Supreme Court allows appeal on legal vagueness regarding lost profit damages but dismisses factual assessment challenge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a lower court's decision on damages. The appellant argued the first ground was legally vague regarding lost profits, while the third ground challenged the factual assessment of inventory levels. The court found the first ground valid because the lower court's reasoning on lost profits lacked sufficient legal basis, whereas the factual findings on inventory were deemed reasonable and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it fails to provide adequate legal reasoning for awarding lost profits, but cannot re-evaluate factual determinations made by the lower court unless they are arbitrary or contradictory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 919 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΑΦΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε Εκμεταλλεύσεως Μέσων Μαζικής Ενημεέρωσης και Εμπορίας", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3.10.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3378/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8954/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚπολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται με την εν λόγω διάταξη, ενώ η νομική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο αρκείται για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από τα οριζόμενα στο νόμο, ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Τέλος στη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, να εκτίθενται στην αγωγή.
Δεν αρκεί δηλαδή ή αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (Ολ.Α.Π. 20/1992, Α.Π. 258/2008).
Περαιτέρω, προκειμένου περί της καταστροφής πραγμάτων (εμπορευμάτων) που προορίζονταν προς μεταπώληση, καθώς και του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων της επιχείρησης του ζημιωθέντος που του επέτρεπαν να ασκεί την εμπορική αυτή δραστηριότητα, αυτός, εκτός από την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων, την οποία μπορεί να αναζητήσει ως θετική ζημία, μπορεί παράλληλα να επιδιώξει και διαφυγόντα κέρδη από του χρόνου της καταστροφής των πραγμάτων αυτών και μέχρι την πληρωμή της αξίας τους, διότι έτσι μόνον η αποζημίωση θα είναι πλήρης κατά την διάταξη του άνω άρθρου 298 ΑΚ (Ολομ.Α.Π. 705/79, ΑΠ 998/2003).
Προς τούτο, αρκεί να επικαλεσθεί, ότι μέχρι του χρόνου για τον οποίο ζητεί διαφυγόντα κέρδη θα εξακολουθούσε να εκμεταλλεύεται την επιχείρησή του με την προμήθεια νέων εμπορευμάτων προς μεταπώληση με κέρδος από τη δραστηριότητά του αυτή, προσδιορίζοντας επίσης το είδος, τις ποσότητες και την τιμή κτήσεως τον προς μεταπώληση προμηθευομένων εμπορευμάτων μέχρι του χρόνου της καταστροφής εκείνων που είχε στην επιχείρησή του, καθώς και το ύψος των πωλήσεων των εμπορευμάτων που πραγματοποιούσε μέχρι τότε και το κέρδος που απεκόμιζε από την μεταπώληση αυτή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, συνιστάμενο στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσεως και μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων αυτών, ή εφόσον τα τελευταία συνίστανται σε μεγάλο αριθμό διαφορετικών ειδών, με τιμές κτήσεως και ποσοστό κέρδους που ποικίλουν, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο προσδιορισμός αυτός, και σε ποσοστό κατά μέσον όρο επί των πραγματοποιούμενων πωλήσεων, αφού αρκεί εν προκειμένω η πιθανολόγηση του διαφυγόντος κέρδους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το παραδεκτά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή τα εξής: Ότι ο ενάγων από του έτους 1995 είχε εγκαταστήσει την επιχείρησή του, συνισταμένη στην εισαγωγή και εμπορία ειδών υγιεινής, πλακιδίων και συναφών ειδών, σε μισθωμένο ακίνητο της επί της οδού ...
αρ. 15 (…-Αθήνα), πολυκατοικία, το οποίο καταλάμβανε τον ημιϋπόγειο χώρο της πολυκατοικίας αυτής, επιφάνειας 500 τ.μ, ενώ σε τμήμα του ίδιου ημιϋπόγειου χώρου, εμβαδού 80 τ.μ. και σε ολόκληρο τον υπόγειο χώρο, επιφάνειας 700 τ.μ. είχε εγκαταστήσει την επιχείρησή της η εναγομένη. Ότι η επιχείρηση του ενάγοντος λειτουργούσε προηγουμένως επί τριάντα συναπτά έτη υπό την επωνυμία "Εισαγωγική Ειδών Υγιεινής ΕΠΕ", με αντικείμενο την χονδρική πώληση σε εμπόρους ειδών υγιεινής πλακιδίων και άλλων συναφών ειδών, επώνυμων και γνωστών οίκων του εξωτερικού σε αποκλειστική διάθεση, σε τρόπον ώστε να έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη στην αγορά, η οποία συνεχίσθηκε και από τον Φεβρουάριο του 1995 που την αγόρασε και την λειτουργούσε πλέον ως ατομική επιχείρηση στις ως άνω εγκαταστάσεις, με τον διακριτικό τίτλο "Εισαγωγή Ειδών Υγιεινής Χ.
Δ.". Ότι στις 17-12-1999 και περί ώρα 09.30 π.μ. εκδηλώθηκε στους χώρους που είχε εγκαταστήσει την επιχείρησή της η εναγομένη, πυρκαγιά, από αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία επεκτάθηκε και στο χώρο των εγκαταστάσεων της επιχείρησης του ενάγοντος με συνέπεια να καταστραφεί ολόκληρος ο μηχανολογικός εξοπλισμός και όλες οι αναγκαίες εγκαταστάσεις που υπήρχαν σ' αυτόν για την λειτουργία της επιχείρησής του, καθώς και το σύνολο των εμπορευμάτων που διατηρούσε στον εκθεσιακό χώρο αλλά και στις αποθήκες του.
Ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή αναλυτικά όλα τα καταστραφέντα αντικείμενα που απάρτιζαν τον εξοπλισμό της επιχείρησης του ενάγοντος και τα κινητά πράγματα που υπήρχαν προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας αυτής, κατ' είδος, ποσότητα, αξία κτήσης αυτών και της πραγματικής τους αξίας κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, για ένα έκαστον τούτων, η οποία συμποσούται σε 34.570.000 δραχμές, καθώς και των καταστραφέντων εμπορευμάτων, κατ' είδος, ποσότητα, ποιότητα, προέλευση, χρόνο και τιμή κτήσης αυτών ανά μονάδα μέτρησης και πραγματική αξία για ένα έκαστο τούτων κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 144.197.000 δραχμές.
Περαιτέρω ιστορείται στην αγωγή, ότι αν δεν εκδηλωνόταν η πυρκαγιά με αποτέλεσμα τις προεκτεθείσες συνέπειες, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να ασκεί την δραστηριότητά του στις άνω εγκαταστάσεις του, θα προέβαινε δε στην πώληση των άνω καταστραφέντων εμπορευμάτων του, συνολικής πραγματικής αξίας 144.570.000 δραχμών, από την πώληση δε αυτών θα απεκόμιζε σταθερό εμπορικό κέρδος σε ποσοστό 30%, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, με αποτέλεσμα να απωλέσει από διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 43.259.100 δραχμών (144.197.000 Χ30% = 43.259.100).
Ότι, για τουλάχιστον μια πενταετία, που θα εξακολουθούσε να ασχολείται με την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, είναι βέβαιο, ότι θα μείνει εκτός αγοράς, καθόσον, λόγω της μεσολαβήσασας ολοκληρωτικής καταστροφής της επιχείρησής του, δεν έχει πλέον οικονομικούς πόρους και κεφάλαια αναδημιουργίας αυτής με τον προϋφιστάμενο της πυρκαγιάς εξοπλισμό και τις προμήθειες των εμπορευμάτων που διατηρούσε πάντα στο κατάστημα και τις αποθήκες του, ενώ παράλληλα, εξαιτίας των άνω περιστατικών είναι φυσικό επακόλουθο να απωλέσει μέρος της πελατείας του και την καλή του φήμη.
Και ότι, με βάση την μέχρι την άνω καταστροφή της επιχείρησης του επιχειρηματική δραστηριότητα αυτού και των πωλήσεων που πραγματοποιούσε ετησίως, οι οποίες διαμόρφωναν ετήσιο τζίρο 150.000.000 δραχμών, με αυξητική τάση κατά ποσοστό 15% ετησίως και ενόψει της σταθερής πελατείας του στην οποία περιλαμβάνονται μεγάλα ονόματα της ελληνικής αγοράς με ενασχόληση στο παραπάνω αντικείμενο, την φήμη που είχε δημιουργήσει ο ίδιος στην ελληνική αγορά, αλλά και η εταιρεία υπό την οποία ασκείτο προηγουμένως η ίδια δραστηριότητα, οι αντιπροσωπείες των ειδών υγιεινής που είχε στα χέρια του και η άψογη συνεργασία που διατηρούσε μαζί τους, οι άριστες συνθήκες λειτουργίας του καταστήματος και της αποθήκης του, η πληθώρα των ειδών που διέθετε και η άριστη ποιότητά τους, η άμεση εξυπηρέτηση των πελατών λόγω της μεγάλης γκάμας των προϊόντων που διέθετε, η ποσοτική επάνδρωση της αποθήκης, η ετοιμότητα της εκπλήρωσης οποιασδήποτε παραγγελίας, ο άμεσος ανεφοδιασμός του καταστήματος και της αποθήκης με το σύνολο των προϊόντων του κλάδου αυτού, τόσον από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό και η προγραμματισμένη και συμφωνημένη για την επόμενη δεκαετία συνεργασία του με αλλοδαπά εργοστάσια, συνηγορούν στο ότι θα εξακολουθούσε με μεγάλη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να πραγματοποιεί και κατά την άνω πενταετία ετήσιο τζίρο 150.000.000 δραχμών, με μικτό εμπορικό κέρδος 30%, και σταθερά λειτουργικά και πάσης φύσεως έξοδα προ φόρων 10%, όπως συνέβαινε μέχρι την καταστροφή της επιχείρησής του, σε τρόπον ώστε το καθαρό ετήσιο κέρδος του να διαμορφώνεται ετησίως σε 30.000.000 δραχμές, και για την ως άνω πενταετία σε 150.000.000 δραχμές (30.000.000 Χ 5), ποσόν το οποίο απώλεσε εξ αιτίας της εις βάρος του αδικοπραξίας της εναγομένης, και επομένως, η συνολική ζημία του από διαφυγόντα κέρδη, διαμορφώνεται σε 193.259.100 δραχμές.
Ζήτησε δε ο ενάγων με βάση το παραπάνω ιστορικό να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει, εκτός των άλλων, για διαφυγόντα κέρδη το άνω ποσό των 193.259.100 δραχμών. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, γιατί περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 298 Α.Κ.
και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αναγκαία για τη θεμελίωση και προσδιορισμό της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) του ενάγοντος πραγματικά περιστατικά, δεν απαιτούνταν δε για τον επακριβέστερο, κατά τις ειδικότερες περιστάσεις και ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών, αλλά αρκούσε προς τούτο ο προσδιορισμός που γίνεται ανωτέρω.
Συνεπώς, με το να απορρίψει η προσβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή αυτή ως αόριστη, κατά το μέρος που επιδιώκονταν διαφυγόντα κέρδη, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, ο δε πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής.
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η διακριτική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.
Εξ άλλου, μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι, εκτός των άλλων οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της γενόμενης προσβολής και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009).
Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δραχμές), ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση και όχι το αιτούμενο των 146.735,14 ευρώ (50.000.000 δραχμές) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες της απόφασης υπάρχει όταν δεν προκύπτει σαφώς από την ίδια την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε τελικά αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1131/2007).
Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι η αντίφαση αυτή να υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας αποφάσεως.
Εξ άλλου, ανεπαρκής αιτιολογία κατά την έννοια της ίδιας διάταξης δημιουργείται και όταν το πόρισμα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν διατυπώνεται στην απόφαση με βεβαιότητα, αλλά ενδοιαστικά, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 1932/2008, 578/2008 και 1712/2007).
Το εάν ενδεχομένως υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή και αντιφατικότητα αναφερόμενη στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αυτή δεν ενδιαφέρει, με την έννοια ότι δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή των αποδείξεων είναι πλήρες και σαφές.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας η οφειλόμενη από τον υπόχρεο αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική δε περιουσιακή ζημία νοείται η αμέσως, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαιτίου, προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου πριν την τέλεση της αδικοπραξίας και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής (θεωρία της διαφοράς).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την επιδικασθείσα στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για την θετική ζημία που υπέστη συνεπεία της ολοσχερούς καταστροφής των ευρισκομένων στο κατάστημά του εμπορευμάτων, κατά την εκδήλωση σ' αυτό πυρκαγιάς, η οποία προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<....Από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από την πυρκαγιά καταστράφηκαν και τα ευρισκόμενα στο κατάστημα του (αναιρεσείοντος) και διατιθέμενα προς πώληση εμπορεύματα.
Ο ίδιος (αναιρεσείων) εκθέτει στην αγωγή του, ως ευρισκόμενες κατά το χρόνο της πυρκαγιάς και καταστραφείσες, ποσότητες εμπορευμάτων με χρόνους αποκτήσεώς τους (αγορά), από το έτος 1995 και ύστερα. Προσκομίζει δε και τα αντίστοιχα τιμολόγια αγοράς τους. Έτσι, με τα αναφερόμενα στην αγωγή, εμφανίζει ο ίδιος να πραγματοποιεί αγορές εμπορευμάτων από το έτος 1995 και ύστερα με σκοπό τη, με κέρδος, μεταπώλησή τους (εμπορία), χωρίς όμως να παρουσιάζει πωλήσεις των προϊόντων αυτών, ισχυριζόμενος έτσι σιωπηρά ότι αυτά βρίσκονταν στο άνω κατάστημά του.
Παρ' όλα αυτά, σε άλλο σημείο της αγωγής του ισχυρίζεται ότι κατά την προσεχή πενταετία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα πραγματοποιούσε πωλήσεις εμπορευμάτων ύψους 150.000.000 δραχμών κάθε έτος και, από τις πωλήσεις αυτές θα είχε κέρδος κάθε έτος ύψους 30.000.000 δραχμών. Ενόψει αυτών, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι θα είχαν μείνει αδιάθετα και θα υπήρχαν στο κατάστημα του ενάγοντος και καταστράφηκαν από την πυρκαγιά ποσοστό 50% από τα εμπορεύματα που είχαν αγοραστεί από το εξωτερικό ή το εσωτερικό από το έτος 1998 και ύστερα και συγκεκριμένα, είχαν αγοραστεί το έτος 1998:
α) 219 μπαταρίες Αγγλίας, αξίας 52.420 δραχμών ανά τεμάχιο και συνολικής 11.479.980 δραχμών, β) 240 καθίσματα λεκάνης ξύλινα Αγγλίας αξίας 12.000 δραχμών ανά τεμάχιο και συνολικής 2.880.000 δραχμών, γ) 600 καθίσματα λεκάνης ξύλινα TAIWAN, αξίας 5.200 δραχμών ανά τεμάχιο και συνολικής 3.120.000 δραχμών, δ) 280 τετραγωνικά μέτρα δαπέδου Ιταλίας, αξίας 2400 δραχμών ανά τεμάχιο και συνολικής 672.000 δραχμών, ε) 900 LISTELLO + TORELLO + DEKOR X 1300 = 1.700.000 δραχμών, στ) 9 έπιπλα 1,40 + καθρέπτης + φωτισμός + ντουλάπι Χ 120.000 = 1.080.000 δραχμών, ζ) 70 LISTELLO (DEKOR ΔΑΠΕΔΟΥ) Χ 3.000 = 210.000 δραχμών, η) 5 έπιπλα 0,70 + καθρέπτης + φωτισμός + ντουλάπι (έπιπλα λουτρού) Χ 70.000 = 350.000 δραχμών, θ) 3 καθρέπτες οβάλ με φωτισμό Ιταλίας Χ 65.000 = 195.000 δραχμών, και ι) 9 έπιπλα 1,20 + καθρέπτης + φωτισμός + ντουλάπι Χ 145.000 = 1.305.000 δραχμές, συνολικής αξίας 22.461.960 δραχμών.
Από το ποσό αυτό, αφού αφαιρεθεί η αξία των ανερχόμενων, κατά τα άνω, σε ποσοστό 50% εμπορευμάτων που είχαν πουληθεί, απομένει υπόλοιπο αξίας καταστραφέντων (εμπορευμάτων) από (22.461.980 Χ 50% =) 11.230.990 δραχμές, κατά την οποία ζημιώθηκε". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 Α.Κ.
τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προσδιορίζεται το ύψος της ζημίας του αναιρεσείοντος ως προς τα καταστραφέντα εμπορεύματα, εξ αιτίας της εκδηλωθείσης στο κατάστημά του πυρκαγιάς, κρίνοντας ότι, ενόψει των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί ετήσιων πωλήσεων ύψους 150.000.000 δραχμών, δεν ήταν δυνατόν να βρίσκονται στο κατάστημά του εμπορεύματα πέραν του προηγούμενου έτους εκείνου που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, δηλαδή του έτους 1998, εκ των οποίων όμως είχαν ήδη διατεθεί στην αγορά, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εμπορεύματα σε ποσοστό 50%, ώστε, η κατά το υπόλοιπο 50% αξία των εμπορευμάτων αυτών να συνιστά την ζημία του από την παραπάνω αιτία (καταστροφή εμπορευμάτων).
Δεν συνιστά δε αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το παραπάνω καταληκτικό της πόρισμα (αποζημίωση για καταστραφέντα εμπορεύματα), η παραδοχή του αγωγικού ισχυρισμού περί πραγματοποιούμενων ετησίως πωλήσεων της τάξεως των 150.000.000 δραχμών, με κέρδος από τις πωλήσεις αυτές 30.000.000 δραχμών, ενόψει του ότι ο ίδιος ισχυρισμός στον οποίο ο αναιρεσείων στήριξε το αίτημά της αγωγής του για διαφυγόντα κέρδη, με άλλη αιτιολογία, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, καθόσον, οι αντίθετες αυτές αιτιολογίες στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται ανωτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8954/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ