Legislator Case Law & Legislation
917/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order for failure to prove abuse of right under Civil Code Art. 281.

Case Number 917/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision dismissing a claim of abuse of right. The appellant argued that the defendants failed to react to the planting of trees on their disputed land and the subsequent sale of the property, constituting an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court held that the appellant's complaint was vague and lacked the specific circumstances required to establish abuse of right, and that the Second Instance Court correctly applied the law by rejecting the claim as indefinite.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.K.; Art. 559 para. 14 no. 14 KPolD; Art. 559 para. 19 KPolD: An appeal based on the rejection of an abuse of right claim is inadmissible if the lower court found the claim indefinite without specific circumstances, as the appeal requires a review of the substance and a finding of fact.

Keywords

AI generated
abuse of right Civil Code Article 281 indefinite claim appeal inadmissibility property dispute Second Instance Court Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.K.
Art. 559 para. 14 no. 14 KPolD
Art. 559 para. 19 KPolD
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 242 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997
OLAP 44/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 917 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. χας Η. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Σ. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 3. Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24797/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης Β/5319 και Β/5320/20.1.201, αντίστοιχα, του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ... του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 5-10-2011) επιδόθηκε νόμιμα στους πρώτη και τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, και κατ' ορθή εκτίμησή του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων προς θεμελίωση της βάσης της έκτακτης χρησικτησίας της ένδικης διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής τους, δηλαδή ότι αυτοί "από του θανάτου του πατέρα τους Η.

Κ., που επισυνέβη τη 17.7.1978, μέχρι που προέβησαν στην υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας (24.4.2000, συμβόλαιο .../24.4.2000 συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Αγγελικής Βουλγαράκη) νέμονταν ανεπίκληπτα και με διάνοια κυρίου την επίδικη και διεκδικούμενη από αυτούς έκταση των 823,12 τ.μ." χωρίς ο αυτοτελής πραγματικός αυτός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως με την ένδικη αγωγή τους ή τις προτάσεις τους στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Όμως, όπως δέχθηκε το Εφετείο και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) η τελευταία έχει ως βάση (όχι τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αλλά) τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής του πατέρα αυτών-ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων- που πέθανε τη 17.1.1978, ο οποίος είχε γίνει κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία-δεδομένου ότι από το έτος 1952, οπότε είχε περιέλθει σ' αυτόν η νομή του με άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του, και έκτοτε μέχρι το θάνατό του, το έτος 1978, κατείχε συνεχώς αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (άρθρα 1710, 1813, 1820, 1846, 1094, 1103 1195, 1198 και 1045 ΑΚ)- την κληρονομία δε αυτού αποδέχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι και μετέγραψαν την περί αποδοχής .../24.4.2000 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη.

Συνεπώς, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα το Εφετείο (και ορθά) δεν έλαβε υπόψη του αμέσως πιο πάνω "αυτοτελή" αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, γι' αυτό και ο υπό εξέταση αντίθετος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, και ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τον ως άνω αγωγικό αυτοτελή ισχυρισμό των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων και περαιτέρω να δεχθεί την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τη βάση αυτής της έκτακτης χρησικτησίας, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, πρέπει, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η αγωγή δεν είναι αόριστη εξαιτίας της μη αναφοράς σ' αυτήν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων των όρων της έκτακτης χρησικτησίας, αφού, έχοντας αυτή ως βάση τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 1820, 1846, 1094, 1193, 1195, 1198 και 1045 ΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μην απορρίψει την αγωγή ως αόριστη λόγω της ανωτέρω έλλειψής της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του για κτήση του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, την οποία νομίμως είχε προτείνει αυτός με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης ενώπιόν του -Εφετείου-προς απόκρουση της ένδικης διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων, η οποία, έτσι, έγινε, εν τέλει, δεκτή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι αυτός δεν πρότεινε ένσταση για κτήση του επίδικου ακινήτου από μέρους του με έκτακτη χρησικτησία. Η επίκληση του αναιρεσείοντος με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι: "Από την περιγραφόμενη στις προηγούμενες παραγράφους συνεχή, αδιάκοπη και πλέον της εικοσαετίας σειρά των μεταβιβάσεων της κυριότητας, νομής και κατοχής του περιγραφόμενου με λεπτομέρεια σ' αυτά ακινήτου μου ...

προκύπτει αβίαστα ότι ο αγωγικός ισχυρισμός των αντιδίκων ότι δήθεν εγώ ... κατέλαβα ... είναι αβάσιμος", δεν συνιστά προβολή τέτοιας ένστασης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του την αμέσως πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας το σχετικό αντίθετο λόγο της έφεσης του (τέταρτο) ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, ο υπό εξέταση λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι και "αν ήθελε κριθεί ότι (την εν λόγω ένσταση) ο εναγόμενος την πρόβαλε με το δικόγραφο της έφεσής του, τότε αυτή θα πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς να γίνεται επίκληση λόγων που να δικαιολογούν τη βραδεία προβολή της, ούτε δε και προέκυψε τέτοιος λόγος", δηλαδή, γιατί δεν συνέτρεχε, στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία από τις εξαιρέσεις που διαλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να ήταν παραδεκτή η προβολή της το πρώτον στο Εφετείο, δεν κήρυξε-απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση ως απαράδεκτη-παρά το νόμο απαράδεκτο, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μεταξύ άλλων που ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, και τα εξής: "... ο εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1998 αγοράπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Δεληνάσιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τη Φ.

Τ., έναν αγρό ευρισκόμενο στη θέση "Κιλκίντερε" της κτηματικής περιοχής Πυλαίας Θεσσαλονίκης, εμβαδού 2515,7 τ.μ. ... κατά το εν λόγω συμβόλαιο ο αγρός αυτός περιήλθε στην κυριότητα της πωλήτριας Φ. Τ. όπως αναφέρει επί λέξει "λόγω άτυπου δωρεάς από την Ε. χα Σ. Χ. Χ. ή Μ. το γένος Ν. Σ., ή άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ...".

Στο ακίνητο αυτό που περιγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα εμβαδού 823,12 τ.μ., πλην όμως ο εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, γιατί το επίδικο τμήμα δεν ανήκε στην κυριότητα της πωλήτριας-δικαιοπαρόχου του Φ.

Τ. κατά το χρόνο της μεταβίβασης προς αυτόν του ακινήτου. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι κύριος του επίδικου τμήματος, αποκτήσας την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, ήταν ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Η. Κ., ο οποίος από το έτος 1952 και μετά συνεχώς μέχρι και το θάνατό του το έτος 1978, νεμόταν το επίδικο μαζί με την υπόλοιπη έκταση χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, διενεργώντας επ' αυτού όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα, και επομένως οι ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, αποδεχθέντες την κληρονομία και μεταγράψαντες την, περί αποδοχής, δήλωσή τους, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με κληρονομική διαδοχή και κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.

Ο εκκαλών-εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται το υπ' αριθμόν .../1942 συμβόλαιο ... που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου κατά τους ισχυρισμούς του πάντοτε, η Ε. χα Χ., (η οποία κατά τα προεκτεθέντα έλαβε το τμήμα του 498 αγρού κατά την άτυπη διανομή του 1925 που βρίσκεται δυτικά του επιδίκου), μεταβίβασε με δωρεά στην εγγονή της Φ.

Τ. (πωλήτρια του εναγομένου) ένα διαιρετό τμήμα αγρού, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου, με αυτό δεν μεταβιβάστηκε στη Φ. Τ., δικαιοπάροχο του εναγομένου-εκκαλούντος, διαιρετό τμήμα αγρού, αλλά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του 498 αγρού εκτάσεως πέντε παλαιών στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως είναι.

Δηλαδή, η περιεχόμενη σ' αυτό δικαιοπραξία αφορά στη μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου αγρού και δεν μπορεί να ισχύσει ως τίτλος για τη μεταβίβαση διαιρετού τμήματος αγρού, όπως αυτό στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στον εναγόμενο από τη Φ. Τ., η οποία κατά το χρόνο της μεταβίβασης στον εναγόμενο του ακινήτου, δεν ήταν κυρία του επίδικου τμήματος και εντεύθεν και ο εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού ...

Με βάση τα προαποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου που περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων από κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους Η. Κ., που πέθανε το έτος 1978, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα, κυρίου, κατά το χρόνο του θανάτου του με έκτακτη χρησικτησία και, επομένως, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο, ενώ ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος με το επικαλούμενο συμβόλαιο, διότι η δικαιοπάροχός του δεν ήταν κυρία κατά το χρόνο της μεταβίβασης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση".

Ακολούθως, το Εφετείο "απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας, που πρόβαλε κατά τα άνω ο εναγόμενος, δεχόμενο ότι η δικαιοπάροχός του δεν ήταν κυρία του επιδίκου κατά το χρόνο μεταβίβασης, αλλά κύριος αυτού ήταν ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, απέρριψε δε την έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, διότι πράγματι υπό τα ως άνω δεδομένα ο εναγόμενος (αναιρεσείων) δεν έγινε κύριος του επίδικου τμήματος με παράγωγο τρόπο και, συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 94/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων ανερχόταν σε 1631,68 τ.μ. και ότι τμήμα αυτής, εμβαδού 823,12 τ.μ., καταλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα, η ιδιοκτησία δε αυτή-των 1631,68 τ.μ.-αποτελούσε τμήμα του με αριθμό 498 αγρού του Πρόχειρου Φορολογικού Βιβλίου Πυλαίας του 1907, εμβαδού 11000 τ.μ., που ανήκε, στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ.

Χ. του Χ. ή Μ., ο οποίος πέθανε το 1925 χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη, οι εξ αδιαθέτου δε κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Ε. (η οποία ήταν η δικαιοπάροχος της πωλήτριας του αναιρεσείοντος Φ. θυγ. Π. Κ. συζ. Α. Τ.) και τα πέντε τέκνα του Ι., Α., Γ. χα Η. Γ., Β. συζ. Σ. Κ. (γιαγιά των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων από την πατρική γραμμή) και Α.

σύζυγος Δ. Π., προέβησαν σε άτυπη διανομή του και διαχώρησαν αυτόν -εν λόγω αγρό- σε έξι τμήματα, χωρίς στην προσβαλλόμενη απόφαση να γίνεται μνεία περί της έκτασης κάθε τμήματος, και, επίσης, με το να δεχθεί, ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος Φ. Τ. το έτος 1990 είχε περιφράξει έκταση 2.515,70 τ.μ. και τέλος με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων το Δεκέμβριο του 2005 κατέλαβε αυτογνωμόνως εδαφική λωρίδα 823,12 τ.μ.

η οποία αποτελεί τμήμα της ως άνω έκτασης των 1631,68 τ.μ., ανήκουσα στους αναιρεσιβλήτους, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και ειδικότερα ως προς το ακίνητο που αυτό-επίδικο-εμπίπτει και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί όλες οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και υποχρέου, ώστε η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει η ένσταση-όπως και η αγωγή (άρθρο 261 παρ.1 ΚΠολΔ)- να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς είναι αόριστη και ως τέτοια πρέπει και αυτεπαγγέλτως να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσειών επικαλείται, ότι, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρόβαλε την ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία επανέφερε με λόγο έφεσης στο Εφετείο και ζήτησε με αυτήν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, γιατί η άσκηση με την τελευταία από τους αναιρεσιβλήτους (ενάγοντες) του ένδικου δικαιώματος της συγκυριότητάς τους επί του επίδικου τμήματος ακινήτου αντίκειται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις προτάσεις του, πρόβαλε την ένσταση από την ΑΚ 281 και ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, εφόσον, όπως επικαλέστηκε, "η παλαιά περίφραξη, την οποία προσπάθησ(ε) και σε πολλά μέρη πέτυχ(ε) να ανακαινίσ(ει) έχει κατασκευαστεί τουλάχιστον προ 50 ετών, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα προσδιορισμένο το οικόπεδό (τ)ου κατά το χρόνο της αγοράς του (1997), κάθε δε προσπάθεια των εναγόντων να αμφισβητήσουν την αληθή και πραγματική αυτή κατάσταση, την οποία και δια της πολυετούς αδράνειάς των επιβεβαίωσαν, αποτελεί σε κάθε περίπτωση καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σιωπηρά) απέρριψε την ένσταση αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Στο Εφετείο ο αναιρεσείων επανέφερε την ένστασή του αυτή με λόγο έφεσης και προς θεμελίωσή της επικαλέστηκε επιπλέον -νέα- περιστατικά. Ειδικότερα, ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ως αντικείμενης της άσκησης με αυτήν του ένδικου δικαιώματος, ενόψει του ότι ουδέποτε οι αναιρεσίβλητοι αντέδρασαν, όταν αυτός (αναιρεσείων) "α) κατασκεύασ(ε) το 1997 το βόθρο της οικίας (τ)ου στο επίδικο τμήμα ...

όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα και λειτουργεί χωρίς να διαμαρτυρηθούν οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι), β) τοποθέτησ(ε) στο επίδικο τμήμα-όπου και μέχρι σήμερα υφίστανται-τα χώματα από την εκσκαφή των θεμελίων της οικείας (τ)ου το 1998, χωρίς επίσης ποτέ οι αντίδικοί (τ)ου να παραπονεθούν ή να ασκήσουν κάποιο δικαίωμά τους, εάν πάντα μπορούσαν να έχουν αυτό ή να το δικαιολογήσουν επί του επιδίκου.

Τη βεβαία και αδιαμφισβήτητη αυτή κατάσταση προσπάθησαν να αμβλύνουν (οι αναιρεσίβλητοι) ισχυριζόμενοι πως 11 χρόνια τώρα τα χώματα βρίσκονται (κατά παράκληση) στο σημείο που τοποθετήθηκαν μετά την εκσκαφή των θεμελίων της οικίας τ(ου), γ)δεν αντέδρασαν για την αντικατάσταση σε πολλά σημεία του οικοπέδου (τ)ου της παλαιάς περίφραξης, δ)έκαναν κάποια στιγμιαία διατάραξη στην περίφραξη, όχι σ' αυτήν που χωρίζει τα οικόπεδά (τους), η οποία κατά τους ισχυρισμούς των περιέκλειε μεγαλύτερο τμήμα οικοπέδου από αυτό που (αυτός -αναιρεσείων-)δικαιούνταν και την οποία θα έπρεπε να προσβάλουν-αμφισβητήσουν, αλλά σ' αυτήν που προσδιορίζει το οικόπεδό (τ)ου προς τον κοινόχρηστο των οικοπέδων της περιοχής δρόμο, (για την οποία) ενέργειά (τ)ους απευθύνθηκ(ε) αμέσως προς το αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου κλήθηκαν οι αντίδικοί (τ)ου και υποσχέθηκαν να προσκομίσουν έγγραφα και να βάλουν κοινό τοπογράφο για να αποδείξουν το δήθεν δικαίωμά τους, υπόσχεση όμως την οποία δεν τήρησαν, δείχνοντας παντελή αδιαφορία, αλλά και ούτε απάντησαν, όπως ομολόγησαν και στο δικαστήριο στην εξώδικη διαμαρτυρία (τ)ου, με την οποία τους απαγόρευ(ε) να διαταράξουν τη νομή και αποκλειστική (τ)ου κυριότητα επί του συγκεκριμένου οικοπεδικού τμήματος, ε) δεν αντέδρασαν καθόλου όταν για αρκετό καιρό μπροστά στα μάτια τους φύτευ(ε) δένδρα επί "του επίδικου" τμήματος, όπως θέλουν να το ονομάζουν, στ) δεν αντέδρασαν πουθενά και κυρίως στις ενστάσεις τους στο γραφείο που συνέταξε το κτηματολόγιο ότι τους πήρ(ε) 800 τ.μ.

περίπου (και ότι συνεπώς, η επιφάνεια του οικοπέδου τους είναι μεγαλύτερη και ζ)δεν τόλμησαν να εγείρουν αξιώσεις για δήθεν κατάληψη του επίδικου τμήματος και από τη δικαιοπάροχο-πωλήτριά (τ)ου, η οποία είναι συγγενής και ασφαλώς ήξερε πολύ καλύτερα από κάθε άλλον πως οι αντίδικοί (τ)ου δεν είχαν ποτέ και δεν έχουν κανένα δικαίωμα επί του επιδίκου".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την άνω ένσταση ως αόριστη, εφόσον δέχτηκε, ότι "για την πληρότητά της και το παραδεκτό της κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό δεν προβλήθηκαν από τον εναγόμενο τα απαιτούμενα από το νόμο περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος-δηλαδή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που συνόδευσαν την αδράνεια και συνδέονταν με προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων εναγόντων, ώστε η άσκηση του ένδικου δικαιώματος που επακολούθησε από μέρους τους, ως τείνουσα σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ειδικές συνθήκες που προβλήθηκαν και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να μπορεί να κριθεί αν εξέρχεται ή όχι των ορίων που επιβάλλει η ΑΚ 281- και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση αυτή έστω και με άλλη απολογία η οποία αντικαθίσταται (άρθρο 534 παρ.1 ΚΠολΔ) με την παρούσα, δεν έσφαλε".

Η άνω ένσταση, υπό τα ως άνω δεδομένα, ήταν πράγματι αόριστη. Επομένως, το Εφετείο, έτσι που έκρινε, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση λόγω αοριστίας της και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990). Επομένως, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο -κατ' ορθήν εκτίμησή του- και τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση από την ΑΚ 281 ως αόριστη με όχι σαφή και επαρκή αιτιολογία και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2010 αίτηση του Η. Β. του Γ., για αναίρεση της 1144/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ