Legislator Case Law & Legislation
919/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered and rejected defendant's customary law arguments.

Case Number 919/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims about customary practices and prior judicial findings. The court ruled that the Second Instance Court had indeed examined these arguments and rejected them, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 lit. b KPolD; Art. 559 no. 8 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court has taken into account the appellant's arguments and rejected them, even if the appellant claims the court failed to consider them.

Keywords

AI generated
appeal admissibility customary law common sense teachings lower court review property ownership

Cited Legislation

AI generated
Art. 1045 of the Civil Code
Art. 974 of the Civil Code
Art. 1 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 lit. b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 11/1996
OLAP 12/1991
Eireinodikeio Acharnon 42/2000
Polymelos Prwodikio Athinon 5709/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 919 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρά Ανδρεάτου-Λαμπροπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2831/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6861/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2010 αίτησή του και με τους από 26-9-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 25-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στην νομή του για μία εικοσαετία πράγμα, κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Αστικού Κώδικα, οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και τα έθιμα.

Για τη δημιουργία εθίμου απαιτούνται ως στοιχεία δημιουργίας αυτού μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και η κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολόκληρου του κράτους ή τμήματος αυτού, είτε των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων για την αναγκαιότητα αυτού ως κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ.β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει, επίσης, να εκτίθεται στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά την γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8,10 και 11/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο λόγο αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής και κατ' ορθή εκτίμησή τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης κρίναν ότι αυτή έγινε κύρια του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι μεταξύ του δικαιοπαρόχου πατέρα του και του Σ. Δ. έλαβε χώρα το έτος 1950 άτυπη ανταλλαγή ακινήτων, σύμφωνα με την οποία περιήλθε στον πατέρα του το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, ενώ, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι έλαβε χώρα αυτή η διανομή, η οποία την εποχή εκείνη (δεκαετία του 1950) και στη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο (Αχαρνές), είχε επικρατήσει, κατ' έθιμο, οι ανταλλαγές των ακινήτων να γίνονται δια λόγου. Οι ερευνώμενοι αυτοί (αναιρετικός και πρόσθετος) λόγοι, είναι απαράδεκτοι, διότι τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς, ως δίδαγμα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου όπως είναι και τα έθιμα ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996,12/1991).

Κατά συνέπεια, οι συναφείς, αφενός μεν δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος και αφ' ετέρου τρίτος λόγος αναίρεσης και τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος όσον αφορά το δίδαγμα της κοινής πείρας που προπαρατέθηκε (δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος) και ότι υφίσταται δεδικασμένο από την 42/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που επικυρώθηκε με την 5709/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων και ο δικαιοπάροχος πατέρας του κατείχαν το επίδικο από το έτος 1950 και ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής και κατοχής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, το μεν πρώτο ως αβάσιμο, το δε δεύτερο, ως αόριστο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ι. Κ. κατά της 6861/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 23-9-2011 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ