων, εφόσον καθεμία έχει μικρή διάρκεια (κάτω του έτους), για να επιτρέπεται η σύναψή τους από το Δημόσιο με απευθείας ανάθεση, πρέπει η από τις συμβάσεις αυτές προκαλούμενη για το Δημόσιο ετήσια δαπάνη να ανέρχεται μέχρι του ποσού του 1.500.000 δραχμών. Τούτο διότι, εάν στις άνω μικρής διάρκειας συμβάσεις, ληφθεί υπόψη, ως κριτήριο για το επιτρεπτό ή μη της σύναψής τους με απευθείας ανάθεση, η για το Δημόσιο προκαλούμενη δαπάνη από εκάστη τούτων, τότε, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 2362/1995, θα ήταν δυνατόν να συναφθούν πολλές όμοιες και διαδοχικές συμβάσεις, με μικρή διάρκεια η καθεμία, ώστε να παρακάμπτεται νομίμως η διαδικασία του διαγωνισμού και να συνάπτεται η σχετική σύμβαση με απευθείας ανάθεση, αφού η για το Δημόσιο δαπάνη από καθεμία σύμβαση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ., πράγμα που δεν ήταν στην πρόθεση του νομοθέτη που ήθελε να τηρείται η διαδικασία του διαγωνισμού, που εξασφαλίζει πλείονες συμμετοχές και αντίστοιχες προσφορές, εντεύθεν δε συνθήκες διαφάνειας και υγιούς ανταγωνισμού, για τις συμβάσεις από τις οποίες προκαλείται ετήσια δαπάνη για το Δημόσιο άνω του ποσού του 1.500.000 δραχμών.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 85 εδ. α’ του ίδιου νόμου " Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 3301/2004 "Προμήθειες των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., εκτός των ψυχιατρικών νοσοκομείων, για υγειονομικό υλικό και χημικά αντιδραστήρια, που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2002 έως τη δημοσίευση του παρόντος (23-12-2004) με απευθείας ανάθεση ή στα πλαίσια συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί νόμιμα αλλά είχε λήξει η ισχύς τους, εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών κατακύρωσης των αποτελεσμάτων των σχετικών διαγωνισμών, θεωρούνται νόμιμες".

Από τη τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι μ’ αυτήν και από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου καλύφθηκε η ακυρότητα των προμηθειών των νοσοκομείων, οι οποίες είχαν μέχρι τότε (23-12-2004) συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2362/1995 με απ’ ευθείας ανάθεση, ακύρως, οι οποίες πλέον θεωρούνται νόμιμες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Η αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", εδρεύουσα στην ... και δραστηριοποιουμένη στην εμπορία ιατροτεχνολογικών υλικών, με την από 13-12-2006 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή εκτιμάται από το δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι με 25 διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 2002 έως 16-12-2004, ορισμένες από τις οποίες είχαν αντικείμενο ανώτερο των 2.500 ευρώ, πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο νοσοκομείο τα αναφερόμενα στη αγωγή νοσοκομειακά υλικά, ότι για τις ως άνω πωλήσεις εξέδωσε τα αναφερόμενα επίσης στην αγωγή τιμολόγια-δελτία αποστολής, στα οποία αναγράφεται και η αξία των υλικών.

Ότι όσον αφορά τις συμβάσεις εκείνες το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ προηγήθηκε έγγραφη πρόταση (παραγγελία) του εναγομένου νοσοκομείου περιέχουσα όλα τα αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης στοιχεία και ειδικότερα τα είδη και τον αριθμό των προς αγορά υλικών και την τιμή αγοράς τους, που είναι εκείνη που αναγράφεται στα τιμολόγια που εξέδωσε.

Ζήτησε δε η ενάγουσα να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο να της καταβάλει την αξία των υλικών, η οποία αποτελεί και το τίμημα αυτών, κατά τις διατάξεις περί πωλήσεως και επικουρικά να της καταβάλει το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως προς τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και για την εγκυρότητα κατάρτισης των οποίων απαιτείται κατ’ άρθρο 41 του ν.

δ. 496/1974 η τήρηση εγγράφου τύπου, καθόσον γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι προηγήθηκε της αποδοχής έγγραφη πρόταση του εναγομένου νοσοκομείου περιέχουσα πλήρη τα στοιχεία της προς κατάρτιση δικαιοπραξίας, ήτοι το είδος, τον αριθμό και την τιμή αγοράς των προς αγορά υλικών, ώστε με την αποδοχή της πρότασης από την ενάγουσα πωλήτρια καταρτίσθηκε η σύμβαση, η οποία και εκπληρώθηκε εκ μέρους της ενάγουσας, η δε ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου και για την αποδοχή αίρεται, αφού προηγήθηκε η επικαλούμενη έγγραφη πρόταση.

Η ακυρότητα δε των συμβάσεων λόγω μη τήρησης της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 82 του Ν. 2362/1995, ήρθη εκ των υστέρων δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 3301/2004, το οποίο αναγνώρισε αυτές ως έγκυρες και νόμιμες. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του μετά από παραδοχή λόγου έφεσης του εναγομένου έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής για τις πωλήσεις των ετών 2003 και 2004, με την αιτιολογία ότι αφενός δεν τηρήθηκε γι’ αυτές η διαδικασία του δημόσιου διαγωνισμού, αφού υπερέβαιναν κατ’ έτος το συνολικό ποσό των 1.500.000 ευρώ (4.402,05 ευρώ) και αφετέρου, όσον αφορά τις πωλήσεις εκείνες που το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, λόγω μη τηρήσεως του αναγκαίου εγγράφου τύπου για την κατάρτισή τους και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντιθέτως απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη την αγωγή, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 41 του ν.

δ. 496/1974, 82 και 83 του Ν. 2362/1995 και 17 παρ.2 του Ν. 3301/2004 κατά τους βάσιμους πρώτο και δεύτερο, κατ’ ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Εάν όμως οι επικουρικές βάσεις αυτές ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, είτε ως μη νόμιμες είτε ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή εφέσεως από τον ενάγοντα (Α.Π. 994/2010, Α.Π. 834/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη αγωγή, οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθεί, κυρίως ως τίμημα πώλησης, το ποσό των 159.180,86 ευρώ, άλλως και επικουρικά το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 2803/2009 απόφασή του έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση πώλησης, ενώ την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά της αποφάσεως αυτής και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή το εναγόμενο νοσοκομείο άσκησε έφεση, ενώ η ενάγουσα άσκησε αντέφεση, με την οποία παραπονέθηκε ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής της, η οποία (αντέφεση) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθόσον δεν συνέχεται με τα κεφάλαια της έφεσης και δεν μπορεί, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, να ισχύσει ως αυτοτελής (επικουρική) έφεση.

Επομένως, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, ενώ δεν μεταβιβάστηκε ως προς την απορριφθείσα επικουρική βάση, την οποία το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν είχε εξουσία χωρίς την άσκηση επικουρικής έφεσης από την ενάγουσα να την ερευνήσει.

Με την άσκηση από το εναγόμενο έφεσης μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η υπόθεση μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια από την πώληση βάση της για το ποσό των 2.107,48 ευρώ, με τα κεφάλαιο δε αυτό της έφεσης δεν συνέχεται αναγκαίως ο λόγος της αντέφεσης για την παρά τον νόμο απόρριψη ως μη νόμιμης της επικουρικής από το άρθρο 904 Α.Κ βάσης της αγωγής που αναφέρεται στα απορριφθέντα κονδύλια της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία είχε ερευνηθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, δεν άφησε αδίκαστη αίτηση και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια από τη σύμβαση πώλησης βάση της αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ’ αυτήν παραβόλου, αφού η αίτησή της γίνεται εν μέρει δεκτή (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1596/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ