Supreme Court dismisses appeal against labor contract modification ruling due to procedural defects and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 35 employees against a final labor court judgment regarding pension scheme modifications. The court rejected the appeal because one defendant failed to appear without valid excuse, and specific grounds for review were deemed vague, irrelevant, or inadmissible for attacking the main legal reasoning. Consequently, the lower court's decision upholding the company's unilateral changes to the collective pension program was confirmed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 576, 297, 298, 299, 573, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or attack only subsidiary reasoning when the main legal basis remains unchallenged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 91 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 91/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Αναφέρονται 35 αναιρεσείοντες, κατοίκων όλων .........., Βιομηχανικές εγκαταστάσεις ΕΠ.ΠΕ Α.Ε. - Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό όλοι, πλην του 16ου ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2.........., διευθύνοντα συμβούλου της πρώτης αναιρεσιβλήτου, κατοίκου ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αγησίλαο Σακκά, Γεώργιο Λεβέντη και Δημήτριο Ζερδελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 788/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6303/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 17/10/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/2/2005 αίτησης των Ηλία Αναγνωστοπούλου και λοιπών για αναίρεση της 6303/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ........ έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........., ακριβές αντίγραφο της από 24-10-2005 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 31η Οκτωβρίου 2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, και κλήση προς εμφάνιση κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον 16ο αναιρεσείοντα. Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών ( άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που καθιστά την μετά από αυτήν (αποδοχή) ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ. ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση, όμως, της αναίρεσης δε χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τύπους όχι δε και σιωπηρώς.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι οι αναιρεσείοντες, πλην των 6ου, 14ου, 15ου, 18ου και 30ου, με την ασκηθείσα από 18-12-2006 νέα αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, που την κοινοποίησαν σ’ αυτούς και με την οποία ζητούν ήδη διαφορές από την εκκαθάριση του αρχικού προγράμματος ομαδικών ασφαλίσεων καθώς και την ένταξή τους στο νέο ασφαλιστικό πρόγραμμα, ενώ με την προηγούμενη αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ως ισχυρό το αρχικό ασφαλιστικό πρόγραμμα καθώς και τη συνέχιση ως προς αυτούς του εν λόγω προγράμματος, αποδέχτηκαν ρητώς αλλιώς σιωπηρώς την εν λόγω απόφαση, που απέρριψε την πρώτη αγωγή και κατά συνέπεια η κατά της απόφασης αυτής αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Όμως, από την επισκόπηση της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, δεν προκύπτει ρητή αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος, κατά το μέρος μεν που με αυτόν γίνεται επίκληση σιωπηρής αποδοχής, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος δε που γίνεται επίκληση ρητής αποδοχής ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1.2 και 3 εδ. α’ και β’ του π.δ. 572/1988 "Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας προς εκείνη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ειδικότερα προς τις διατάξεις της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, ορίζονται τα εξής: "1.
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο.....2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. 3.
Ειδικότερα σε ότι αφορά τα δικαιώματα από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρεία, είτε με μορφή λογαριασμού, που λειτουργεί στα πλαίσια της επιχείρησης, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως, ισχύουν τα εξής: α) αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για το μεταβιβάζοντα, ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης.
Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, ο διάδοχος ανανεώνει τη σύμβαση ασφάλισης και με αυτήν. β) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, στην περίπτωση αυτή πληροφορεί τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη μεταβολή των όρων, διαβουλεύεται με αυτούς και με τον μεταβιβάζοντα και καταρτίζει νέα σύμβαση ασφάλισης.
Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, στις διαβουλεύσεις μετέχει και εκπρόσωπός της για να υποβάλει νέες προτάσεις προς κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη και του τυχόν πλεονάσματος μαθηματικού αποθέματος". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές τίθεται ο κανόνας, ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, διατηρούνται όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και όλες οι προς αυτούς υποχρεώσεις του εργοδότη, είτε αυτές προέρχονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από κανονισμούς εργασίας, ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια.
Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγει η προεκτεθείσα παρ. 3, κατά την οποία επιτρέπεται στο διάδοχο είτε να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής, με τις ανωτέρω μορφές, σύμβασης, είτε να τη συνεχίσει με τους ίδιους όρους, οπότε ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, ή με διαφορετικούς. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται νέα διαπραγμάτευση των όρων μεταξύ του διαδόχου, των εκπροσώπων των εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση και του αρχικού εργοδότη και, αν στο σύστημα ασφάλισης μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, και του εκπροσώπου αυτής.
Η απόφαση του διαδόχου να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης ή να συνεχίσει αυτήν με διαφορετικούς όρους, είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθεί και να γνωστοποιηθεί πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης, διαφορετικά έχει εφαρμογή ο προαναφερόμενος κανόνας, δηλαδή της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των προς αυτούς υποχρεώσεων του εργοδότη, που πηγάζουν και από την τυχόν υφισταμένη ασφαλιστική σύμβαση.
Εξάλλου, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Τέτοια είναι και η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη ο οποίος, χωρίς να έχει νομική ή συμβατική δέσμευση συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός ολικά ή εν μέρει το ασφάλιστρο.
Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ’ αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους. Στην περίπτωση αυτή από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ’ επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της των εν λόγω παροχών.
Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ’ ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δε συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δε θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Με βάση το άρθρο 2 του ν. 2593/1998 οι εταιρείες "ΕΚΟ-Ελληνικά Διϋλιστήρια και Χημικά Μακεδονίας ΑΒΕΕ", "Ελληνικά Διϋλιστήρια Ασπροπύργου ΑΕ" και "Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου - Έρευνα και Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων ΑΕ" συγχωνεύτηκαν με απορρόφηση από την πρώτη των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ από 1-4-1998.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ήταν εργαζόμενοι της ως άνω απορροφηθείσας εταιρείας "ΕΚΟ Ελληνικά Διϋλιστήρια και Χημικά Μακεδονίας ΑΒΕΕ" και συνεπώς τα απορρέοντα από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στη διάδοχο πρώτη αναιρεσίβλητη. Η αρχική εργοδότριά τους εταιρεία "ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ ΑΒΕΕ", η οποία το έτος 1984 εξαγοράστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και μετονομάστηκε σε ΕΚΟ ΑΒΕΕ, είχε συνάψει από το έτος 1966 με τη ασφαλιστική εταιρεία "ΑLΙCΟ" σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με την οποία παρεχόταν στους εργαζομένους της, κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους με οποιοδήποτε τρόπο, χρηματική παροχή συνισταμένη σε ετήσια ισόβια σύνταξη, καταβαλλόμενη σε δέκα τέσσερις ισόποσες δόσεις ανά έτος.
Κατά την κατάρτιση της ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης εκδόθηκε το με αριθμό 5330 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Τα ασφάλιστρα καταβάλλονταν τόσο από τους εργαζόμενους όσο και από την αρχική εργοδότρια μέχρι το έτος 1979, οπότε με την πρώτη τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης, την υποχρέωση αυτή ανέλαβε αποκλειστικά η εργοδότρια, η οποία όμως, διατύπωσε ρητώς το δικαίωμά της να τροποποιεί το ασφαλιστικό πρόγραμμα χωρίς αυτό να αποτελεί βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης των εργαζομένων.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 10 του ασφαλιστηρίου και υπό τον τίτλο "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ", αναγράφεται σχετικά με το θέμα αυτό "Πρόθεση του αντισυμβαλλομένου είναι να διατηρήσει το πρόγραμμα και την πληρωμή των εισφορών που απορρέουν από αυτό. Ωστόσο, η συνέχιση του προγράμματος δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατική και ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί ρητώς το δικαίωμα να μειώνει, τροποποιεί, αναστέλλει, ακυρώνει και καταργεί το πρόγραμμα και τις σχετικές με αυτό εισφορές οποτεδήποτε.
Σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναστολή, μεταβολή ή κατάργηση οποιουδήποτε ή και όλων των όρων του προγράμματος ότι αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης. Με την υπ’ αριθμ. ........... πρόσθετη πράξη τροποποίησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αντικαταστάθηκε εξολοκλήρου το πρόγραμμα ασφαλίσεως, το οποίο βελτιώθηκε ως προς τις παροχές, πλην όμως επαναλήφθηκε το δικαίωμα της αρχικής εργοδότριας περί τροποποίησης , αναστολής ή διακοπής αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα παραβλάπτονται κεκτημένα δικαιώματα.
Δεσμεύτηκε δε η εν λόγω εταιρεία να ενημερώνει εγγράφως κάθε μέλος για την τροποποίηση, αναστολή ή διακοπή του Προγράμματος Παροχών. Με την υπ’ αριθμ. .... της ..... πράξη τροποποιήθηκε εκ νέου η πιο πάνω ασφαλιστική σύμβαση με τη βελτίωση των παροχών, πλην όμως επαναλήφθηκε το δικαίωμα της εργοδότριας να μειώνει, τροποποιεί, αναστέλλει, ακυρώνει και καταργεί το Πρόγραμμα και τις σχετικές με αυτό παροχές.
Οι πιο πάνω διαδοχικές τροποποιήσεις έγιναν με τη συμμετοχή στις σχετικές διαβουλεύσεις των μελών της διοίκησης του σωματείου, τα οποία ελάμβαναν γνώση όλων των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και ενημέρωναν ακολούθως τους εργαζόμενους στους οποίους επιπλέον εχορηγείτο και σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο.
Ακολούθως, ενόψει της επικείμενης συγχώνευσης των ανωτέρω θυγατρικών εταιρειών του ομίλου της ΔΕΠ, ελλείψει συμβουλίων εργαζομένων συστήθηκε κοινή επιτροπή για να διαπραγματευθεί με τη Διοίκηση της ΔΕΠ τη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων στη διάδοχο εταιρεία. Κατά τη συνάντηση των δύο πλευρών, που πραγματοποιήθηκε στις 14-11-1997, συντάχθηκε πρακτικό με το οποίο συμφωνήθηκε ότι στα πλαίσια της συγχώνευσης δε θα διαταραχθούν οι υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις η δε διοίκηση της ΔΕΠ δεσμεύτηκε για χρονικό διάστημα δύο ετών εντός του οποίου θα προχωρήσει και θα ολοκληρωθεί η ομογενοποποίηση των εργασιακών σχέσεων, η οποία και επιτεύχθηκε με την καταρτισθείσα ΕΣΣΕ του έτους 1999.
Προκειμένου δε να ομογενοποιηθούν και οι όροι των ασφαλιστικών προγραμμάτων, που υπήρχαν χωριστά για κάθε απορροφηθείσα εταιρεία με τους εργαζομένους της, η αναιρεσίβλητη εταιρεία κάλεσε για διαβουλεύσεις όλα τα επιχειρησιακά σωματεία, μεταξύ των οποίων και αυτό στο οποίο ανήκαν οι αναιρεσείοντες, και μετά το πέρας αυτών στις 18-1-2001, αφού κατήγγειλε όλα τα προϋπάρχοντα ασφαλιστήρια συμβόλαια με ημερομηνία ισχύος από 31-12-2000, αποφάσισε την τροποποίηση των υφισταμένων προγραμμάτων ομαδικής ασφάλισης και τη δημιουργία ενός νέου ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού προγράμματος για όλους τους εργαζομένους της νέας εταιρείας τύπου "καθορισμένων εισφορών".
Έτσι, στις ..... συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία " Metrolife Εμπορική ΑΕΑΕΖ" νέα σύμβαση ομαδικής ασφάλισης για την οποία εκδόθηκε το ....... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο οποίο προβλέπεται καταβολή παροχής μόνο στις περιπτώσεις κανονικής αποχώρησης, πρόωρης αποχώρησης λόγω θανάτου του ασφαλισμένου και λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητας.
Οι προβλεπόμενες στο ασφαλιστικό αυτό πρόγραμμα παροχές είναι δυσμενέστερες σε σύγκριση με τις προγενέστερες που προβλέπονταν στο ασφαλιστήριο της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, διότι οι πρώτες ήταν συνταξιοδοτικές, καταβαλλόμενες ισοβίως, ενώ οι νέες είναι αποταμιευτικές. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο Εφετείο έκρινε ότι, ανεξάρτητα από τους δυσμενέστερους όρους του νέου ασφαλιστικού προγράμματος, που καταρτίστηκε με την ασφαλιστική εταιρεία Metrolife, δε θεμελιώνεται βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσειόντων, κυρίως γιατί με τη ρητή επιφύλαξη της αρχικής εργοδότριας "ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ", αλλά και της διαδόχου της "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", για τροποποίηση ή και διακοπή του εν λόγω ασφαλιστικού προγράμματος, εν γνώσει των εργαζομένων, δε διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια πρόσθετης παροχής από το ασφαλιστικό αυτό πρόγραμμα και συμβατικής δέσμευσης τόσο της αρχικής εργοδότριας όσο και της διαδόχου της, πρώτης εναγομένης, και επικουρικά, γιατί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 572/1988, επιτρεπτά μετέβαλε προς το δυσμενέστερο την προαναφερόμενη ασφαλιστική παροχή της προς τους αναιρεσείοντες, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέσω του υπ’ αριθμ. ....
ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 7 ν. 2112/1920, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η προαναφερόμενη εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσειόντων τροποποίηση των εκ του υπ’ αριθμ. .....
ασφαλιστηρίου ασφαλιστικών παροχών, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης καθενός από τους αναιρεσείοντες, η δε παραδοχή ότι οι τελευταίοι γνώριζαν ότι η αρχική εργοδότρια και η διάδοχός της ΕΚΟ ΑΒΕΕ είχαν ρητώς επιφυλαχθεί να τροποποιήσουν ή και να διακόψουν το ένδικο ασφαλιστικό (συνταξιοδοτικό) πρόγραμμα, αποτελεί επαρκή αιτιολογία σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της περιέλευσης στους εργαζόμενους της (απευθυντέας) δήλωσης της βούλησης των ανωτέρω εργοδοτριών περί της εν λόγω επιφύλαξης, ενόψει του ότι η γνώση του όρου της επιφύλαξης από τους εργαζόμενους, προϋποθέτει την περιέλευση σ’ αυτούς της σχετικής δήλωσης, Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει άμεση γνώση των αναιρεσειόντων για την ως άνω επιφύλαξη και έτσι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα αναφέρεται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφώς διατυπωμένο.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς απόδειξη, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Συνεπώς, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον προαναφερόμενο λόγο πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι οι περιεχόμενες στο υπ’ αριθμ. ..... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλιστικές παροχές ήταν ελευθέρως ανακλητές από την αρχική εργοδότρια και τη διάδοχό της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τα αναφερόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις εκτιθέμενες νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα.
Ο αυτός λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο αναφέρεται μόνο ο αριθμός 11του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό, εφόσον μία αιτιολογία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, τότε οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν την άλλη αιτιολογία, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, την απορριπτική της αγωγής κρίση του στηρίζει και στην επικουρική αιτιολογία ότι "και αν θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια, η πρώτη των εναγομένων, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.3 του π.δ. 572/1988, επιτρεπτά μετέβαλε επί το δυσμενέστερο τη συνταξιοδοτική παροχή της προς τους ενάγοντες, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με το υπ’αριθμ. .....
ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO". Όμως, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία της, ότι η τροποποίηση από τη αναιρεσίβλητη των όρων του πιο πάνω ασφαλιστικού προγράμματος δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσεως καθενός από τους αναιρεσείοντες, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, εφόσον οι κατ’ αυτής σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι, κατά τα προαναφερόμενα, απορριπτέοι, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την επικουρική αιτιολογία, προσάπτοντας στο Εφετείο ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του π.δ. 572/1988, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του π.δ. 572/1988, η οποία ορίζει ότι ο μεταβιβάζων, ο διάδοχος ή οι εκπρόσωποί τους, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος (το οποίο επιβάλλει στον μεταβιβάζοντα να πληροφορεί τους εργαζόμενους που θίγονται από τη μεταβίβαση και να διαβουλεύεται με αυτούς), τιμωρούνται με πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 δραχμές..", δε θεσπίζει και αστικές κυρώσεις, παραβίασε την εν λόγω διάταξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι πλήττει τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού χωρίς παράλληλα να εκτίθενται στο αναιρετήριο τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση, και από τα οποία και μόνο κρίνεται η παράβαση του πιο πάνω κανόνα δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2005 αίτηση των ........ κ.λ.π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6303/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ