Legislator Case Law & Legislation
919/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific appeal articles.

Case Number 919/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in treating a statute of limitations defense as final without a specific request to dismiss the counterclaim, yet the court found the appeal grounds vague and failed to cite the relevant appeal articles. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 § 2 and 562 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds or articles, and vague arguments without reference to the law are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds statute of limitations counterclaim dismissal Code of Civil Procedure legal costs annulment request

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 262 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 472/1983
Case 1357/2010
Case 496/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 919 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 919/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ό. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φυλακτό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "…..) …", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "….) …..", κατόπιν τροποποίησης της αρχικής επωνυμίας της, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 10-12-2007 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8865/2010 μη οριστική και 20441/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1332/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1332/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), η οποία τυγχάνει ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την από 28-6-2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσείουσας (εναγομένης), ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει τα αιτούμενα ποσά ως οφειλόμενα από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως αορίστου χρόνου, αλλά και από την προγενέστερη όμοια σύμβαση με την εταιρεία "Μ…..", της οποίας απέκτησε τα δικαιώματα ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, άλλως να της καταβάλει τα ποσά αυτά λόγω αδικοπραξίας, διαφορετικά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η εναγομένη άσκησε με το από 10-12-2007 δικόγραφο ανταγωγή, ζητώντας να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αντεναγομένης να της καταβάλει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά λόγω καταγγελίας της συμβάσεως χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη εις βάρος της αδικοπραξία.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης με την υπ' αριθμ. 8865/2010 προδικαστική του απόφαση διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ενώ κατόπιν με την 20441/2013 οριστική του απόφαση απέρριψε την ανταγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, το οποίο, αφού εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμες τις ερειδόμενες σε αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσεις της αγωγής και απέρριψε αυτές, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη καθ' ο μέρος ερείδεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 173.282,26 ευρώ.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη-εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. 2. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (άρθρα 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε η νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1949/2013).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 28-6-2006 αγωγή της αντιδίκου της λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια το ύψος των καθαρών ασφαλίστρων, επί τη βάσει των οποίων θα έπρεπε να υπολογιστούν οι εν γένει προμήθειες και τα bonus που δικαιούται από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι η άλλοτε ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Μ… " δυνάμει συμβάσεως ανέθεσε στην εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα τη μεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους έναντι της αναφερόμενης στο δικόγραφο για κάθε κλάδο ασφαλίσεως προμήθειας και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο άρχισε η όμοια συνεργασία της τελευταίας με την ενάγουσα (στην οποία συγχωνεύθηκε η άνω ασφαλιστική εταιρεία), από τη συνεργασία δε αυτή κατά το διάστημα μεν από 1-1-2000 έως 31-12-2004 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εναγομένης ύψους 27.410 €, που προκύπτει από το συνυπολογισμό, στα εισπραχθέντα κατά το διάστημα αυτό μικτά ασφάλιστρα για τις αναλυτικά εκτιθέμενες ασφαλιστικές συμβάσεις, των δικαιουμένων προμηθειών και αμοιβών της και των ασφαλίστρων των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων, όπως αυτά επίσης αναφέρονται σε πίνακες στο δικόγραφο, στο χρονικό δε διάστημα από 1-1-2005 έως 31-5-2005, που καταγγέλθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, επίσης προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 173.282,26 €, το οποίο επίσης αναλύεται ως ανωτέρω.

Επομένως η αγωγή περιέχει όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία που αφορούν τα κονδύλια των μικτών ασφαλίστρων, όλες τις γενόμενες εκ μέρους της εναγομένης καταβολές έναντι των οφειλομένων ασφαλίστρων, όλες τις προμήθειες τις οποίες δικαιούται η εναγομένη και οι οποίες έχουν υπολογιστεί επί των καθαρών ασφαλίστρων, με τα ποσοστά ανά κλάδο ασφαλίσεως, το εισπρακτικό δικαίωμα το οποίο δικαιώθηκε η εναγομένη, τα bonus που δικαιώθηκε η ίδια, το σύνολο των ποσών που συμψηφίστηκαν με τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και τις κατά μήνα διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις, όπως έκρινε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο εφέσεως.

Αβάσιμος κατά συνέπεια παρίσταται ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως. 3. Η διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Ν.1569/1985 "Διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης, κλπ", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την αντικατάστασή του με την παρ.1 του άρθρου 36 Ν.2496/1997 (ΦΕΚ Α 87), όριζε ότι: "1. Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορειακή σύμβαση).

Αντίγραφο της πρακτορειακής σύμβασης υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Εμπορίου. Η ασφαλιστική εταιρία γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς υπαίτια βραδύτητα στο Υπουργείο Εμπορίου την για οποιονδήποτε λόγο λύση της πρακτοριακής σύμβασης....". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 110/2008, 1465/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο, που δίκασε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4 § 1 του Ν.1569/1985, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την αντικατάστασή του με την παρ.1 του άρθρου 36 Ν.2496/1997 (ΦΕΚ Α 87), δεν εξέτασε τη συνδρομή της εκ του νόμου αυτού υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχειρήσεως για την υποβολή της πρακτορειακής συμβάσεως που συνήψε με την ίδια στο Υπουργείο Εμπορίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηρίζεται, προτάθηκε από αυτή νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της εφέσεώς της, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ.

4. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως, όπως και της αντενστάσεως, που προβάλλεται προς κατάλυση της ενστάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής ή της ενστάσεως για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.ΑΠ 472/1983). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το, περιεχόμενο -κατά κανόνα- στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ανταγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007).

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' εκτίμηση η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ως ορισμένη την ένσταση παραγραφής, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη έναντι της αξιώσεως της αναιρεσείουσας, ύψους 44.414,37 ευρώ, την οποία είχε ζητήσει η τελευταία με την από 10-12-2007 ανταγωγή της, αν και η ένσταση αυτή δεν περιείχε ρητό αίτημα απορρίψεως της αξιώσεώς της για την ως άνω αιτία, δηλαδή την έλαβε υπόψη αν και περιείχε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού στο γενικό καταληκτικό αίτημα των προτάσεων της αναιρεσίβλητης επί της συζήτησης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εμπεριέχεται και το ειδικότερο αίτημα για απόρριψη της ανταγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1332/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ