Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds but refers case to Full Bench regarding constitutional principle violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to disqualify election ballots due to invalid markings. The appellant argued the First Instance Court violated the principle of proportionality by awarding an excessively low compensation for moral damage. However, the Court ruled that the principle of proportionality is a tool for interpreting substantive law rather than an independent ground for appeal, thus rejecting the specific appeal arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality is a criterion for interpreting substantive law, not an independent ground for appeal unless a violation of a legal rule is established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 918 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 918/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3)Ψ3, 4)Ψ4, 5)Ψ5, 6)Ψ6, 7)Ψ7, 8)Ψ8 και 9)Ψ9, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 391/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του και τους από 8 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα: Στις εκλογές της 13ης Οκτωβρίου 2002 για την ανάδειξη των δημοτικών αρχών στο Δήμο Τυλίσσου Ηρακλείου έλαβαν μέρος δύο συνδυασμοί, ο ένας με το όνομα "Δημοτική Διακοινοτική Συνεργασία", με υποψήφιο Δήμαρχο τον πρώτο εναγόμενο Ψ1 και ο άλλος με το όνομα "Ενωτική Κίνηση Πολιτών", με υποψήφιο Δήμαρχο τον Γ.
Το κύρος των εκλογών ήχθη κατόπιν ενστάσεων ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 409/2002 απόφασή του δέχθηκε την ένσταση του Γ και ακύρωσε την εκλογή του Ψ1 με την αιτιολογία ότι 42 ψηφοδέλτια που είχαν καταμετρηθεί υπέρ του συνδυασμού του τελευταίου ήταν άκυρα, γιατί έφεραν διακριτικά γνωρίσματα.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης ο πρώτος εναγόμενος μαζί με τους οπαδούς του, μεταξύ των οποίων ήταν και οι λοιποί εναγόμενοι, εκτός από τον εξ αυτών Ψ10, αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν και επέλεξαν την κατάληψη του δικαστικού μεγάρου Ηρακλείου ως μορφή διαμαρτυρίας. Στις 12-12-2002 από κοινού συνέταξαν, αναπαρήγαγαν σε φωτοτυπημένα αντίγραφα και διένειμαν σε πλήθος ανθρώπων ψήφισμα κατά την κατάληψη του δικαστικού μεγάρου με τον τίτλο "ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΩΝ ΤΥΛΙΣΣΟΥ".
Στο κυρίως κείμενο του ψηφίσματος αυτού, το οποίο υπέγραψαν 420 άτομα συνολικά αποτελείται, από δύο σελίδες, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα επόμενα: Οι νοθευτές και παραχαράκτες επίορκοι δικαστικοί υπάλληλοι, που δεν βρήκαν την ευκαιρία να εμποδίσουν τη θέληση του λαού μας κατά τη διάρκεια των εκλογών μια και ήταν δικαστικοί αντιπρόσωποι σε εκλογικά τμήματα του Δήμου μας το έπραξαν μέσα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφού οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν υπάλληλοι του Πρωτοδικείου και οι σάκοι με τα ψηφοδέλτια ήταν ανέλεγκτοι και αφύλακτοι στους διαδρόμους.
Εμείς δεν μασάμε τα λόγια μας. Τα πράγματα τα λέμε και τα καταγγέλλουμε με το όνομά τους. Οι υπάλληλοι αυτοί λέγονται: α) ........., πρώην κοινοτική υπάλληλος της κοινότητας επί προεδρίας κυρίου Γ και απορούμε με την ευκολία που μετατάσσεται από υπηρεσία σε υπηρεσία και β) .........., ο οποίος μάλιστα διορίστηκε με πολύ ύποπτο τρόπο στο χώρο των δικαστηρίων.
Αυτοί οι άνθρωποι με την καθοδήγηση και την εποπτεία του πρώην προέδρου της κοινότητας Τυλίσσου που ξημεροβραδιαζόταν μέσα στο δικαστικό μέγαρο κατάφεραν τελικά να κάνουν τη ζημιά, νοθεύοντας 42 ψηφοδέλτια συνολικά, 36 αρχικά και 6 τη δεύτερη φορά......Ζητάμε από τον Εισαγγελέα Ηρακλείου την έγκαιρη παρέμβαση του και την απομάκρυνση αυτών των επίορκων δικαστικών υπαλλήλων και οπωσδήποτε την ποινική τους δίωξη.
Μόνο έτσι θα σταματήσει να είμαστε ένα απέραντο διαφθορείο που εντελώς συμπτωματικά αλλά όχι τυχαία βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Το ψήφισμα αυτό οι εναγόμενοι, εκτός από τον εξ αυτών Ψ10, το φωτοτύπησαν σε πολλά αντίτυπα και το διένειμαν σε πλήθος ανθρώπων, στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, δηλαδή ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, καθώς και στις εφημερίδες, στον Εισαγγελέα Ηρακλείου, στη Βουλή των Ελλήνων, στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στα πολιτικά κόμματα.
Συγκεκριμένα το απέστειλαν στους τηλεοπτικούς σταθμούς ........ TV, ......, ......, ....., ......... και στις τοπικές εφημερίδες ......., ....... και ......... Τα μέσα έκαναν εκτενή αναφορά στο ψήφισμα και δημοσίευσαν μεγάλο τμήμα του. Τα γεγονότα που αναφέρονται στο ψήφισμα αυτό και αφορούν στο πρόσωπο του ενάγοντος είναι ψευδή. Ο ενάγων είναι υπάλληλος της Εισαγγελίας Ηρακλείου και διακρίνεται για το ήθος, την επάρκεια και την αξιοπρέπεια στο χώρο της δουλειάς του.
Με την υπ' αριθμ. 109203/13-1-1985 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης διορίστηκε αρχικά στο Πρωτοδικείο Λασιθίου μετά από επιτυχία του σε διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το πιο πάνω Υπουργείο με την υπ' αριθμ. 39890/4-5-1984 απόφαση του Υπουργού. Στις εκλογές της 13ης Οκτωβρίου 2002 διορίστηκε δικαστικός αντιπρόσωπος στο Δημοτικό Διαμέρισμα .......
του Δήμου Τυλίσσου. Στο εκλογικό αυτό τμήμα δεν βρέθηκε κανένα άκυρο ψηφοδέλτιο. Ως υπάλληλος της Εισαγγελίας Ηρακλείου δεν μετείχε στη μετεκλογική διαδικασία, δηλαδή στα συνεργεία ελέγχου, και συνεπώς δεν είχε πρόσβαση τους εκλογικούς σάκκους, που φυλασσόταν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο από αστυνομικούς και πρόσβαση σαυτούς είχαν μόνο τα συνεργεία ελέγχου, τα οποία λειτουργούσαν με την παρουσία δικαστικού λειτουργού και των αντιπροσώπων των συνδυασμών.
Ο ενάγων είχε ιδιαίτερες φιλικές ή άλλες σχέσεις με τον Γ εκτός της απλής γνωριμίας, την οποία είχε και με τον Ψ1 λόγω της καταγωγής της συζύγου του από την Τύλισσο. Οι εναγόμενοι, εκτός από τον Ψ10, γνώριζαν την αναλήθεια των περιστατικών που αναγράφονται στο ψήφισμα και σχετίζονται με το πρόσωπο του ενάγοντος, παρά ταύτα το υπέγραψαν και το κυκλοφόρησαν, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, με τη δημοσίευση δε του ψηφίσματος στις εφημερίδες και την εκτενή αναφορά των τηλεοπτικών σταθμών σ' αυτό οι εναγόμενοι διέδωσαν δια του τύπου τα αναφερόμενα στο ψήφισμα αναληθή γεγονότα σε ευρύτατο κύκλο προσώπων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα πρόσωπα του οικογενειακού και συγγενικού περιβάλλοντος του ενάγοντος καθώς και τα πρόσωπα του χώρου εργασίας του.
Τα ψευδή αυτά γεγονότα ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ως υπαλλήλου της Εισαγγελίας Ηρακλείου, αφού τον εμφάνιζαν ότι νόθευσε τα ψηφοδέλτια των εκλογών. Την αναλήθεια του γεγονότος τούτου γνώριζαν όλοι οι εναγόμενοι, εκτός από τον Ψ10, αφού ήταν παρόντες στην συγκέντρωση, στην οποία αναγνώσθηκε το ψήφισμα από τον εναγόμενο Ψ3 και στη συνέχεια το υπέγραψαν, εκτός από τον Ψ1, ο οποίος, προφανώς διαισθανόμενος τις δυσμενείς συνέπειες, δεν το υπέγραψε, αλλά το ενέκρινε προφορικά και παρώτρυνε τους άλλους να το υπογράψουν." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, ετέλεσαν εις βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως και επεδίκασε σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το ποσό των 50.000 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, του δικογράφου της αγωγής και της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ο διάδικος αυτός προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι την 11-12-2002 οι εναγόμενοι, συνοδευόμενοι από πολλούς άλλους, κατέλαβαν το δικαστικό Μέγαρο και, χρησιμοποιώντας τηλεβόα, άρχισαν να διαδίδουν "προσέχετε τον Χ1 που έχει διορισθεί ύποπτα", στη συνέχεια δε ανέγνωσαν τυπωμένο με μηχανικό μέσο κείμενο τιτλοφορούμενο "ψήφισμα συγκέντρωσης διαμαρτυρίας των δημοτών Τυλίσσου" με το αναφερόμενο κατά λέξη δυσφημιστικό για τον ενάγοντα περιεχόμενο.
Από τις παραδοχές του Εφετείου που παρατέθηκαν ανωτέρω προκύπτει σαφώς, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός περιλαμβάνεται κατά τα ουσιώδη σ' αυτές, παρά την παράλειψη της αναφοράς της λεπτομέρειας ότι η ανάγνωση του ψηφίσματος και εν γένει διάδοση έγινε στην συγκέντρωση με τη χρήση μηχανικού μέσου ενισχύσεως του ήχου, και ότι έγινε αναφορά στον "ύποπτο διορισμό" του ενάγοντος και εκτός κειμένου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 8, μη λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, που είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης ως στοιχείο που βαρύνει στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση. Όταν προβάλλεται λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο εξετάζει, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το σύνολο των αποδείξεων, χωρίς να περιορίζεται στα συγκεκριμένα παράπονα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την έφεση των αναιρεσιβλήτων επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ζητήθηκε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο γενικώς, εξετίμησε εσφαλμένως το αποδεικτικό υλικό. Με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν ότι εσφαλμένως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι (όλοι) αυτοί συνέταξαν και υπέγραψαν και διένειμαν το ψήφισμα τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του.
Με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως περαιτέρω προβλήθηκε το παράπονο ότι εσφαλμένως υποχρεώθηκαν οι εκκαλούντες στην καταβολή υπέρογκου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του αντιδίκου τους, επισημάνθηκαν δε ειδικότερα ορισμένες περιστάσεις που, κατά τους εκκαλούντες, παρέλειψε το δικαστήριο να λάβει υπόψη του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να εξετάσει τις ειδικότερες περιστάσεις που κατά τα ανωτέρω επισημάνθηκαν με την έφεση και δεχόμενο ότι (μόνον) ο Ψ10 δεν είχε συμμετοχή στην πράξη, επανεκτίμησε την υπόθεση στο σύνολό της, κατ' ουσίαν και, κάνοντας δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δεχόμενο δε εν μέρει την αγωγή ως προς τους εναγόμενους πλην του Ψ10, επεδίκασε στον αναιρεσείοντα, αναφερόμενο πλην άλλων και στις συνθήκες τελέσεως της πράξεως γενικώς, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε ποσό μικρότερο σε σχέση με το πρωτοδίκως επιδικασθέν.
Με την κρίση του δε αυτή, δεν εξήλθε από τα όρια των λόγων της εφέσεως και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, ο δε δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται η αντίθετη εκδοχή, είναι αβάσιμος.
Η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναιρέσεως, βάσει του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σ' αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (Ολ.
ΑΠ 2/1994). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 525 και 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στο εφετείο νέων ισχυρισμών, έστω και οψιφανών, που μεταβάλλουν ή συμπληρώνουν τη βάση της αγωγής (Ολ. ΑΠ 2/1994), όπως είναι νέα περιστατικά που προβάλλονται στο εφετείο προς επιστήριξη αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητας με τη διάδοση δυσφημιστικών γεγονότων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα της αγωγής, της εφέσεως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος, ο διάδικος αυτός για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου προέβαλε νέα οψιγενή περιστατικά προς επιστήριξη της αγωγής του και ειδικότερα ισχυρισμούς του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, που φέρονται ως δησφημιστικοί και περιέχονται σε "ανοικτή επιστολή" του, η οποία δημοσιεύθηκε την 8-1-2004 στην τοπική εφημερίδα "..........".
Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν απαραδέκτως και το Εφετείο, μη λαμβάνοντας αυτούς υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο δε τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει σχετική αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι τα εν λόγω περιστατικά τα είχε προβάλλει ήδη με την αγωγή του ενώ αυτό δεν προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, περαιτέρω, κατά το μέρος που επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση διατάξεων των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ) είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το από 8-1-2004 ΄φύλλο της εφημερίδας ".........." καθώς και το δικόγραφο της από 30-4-2003 αγωγής του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, οι τρίτος (κατά το σχετικό σκέλος του) και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως ιδίως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής και, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, και, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 11/2005).
Εξ άλλου, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την "αρχή της αναλογικότητας", επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (βλ.
Ολ. ΑΠ 43/2005). Σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους, περιορίζοντας υπέρμετρα το ατομικό δικαίωμα της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), συγχρόνως όμως δεν πρέπει να υποβαθμίζει την αταξία της πράξεως, επιδικάζοντας ιδιαίτερα χαμηλό ποσό (ΑΠ 132/2006, ΝοΒ 2006, 825) και καθιστώντας έτσι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος).Έτσι τίθεται το θέμα αν η παραβίαση της υπερνομοθετικής αυτής αρχής ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19.
Κ.Πολ.Δικ. ή η αναλογικότητα αποτελεί προσδιοριστικό τρόπο ερμηνείας, κατά την τελεολογική εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου? οπότε, δεν ιδρύεται μ' αυτή λόγος αναιρέσεως αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί αν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού παραβιάστηκε και η αρχή της αναλογικότητας.
Ενόψει αυτών, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, προβάλλονται η αντίφαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, την ως άνω συνταγματική αρχή, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του αναιρεσείοντος ιδιαίτερα χαμηλό ποσό, και έτσι καθίσταται αναιρετέα με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, θέτει ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον αρμοδιότητας της Τακτικής Ολομέλειας (άρθρο 563 § 2 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. και 23 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν.1756/1988), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2331/1995). Επομένως, πρέπει, κατά τον λόγο αυτό, να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του δικαστηρίου τούτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 391/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης κατά τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται από τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της, στην Τακτική Ολομέλεια.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ