Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for inadmissible substantive law violation and procedural defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Regional Court of Rhodes' eviction judgment. The appellant argued for a substantive law violation regarding the duration of land use and a procedural defect due to the judgment being rendered in absentia. The court held that the substantive claim was unfounded based on the facts admitted by the lower court and that the procedural objection was inadmissible because the specific appeal grounds under Article 560 of the Code of Civil Procedure were not met.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 para. 1 and 501 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered in absentia is admissible only if the absent party was never summoned or summoned unlawfully, and substantive law violations are established only when the lower court's factual findings render the legal conclusion erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 91 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 91/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. χήρας Χ. Χ., και 2)Π. συζ. Τ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χούλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/1981 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου, επί της οποίας εκδόθηκε η 35/1982 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 12/11/1988 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η 910/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 185/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και μετ' ανακοπής ερημοδικίας η 149/1996 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/11/1996 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 22/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης νια ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Η ανωτέρω διάταξη περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας, η οποία αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και διασφάλιση του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου.
Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας νοείται οποιοδήποτε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Λόγος ανωτέρας βίας είναι και η ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, όταν είναι τέτοιας φύσεως που εμποδίζει τόσο την προσέλευση του στη συγκεκριμένη δίκη, όσο και την ειδοποίηση του διαδίκου, προκειμένου ο τελευταίος να μεριμνήσει για την εκπροσώπηση του από άλλο δικηγόρο, όχι όμως και οι χρόνιες ασθένειες ή οι συνήθεις αδιαθεσίες που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν τη φυσική δυνατότητα εργασίας του ασθενούντος δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου να εκπροσωπήσει το διάδικο στη δίκη.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 554 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν επί απόφασης που εκδόθηκε από το Εφετείο σε πρώτη συζήτηση, ερήμην κάποιου από τους διαδίκους, ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε απορριπτική απόφαση για οποιονδήποτε (τυπικό ή ουσιαστικό) λόγο, η ασκούμενη στη συνέχεια αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η' αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας στρεφόταν η ανακοπή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο την από 19/6/1995 ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της 185/1993 (συμπροσβαλλόμενης) απόφασης του, αναφορικά με τον προβληθέντα με την πιο πάνω ανακοπή λόγο ανώτερης βίας, δέχθηκε κατά πιθανολόγηση με την προσβαλλόμενη 149/1996 απόφαση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο δικηγόρος Ρόδου Πέτρος Πέτρου, ο οποίος ήταν τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος, πάσχει από τετραετίας περίπου από αρτηριακή υπέρταση και κρίσεις ημικρανίας, λόγω δε των συχνών αυξομειώσεων της αρτηριακής πιέσεως υφίσταται συχνά επεισόδια απωλείας συνειδήσεως ήτοι πάσχει από ασθένεια χρονίας μορφής, (βλ.από 30-1-1996 ιατρική βεβαίωση, παθολόγου ιατρού Ν.Π.).
Το πρωϊ της 10ης Ιουνίου 1993 ημέρας της δικασίμου, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος υπέστη τοιαύτη κρίση με συνέπεια ν'αναγκασθεί να παραμείνει στην οικία του μέχρι τις 10.40 πρωινή (βλ.ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Περίδου),πλην όμως από τις 8.00 π.μ ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον ανακόπτοντα να μεριμνήσει για τον διορισμό άλλου δικηγόρου, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση.
Ο ανακόπτων ισχυρίζεται με την ανακοπή του ότι μόλις ειδοποιήθηκε από τον ως άνω δικηγόρο, ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του από την κοινότητα Κρεμαστής, όπου διαμένει, περί ώρα 8.30 π.μ προκειμένου να μεταβεί στο δικαστικό μέγαρο για να ανεύρει άλλο δικηγόρο, στον οποίο θα έδινε την εντολή εκπροσωπήσεως του κατά την συζήτηση της από 1-3-1990 εφέσεως των καθ'ων η ανακοπή, πλην όμως κατά την διαδρομή έσπασε το δεξιό εμπρόσθιο λάστιχο του αυτοκινήτου του, με συνέπεια να μην μπορέσει να αφιχθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο και να συζητηθεί ερήμην του η υπόθεση.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός όμως δεν πιθανολογήθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ανεξαρτήτως όμως της επικαλούμενης αδυναμίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος Πέτρου Πέτρου να παραστεί στο Δικαστήριο κατά την συζήτηση της εφέσεως, η ως άνω ερημοδικία ήταν εύκολο ν'αποτραπεί δια μέτρων άκρας επιμέλειας του ανακόπτοντος και ειδικότερα, εάν αυτός μόλις πληροφορήθηκε την ως άνω ασθένεια του δικηγόρου Πέτρου Πέτρου, ειδοποιούσε πάραυτα (περί ώρα 08.00 πμ) τηλεφωνικώς έτερον δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην δίκη κατά την συζήτηση της σε βάρος του εφέσεως, όπως τον δικηγόρο Ρόδου Αιγέα Μπαφίτη, ο οποίος, από κοινού με τον δικηγόρο Πέτρο Πέτρου, είχε εκπροσωπήσει τον ανακόπτοντα (και την μητέρα του) ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 1989, οπότε συζητήθηκε η σε βάρος αυτού και της μητέρας του ασκηθείσα τριτανακοπή των εκκαλουσών-καθ'ων η κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας και συνεπώς ήταν γνώστης της υποθέσεως, ή έτερον, κατά την επιλογή του, δικηγόρο.
Επομένως, εφ'όσον δεν πιθανολογήθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου,συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας σχετικά μ ε την ερημοδικία του ανακόπτοντος κατά την εκδίκαση της από 1-3-1990 εφέσεως των καθ'ων η παρούσα ανακοπή ερημοδικίας κατά του ανακόπτοντος -εφεσίβλητου (και άλλων είκοσι πέντε εφεσιβλήτων), πρέπει ν'απορριφθεί ο περί τούτου δεύτερος και τελευταίος λόγος ανακοπής ως κατ'ουοίαν αβάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της 185/1993 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί ερήμην του, κατά την πρώτη συζήτηση της από 1/3/1990 έφεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητες εναντίον του και στρεφόταν κατά της 910/1989 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου.
Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ως προς τη μη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας, αναφορικά με την ερημοδικία του αναιρεσείοντος κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, εκτρέπεται αναίρεση μονό: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν TO δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νομός..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάσεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην συμπροσβαλλόμενη 185/1993 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της νομής της καθεμιάς των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, το είδος των φυτών που φύτεψαν και τις λοιπές πράξεις νομής που άσκησαν σε καθένα από αυτά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η αιτιολογία της αποφάσεως, που όμως, σύμφωνα με τα προτατεθέντα, δεν υπόκειται σε αναίρεση, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/11/1996 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση των 185/1993 και 149/1996 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ