Legislator Case Law & Legislation
91/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's conviction for usury despite lack of formal complaint.

Case Number 91/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the five-member Court of Appeal's conviction for usury. The appellant argued for procedural errors, including the admissibility of an unsworn testimony and the prosecution's standing, while the prosecution contended the facts were clear. The court rejected these claims by ruling that a general reference to evidence suffices for appellate review and that usury prosecuted as a habitual offense does not require a prior formal complaint.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) and 139 of the Constitution; Article 510(1)(D) of the Code of Civil Procedure; Article 404(3) and (5) of the Penal Code: A general reference to the consideration of evidence satisfies the requirement of specific reasoning for appeal, and habitual usury is prosecuted ex officio without needing a prior formal complaint.

Keywords

AI generated
usury habitual offense ex officio prosecution unsworn testimony admissibility procedural standing appeal general evidence reference

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(D) of the Code of Civil Procedure
Article 404(3) and (5) of the Penal Code
Article 2(1) of the Penal Code
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 91 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 91/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ........, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σταυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 224-225/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.7.2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1594/2005.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τί προέκυψε από καθένα από αυτά.

Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Επομένως η γενική αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως, περί λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, διαβεβαιώνει και τη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ανώμοτης καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, εφόσον συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι η συγκεκριμένη κατάθεση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προοίμιο του σκεπτικού αυτής αναφέρεται ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, μεταξύ άλλων και «από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο δικαστήριο τούτο ……».

Από δε την περαιτέρω ανάλυση των αποδείξεων σαφώς προκύπτει, ότι τούτο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, αφού και εκείνον ως μάρτυρα κατηγορίας τον χαρακτηρίζει και τα περιεχόμενα στην κατάθεσή του πραγματικά περιστατικά ρητώς αποδέχεται. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κατά τούτο την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, αλλά και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο της ασκήσεως και της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό. Έτσι, άμεσα ζημιούμενος από μεν την πράξη της τοκογλυφίας είναι εκείνος που συνομολόγησε δάνειο με τοκογλυφικούς τόκους, με την καταβολή των οποίων βαρύνεται, από δε την πράξη της πλαστογραφίας εκείνος, που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες και τέτοιος είναι πρωτίστως αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και κάθε άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση τούτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι επίμαχες πράξεις της κατ' εξακολούθηση τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της χρήσεως πλαστού εγγράφου, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τελέσθηκαν απ' αυτόν σε βάρος του ........., που είναι και ο άμεσα ζημιούμενος απ' αυτές, ως συνομολογήσας τις επίδικες δανειστικές συμβάσεις με τοκογλυφικούς τόκους, με την καταβολή των οποίων βαρύνεται και ως υποστάς έννομες βλαπτικές συνέπειες που παράχθηκαν από τη χρήση του πλαστού εγγράφου, ήτοι της υπ' αριθ. .........τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, με την κατ' αυτού έκδοση, βάσει της εν λόγω επιταγής, της υπ' αριθ. 360/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Όπως δε προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, πριν ακόμη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο πρωτοδίκως παραστάς ως πολιτικώς ενάγων ..........επανέλαβε τη δήλωσή του για παράσταση πολιτικής αγωγής, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που είχε υποστεί από τις κρινόμενες ως άνω πράξεις, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ.

Το Πενταμελές Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτής και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στον παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα το ποσό που είχε ζητήσει. Ενόψει αυτών, ο πολιτικώς ενάγων δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου, με την αιτίαση της ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος παραστάντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 3 και 5 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν να τροποποιηθεί με το άρθρο 14 παρ. 8 του ν. 2721/1999 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη των τοκογλυφικών πράξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 404 ΠΚ ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.

Αν όμως ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τις πιο πάνω τοκογλυφικές πράξεις τότε η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πενταμελές Εφετείο υπερέβη την εξουσία του, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος, αν και έλειπε η σχετική εμπρόθεσμη έγκληση του ......., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα η πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εδιώκετο αυτεπαγγέλτως και πριν από την 3.6.1999, χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ν. 2721/1999, κατά τον οποίο η τοκογλυφία σε κάθε περίπτωση διώκεται αυτεπαγγέλτως.

Αλλά και ο συναφής τέταρτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, κατά τον οποίο το Πενταμελές Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, παραλείποντας να αποφανθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του και για την επιμέρους πράξη του εξακολουθούντος εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί πρωτοδίκως ένοχος και που φερόταν ως τελεσθείσα στην Αθήνα και Ναύπλιο την 13.7.1999 και συνίστατο στο ότι «κατά την παροχή από τον εγκαλούντα οφειλόμενου από προηγούμενα δάνεια ποσού 3.306.567 δρχ., συνομολόγησε για τον εαυτό του ποσό 10.000.000 δρχ., αξιώσας ως τόκο για χρονικό διάστημα μιάς ημέρας το ποσό των 6.693.433 δρχ., που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 72.074%, το οποίο υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου», πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να παραπονεθεί για τη μη κήρυξη αυτού ως ενόχου μιας επιπλέον επιμέρους πράξεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της τοκογλυφίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος .......... (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.7.2005 αίτηση του ......., για αναίρεση της υπ' αριθ. 224-225/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος .........., που ορίζονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ