Appeal dismissed; Supreme Court held common sense violations are reviewable only for legal interpretation or fact application, not evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the German Health Insurance Fund against the First Instance Court of Heraklion regarding a traffic accident. The court found that the lower court's application of common sense principles to determine liability was based on clear, sufficient, and consistent reasoning regarding the specific facts of the collision. Consequently, the appeal was rejected as it did not constitute a violation of the law regarding the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; A violation of common sense principles constitutes a ground for appeal only when such principles concern the interpretation of legal rules or the subsumption of factual circumstances under those rules, not when they serve as a basis for evaluating evidence or assessing the probative value of presented proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 91 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 91/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γερμανικού Ταμείου Ασθενείας, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΕΡ ΚΡΑΝΚΕΝΚΑΣΕ" (TECHNIKER KRANKENKASSE) και συντομογραφικά "ΤΚΚ" που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Μ. Θ. Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ξιφαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αρ. κατάθ. 4612/29-10-2004, 4369/14-10-2004 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, την με αριθ. κατάθ. 4357/4-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις 4628/14-10-2005 και 4358/4-10-2005 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη καθώς και τις με αρ. 4072 και 4074/19-4-2006 προσεπικλήσεις ενωμένες με παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 22-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 461 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου, στη ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν, και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 1176/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ.β του άρθρου 559 για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επειδή το Εφετείο δεν δέχθηκε τουλάχιστον συνυπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διότι λόγω της μικρής ταχύτητας που εκινείτο με το υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο την ώρα που έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν έπρεπε να είχε απωλέσει τον έλεγχο, να περάσει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, να συγκρουστεί με την υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και εν συνεχεία να ανέλθει στο πρανές του δρόμου και να επιπέσει σε παρακείμενο δένδρο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003, ΑΠ 177/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 174/2011 απόφαση του Εφετείου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "..........Στις 2.11.2002 και περί ώρα 19.50, η Μ. Μ., οδηγώντας το με αρ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η Εθνική Α.Ε.Γ.Α", έβαινε στο 6° χλμ της παλαιάς εθνικής οδού Ηρακλείου - Λασιθίου με κατεύθυνση από Γούβες προς Ηράκλειο, εξερχόμενη από αριστερή ως προς την πορεία της στροφή.
Η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,50 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή. Η ορατότητα λόγω σκότους ήταν περιορισμένη, η κυκλοφορία οχημάτων αραιή, η δε ταχύτητα της άνω οδηγού περίπου 40- 45 χλμ ανά ώρα.
Από απόσταση 500 μέτρων περίπου πριν το ατύχημα το άνω αυτοκίνητο ακολουθούσε άγνωστο όχημα, ο οδηγός του οποίου είχε εκδηλώσει επιμόνως την πρόθεσή του να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα, πλην όμως λόγω στροφών και στενότητας του οδοστρώματος δεν επεχείρησε την υπέρβαση του ομορρόπως κινούμενου οχήματος της Μ.
Μ. Τούτο κατάφερε στο συγκεκριμένο σημείο της επαρχιακής οδού, όπου η οδός είναι ευθεία σε ικανή απόσταση. Έτσι, επιχειρώντας την εξ αριστερών υπέρβαση και αναπτύσσοντας ταχύτητα μεγαλύτερη των 70 χλμ ανά ώρα, κινούμενο σε παράλληλη τροχιά με το όχημα της Μ. Μ. και καταλαμβάνοντας μέρος του αντίθετου ρεύματος πορείας, αντιλήφθηκε από απόσταση 20 μέτρων περίπου και από το αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς Γούβες, να κινείται η με αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε με κανονική ταχύτητα ο Γερμανός υπήκοος A. G. και συνεπιβάτιδα την ομοεθνή του H. R.. Ενόψει της ενδεχόμενης μετωπικής με την αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα σύγκρουσης ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου και καθ' όν χρόνο ήταν σε παράλληλη τροχιά με το όχημα της Μ.
Μ. έκλινε ενστικτωδώς το όχημά του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα τούτο να προσκρούσει ελαφρώς στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος της Μ. Μ. Το τελευταίο εκτράπηκε της πορείας του με κατεύθυνση προς τα δεξιά, όπου υπήρχε γκρεμός, η οδηγός του δε στην προσπάθειά της να επαναφέρει το όχημά της σε κανονική πορεία απώλεσε τον έλεγχό του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου συγκρούστηκε μετωπικά με την αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα.
Ο οδηγός του οχήματος που επεχείρησε την υπέρβαση αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και παρά τις προσπάθειες των προστρεξάντων σε βοήθεια διερχομένων αλλά και τις έρευνες του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του. Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των εξ αυτής συνεπειών είναι ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου, ο οποίος, δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και δη δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, όταν επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του προπορευόμενου οχήματος της Μ.
Μ., και μάλιστα σε δρόμο όπου υπάρχει συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή και χωρίς να λάβει υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (σκότος, στενότητα οδοστρώματος, προπορευόμενο όχημα), έπραξε τούτο χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, και μάλιστα δεν τήρησε αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενό του και κανονικά κινούμενο στη λωρίδα κυκλοφορίας του ...
αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό για να καταλάβει το ρεύμα πορείας του και να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το αντίθετα συννόμως κινούμενο όχημα, να επιπέσει στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και να εκτραπεί το τελευταίο της πορείας του. Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε συγκλίνουσα αμέλεια της οδηγού του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΚΕ αυτοκινήτου Μ. Μ., καθόσον η τελευταία οδηγούσε συνετά και με ταχύτητα 40 χλμ ανά ώρα, στο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της, τηρώντας τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και χωρίς η οδηγητική της συμπεριφορά μέχρι και τη διενέργεια της εξ αριστερών αντικανονικής υπέρβασης του οδηγού του αγνώστου οχήματος να θέτει σε διακινδύνευση έννομα αγαθά της ίδιας ή τρίτων, αιτία δε της εμπλοκής της στο ένδικο ατύχημα και της συγκρούσεως του οχήματός της με την ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα αποτέλεσε η πέρα από κάθε λογική πρόβλεψη αντικανονική προσπέραση του οδηγού του άγνωστου οχήματος και η αιφνίδια αλλαγή της πορείας του όταν τούτο εκινείτο σε παράλληλη τροχιά με εκείνο της ίδιας (Μ. Μ.), η πρόσκρουση του οχήματος αυτού στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της και η εξ αιτίας αυτής εκτροπή του οχήματός της αρχικά προς τα δεξιά και στη συνέχεια η προσπάθεια επαναφοράς του αυτοκινήτου της στο ρεύμα πορείας της προκειμένου να αποφύγει τον προς τα δεξιά γκρεμό με αποτέλεσμα να επιπέσει ανέλεγκτο πλέον το όχημά της στη μοτοσικλέτα που κινούνταν συννόμως στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Η υπό τις ανωτέρω συνθήκες και μετά την εκτροπή του οχήματός της έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης σε πολύ κοντινή απόσταση από την αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα ως και η μόλις προ τριμήνου κτήση της σχετικής άδειας ικανότητας οδηγήσεως αυτής και εντεύθεν η τεκμαιρόμενη αδεξιότητα περί την οδήγηση δεν καθιστούν αυτήν συνυπαίτια στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον υπό τις ίδιες συνθήκες εκτροπής κάθε μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του και να προκαλέσει το ατύχημα, δεδομένης της πολύ μικρής απόστασης μεταξύ των συγκρουσθέντων οχημάτων.
Για το λόγο αυτό η άνω οδηγός απαλλάχθηκε της κατηγορίας της σωματικής βλάβης κατά συρροή με την 2031/2007 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Η ύπαρξη και εμπλοκή αγνώστου οχήματος στο ατύχημα, όπως έχει εκτεθεί προκύπτει αβίαστα τόσο από τις καταθέσεις των A. G. και Μ. Μ., σύμφωνα με τον πρώτο των οποίων τόσο προανακριτικά (βλ από 5.112002 ένορκη κατάθεσή του), όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ πρακτικά) κατέθεσε ότι "ξαφνικά είδα στην αριστερή πλευρά του αντίθετου ρεύματος πορείας τέσσερα φώτα, μετά είδα μόνο τα δύο φώτα, σε ελάχιστο χρόνο ξαναείδα τα τέσσερα φώτα, ο πίσω έκανε προσπέραση στο προπορευόμενο όχημα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, κτύπησε το προπορευόμενο όχημα και αυτό ήλθε και κτύπησε εμένα", ενώ τα ίδια καταθέτει και η Μ.
Μ. στην από 3.11.2002 ένορκη κατάθεσή της. Επιβεβαιώνεται δε η πιο πάνω κρίση και από την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης Μ. Μ., συνοδηγού της Χ. Κ., η οποία αναφέρει ότι "βλέπαμε το πίσω μας αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να μας προσπεράσει, πάνω στην στροφή και στην έξοδό του βλέπει (ο οδηγός του ακολουθούντος οχήματος) μια μηχανή να έρχεται από απέναντι, κόβει το τιμόνι του απότομα δεξιά, με αποτέλεσμα να μας κτυπήσει μπρος αριστερά στο φανάρι, ήταν το αυτοκίνητό του παράλληλα με το δικό μας, εκείνος έφυγε με ταχύτητα" και πιο κάτω "εκείνος πήγαινε πάνω από 70 χλμ.
την ώρα, κάνει την υπέρβαση, είδε τη μηχανή απέναντί του, δεν χωρούσαν και τα δύο οχήματα, έκοψε και έπεσε πάνω μας αριστερά". Την ίδια άποψη εκφράζουν με σαφήνεια και οι τρίτοι, τυχαίως διερχόμενοι από το σημείο εκείνο, μάρτυρες Α. Β., Ν. Α. και Ε. Κ., οι οποίοι στις από 14.3.2003 ένορκες προανακριτικές τους καταθέσεις αναφέρονται στην εμπλοκή άγνωστου οχήματος στο ένδικο ατύχημα, μάλιστα δε ο δεύτερος τούτων ακολούθησε σε ικανή απόσταση το άγνωστο αυτοκίνητο προκειμένου να διακριβώσει τα στοιχεία του (αρ.
πινακίδων, χρώμα κλπ), πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, αφού ο τελευταίος ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα μέσα στη νύκτα και εξαφανίστηκε. Η σε παράλληλη τροχιά κίνηση δύο οχημάτων με τις προαναφερόμενες ταχύτητες και η ελαφριά πρόσκρουση μεταξύ τους, είναι δυνατόν και συνήθως συμβαίνει να μην καταλείπει ίχνη πρόσκρουσης (πλαστικά, χρώμα, γυαλιά κλπ).
Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των συνεπεία αυτή ζημιών είναι ο οδηγός του αγνώστου αυτοκινήτου.........". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε. 'Ελαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων, θέση και τρόπο κίνησης αυτών, συμπεριφορά των οδηγών, κατάσταση οδού) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, σε σχέση με την κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο της σύγκρουσης, καθώς και τα σημεία της σύγκρουσης.
Επομένως, το δικαστήριο δεν επέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον το αναιρεσείον ταμείο ασθενείας (ΝΠΔΔ) ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. κατάθεσης 17/2012 αίτηση του Γερμανικού Ταμείου Ασθενείας, Νομικού Προσώπου, Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "TECHNIKER KRANKENKASSE", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ