Legislator Case Law & Legislation
917/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, ruling tax burdens are part of the total debt.

Case Number 917/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the Court of Appeal's judgment in a dispute over unjust enrichment. The court found that the appellant was unjustly enriched because it paid state taxes and fees that were contractually shifted to the borrower, exceeding the actual debt owed. Consequently, the court ruled that these tax burdens constitute part of the total debt under Article 42 of Law 2912/2001, validating the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 42 Law 2912/2001; Art. 559(1), 19 Civil Procedure Code: The Supreme Court held that tax burdens and fees contractually shifted to the borrower constitute part of the total debt for unjust enrichment claims, rejecting the appellant's arguments that such payments were not legally attributable to the borrower.

Keywords

AI generated
unjust enrichment total debt definition tax burden allocation contractual debt shift Civil Procedure Code appellate review state taxes

Cited Legislation

AI generated
Art. 42 of Law 2912/2001
Art. 559(1) of the Civil Procedure Code
Art. 19 of the Civil Procedure Code
Law 128/1975
Law 1676/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 917 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ ΑΕ) - (ΦΕΚ 13322/ 17.12.2003), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη .

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΛΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στο Μακρύ Γιαλό Λασιθίου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Αγγελίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 465/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 32/14-4-2010 αιτήσεως, για αναίρεση της 465/4-3-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 32/14-4-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 465/4-12-2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την ΓΑ4544/ΤΠ6/9-10-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ποσού 100.516,76 ευρώ, το οποίο χωρίς νόμιμη αιτία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη κατά την ολική εξόφληση του συνομολογηθέντος μετ' αυτής δανείου, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής από την εναγομένη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 κατά τον επαναπροσδιορισμό της από την αιτία αυτή οφειλή της, με ισόποσα εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό της τελευταίας σε βάρος της περιουσίας της.

Eπί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 61/4544/575/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 187/13-5-2005 έφεση της εναγομένης, η 465/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτου αντιγραφή της: "Δυνάμει της υπ' αριθ. .../5-12-1988 δανειακής συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων χορηγήθηκε στην ενάγουσα τοκοχρεωλυτικό δάνειο από την εναγομένη, ποσού 75.700.000 δραχμών, με σκοπό την ανέγερση ξενοδοχείου της στην περιοχή της Κοινότητας ....

Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής η απόδοση του δανείου θα γινόταν σε 15 έτη κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας με εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις καταβλητέες την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους με έναρξη εξυπηρέτησης του εν λόγω δανείου την 1-1-1991. Με βάση το άρθρο 8 της εν λόγω δανειακής συμβάσεως το επιτόκιο του δανείου ήταν κυμαινόμενο, αναπροσαρμοζόμενο από την εκκαλούσα και αποτελούμενο από το εκάστοτε ισχύον "βασικό επιτόκιο" όπως αυτό ανακοινώνεται από την τελευταία και το "περιθώριο" το οποίο συμφωνήθηκε σε ποσοστό 1,5% ετησίως.

Εξ άλλου συμφωνήθηκε για την ασφάλεια της εκκαλούσας για τις απαιτήσεις της από το δάνειο και δη από κεφάλαιο ή τόκους που κεφαλοποιούνται, τόκους συμβατικούς, τοκοχρεωλυτικές δόσεις, έξοδα και τόκους υπερημερίας καθώς και για κάθε ενδεχόμενη πρόσθετη απαίτηση, η εγγραφή υποθήκης και προσημειώσεως υποθήκης επί του ακινήτου της εφεσίβλητου στη θέση "Π.

Σ." της Κοινότητας ..., καθώς και ενέχυρο στα κινητά πράγματα του ξενοδοχείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων του ως άνω δανείου. Μετά τη θέση σε ισχύ των νόμων 2789/2000 και 2912/2001 η εκκαλούσα δανείστρια Τράπεζα επαναπροσδιόρισε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητου κατόπιν της από 21-5-2001 αιτήσεως αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, σε συνδυασμό και με τους όρους της ως άνω συμβάσεως και με την υπ'αριθμ. 1321/14-12-2001 συστημένη επιστολή της η εκκαλούσα γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της 9-5-2001, ήτοι χρόνο έναρξης ισχύος του Ν. 2912/2001, η συνολική οφειλή της προς αυτή (δανείστρια Τράπεζα) από την ως άνω υπ' αριθμ. .../5-12-1988 δανειακή σύμβαση ανήρχετο σε 163.985.566 δραχμές.

Η εκκαλούσα προέβη στους ακόλουθους υπολογισμούς, όπως αναλύει αυτούς στην προαναφερόμενη επιστολή της: Α) Αρχικό ποσό ληφθέντος κεφαλαίου 75. 700.000 δρχ. Β) προσαύξηση με συμβατικούς τόκους κατ' ανώτατο όριο μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου από 37.850.000 δρχ. ήτοι συνολικά 113.50.000 (75.700.000 + 37.850.000) δραχμές. Γ) Το ποσό αυτό πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή 3 εν όψει του χρόνου, συνάψεως της δανειακής σύμβασης (5-12-1988) ανέρχεται στο ποσό των 340.650.000 (113.550.000 Χ 3) δρχ.

Επομένως, η υπαγόμενη στις παραπόνου διατάξεις συνολική οφειλή της εφεσίβλητου από κεφάλαιο και δεδουλευμένους τόκους ανήρχετο στις 9-5-2001 στο ποσό των 340.650.000 δραχμών. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι οι καταβολές τις οποίες είχε κάνει η εφεσίβλητη έναντι της συνολικής αυτής οφειλής ανήλθαν σε 197.643.500 και επομένως απομένει υπόλοιπο οφειλής 143.006.500 (340.650.000 - 197.643.500) δρχ.

Όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η συνολική αυτή οφειλή δεν επιτρεπόταν να επιβαρυνθεί περαιτέρω με οποιονδήποτε φόρο, τέλος, εισφορές η έξοδα. Παρά ταύτα, η εκκαλούσα με την ως άνω συστημένη επιστολή της γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη ότι στο ποσό αυτό προσέθεσε το ποσόν των 25.301.139 δραχμών για έξοδα και ειδικότερα:

α) ποσό 21.611.268 αρχ. για ΕΦΤΕ, β) ποσό 988.903 δρχ. για εισφορά Ν. 128/1975 και γ) ποσό 2.700.968 δρχ. για δικαστικά έξοδα και καθόρισε τη συνολική οφειλή της εφεσίβλητου σε 168.307.639 (143.006.500 + 25.301.193) δραχμές. Η προσθήκη, όμως, του ποσού αυτού των 25.301.139 δρχ. κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, από την εκκαλούσα στην επαναπροσδιορισθείσα οφειλή της εφεσίβλητου, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, είναι παράνομη.

Επομένως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απορριπτέα ως αβάσιμα κρίνονται τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς υπ' αριθμ. 2 και 4 λόγους της εφέσεως της.

Περαιτέρω από το ποσό των 168.307.63 δρχ. η εκκαλούσα αφαίρεσε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω συστημένη επιστολή της, το ποσό των 4.322.073 δρχ. που αφορά φόρους που αντιστοιχούν στο διαγραφόμενο ποσό των 441.509.579 δραχμών και καθόρισε το τελικό ποσό της οφειλής της εφεσιβλήτου με αξία 9-5-2001 σε 163.985.566 (168.307.639 - 4.322.073) δρχ., ποσό το οποίο γνωστοποίησε στην τελευταία ότι θα εκτοκίζετο από 10-5-2001 μέχρι 31-12-2001 με συμβατικό επιτόκιο και από 1-1-2002 με επιτόκιο υπερημερίας.

Εν όψει, όμως, του ότι, κατά τα προεκτεθέντα η εκκαλούσα δανείστρια Τράπεζα παράνομα προσέθεσε το ποσό των 25.301.139 δρχ. για έξοδα, το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από την τελική οφειλή της εφεσιβλήτου των 163.985.566 δρχ. και επομένως το ποσό στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη τελική οφειλή της εφεσιβλήτου είναι αυτό των 138.684.427 (163.985.566 25.301.139) δραχμών ή 406.997,59 ευρώ, όπως ορθά έκρινε περί τούτου η εκκαλουμένη.

Να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι στο ποσό των και 21.215.770 δρχ. για ΕΦΤΕ που παράνομα, κατά τα προαναφερθέντα, πρόσθεσε η δανείστρια Τράπεζα στην τελική οφειλή της εφεσίβλητου περιλαμβάνεται και αυτό των 4.322.073 δρχ. όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζει η εκκαλούσα αφού η εκκαλούσα Τράπεζα δεν συμπεριλαμβάνει, όπως όφειλε, και το ποσό των 4.322.073 δρχ.

στον καταλογισθέντα ΕΦΤΕ των 21.215.770 δρχ. Κατά συνέπειαν, ορθά η εκκαλουμένη αφαίρεσε όλο το ποσό αυτό από την τελική οφειλή της εφεσίβλητου και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους σχετικούς υπ' αριθμ. 5 και 6 λόγους της εφέσεώς της.

Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι συμβατικοί τόκοι της τελικής οφειλής της εφεσίβλητου από 406.997,59 ευρώ. στους οποίους δεν συνυπολογίζεται η εισφορά του Ν. 128/1975 εν όψει του ότι αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, είναι μη νόμιμη, ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά: α) για την περίοδο από 10-5-2001 μέχρι 20-5-2001 με επιτόκιο 9,50% (βασικό επιτόκιο 8% + περιθώριο 1,5%) στο ποσό των 1.074,01 ευρώ. β) Για την περίοδο από 21-5-2001 μέχρι 30-9-2001 με επιτόκιο 9,25% (βασικό επιτόκιο 7,75% + περιθώριο 1,5%) στο ποσό των 13.804 ευρώ και γ) Για την περίοδο από 1-10-2001 μέχρι 31-12-2001 με επιτόκιο 8,75% (βασικό επιτόκιο 7,25% - περιθώριο 1.5%) στο ποσό των 9.002 ευρώ. Επομένως οι συμβατικοί τόκοι ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 23.880,02 (1.074,02 + 13.804 - 9.002) ευρώ και συνακόλουθα η συνολική οφειλή της εφεσίβλητου την

1-1-2002 ανήλθε σε 430.877,61 (406.997,59 + 23.880,02) ευρώ, η οποία εκτοκιζόμενη για την περίοδο από 1-1-2002 μέχρι 4-3-2002 με επιτόκιο υπερημερίας 10,25% (βασικό επιτόκιο 6,75% + 2% περιθώριο 1.5%) ανήλθε στο ποσό των 438 483,80 ευρώ. Να σημειωθεί ότι τα επιτόκια των συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας που ίσχυαν κατά τις προεκτεθείσες χρονικές περιόδους είναι τα ως άνω αναφερόμενα και όχι εκείνα, που αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα Τράπεζα.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είχε συμφωνήσει με την εταιρεία με την επωνυμία "VIA VACANZA LTD", η οποία εδρεύει στην Αγγλία, την εκμίσθωση 18 δωματίων του ως άνω ξενοδοχείου της δυνάμει χρονομεριστικής συμβάσεως, για τη σύναψη της οποίας ήταν αναγκαία προϋπόθεση η απόσβεση κάθε οφειλής και η άρση κάθε βάρους σε βάρος του ακίνητου.

Η εκκαλούσα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 158/12-2-2002 επιστολή της προς την εφεσίβλητη της γνωστοποίησε ότι εφόσον της κατέβαλε με αξία 28-2-2002 σ' εξόφληση της συνολικής οφειλής της το ποσό των 532.940,66 ευρώ θα συναινούσε στην άρση όλων των υπέρ αυτής βαρών (υποθηκών, προσημειώσεων, κατασχέσεων) που είχαν εγγραφεί επί του ως άνω ξενοδοχείου της.

Η εφεσίβλητη κατόπιν αυτών κατέβαλε στην εκκαλούσα στις 4-3-2002 το ποσό των 532.940,66 ευρώ, και στις 3-2002, κατ' απαίτησή της, το ποσό των 632,60 ευρώ. ήτοι συνολικά κατέβαλε στην εκκαλούσα το ποσό των 533.573,26 (532.940,66 + 632,60) ευρώ, οπότε η τελευταία προέβη στην άρση βαρών επί του ξενοδοχείου αυτής (εφεσίβλητου). Έτσι, όμως η εκκαλούσα εισέπραξε ποσό 95.089,46 (533.573,26 - 438.483,80) ευρώ μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, ποσό ως προς το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της εφεσίβλητου και το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της αποδώσει.

Η υποχρέωσή της αυτή δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 6 του Ν. 2912/2001 περί μη αναζήτησης των καταβληθέντων στα πιστωτικά ιδρύματα, έναντι οφειλών που ρυθμίστηκαν σε εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 όπως ίσχυε, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ και τούτο ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προέβη στην καταβολή του ως άνω ποσού όχι εκουσίως, αλλά υπό την πίεση της άρσης των βαρών επί του ξενοδοχείου της και της σύναψης της ως άνω χρονομεριστικής μίσθωσης, την οποίαν και συνήψε δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../5-6-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καφίρη-Αθανασίου, αφού η εκκαλούσα ρητά είχε θέσει ως όρο στην υπ' αριθμ.

πρωτ. 158/12-2-2002 συστημένη επιστολή της, όπως προαναφέρθηκε, για τη συναίνεση της προς άρση των βαρών την καταβολή εκ μέρους της ενάγουσας-εφεσιβλήτου ολόκληρου του ποσού των 532.940,66 ευρώ και σε κάθε περίπτωση χωρίς την έστω σιωπηρή επιφύλαξη της ενάγουσας ως προς την καταβολή του ποσού αυτού. Και ναι μεν η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη γνώριζε τον τρόπο επαναπολογισμού της οφειλής της, δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι αυτή γνώριζε τα επί μέρους κονδύλια πριν την εξόφλησή τους, αφού με την ως αν επιστολή της η εναγόμενη Τράπεζα δεν αναφέρεται σε επί μέρους κονδύλια στο τελικό ποσό πληρωμής των 532.940,66 ευρώ, που της γνωστοποίησε συνολικά ως οφειλή της με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 158/12-2-2002 επιστολή της. Σε κάθε περίπτωση και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη γνώριζε τα επί μέρους κονδύλια νωρίτερα από την εξόφλησή τους και κατέβαλε αυτά, το γεγονός τούτο δεν αποκλείει από την ενάγουσα το δικαίωμά της να αναζητήσει τα παρανόμως και αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά από την εναγομένη - εκκαλούσα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού εφόσον δεν κατέβαλε το επί πλέον ποσόν των 95.089,46 ευρώ εκουσίως, αλλά υπό την πίεση άρσεως των βαρών και κατασχέσεων επί του ως άνω ξενοδοχείου της".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 128/1975, επιβλήθηκε εισφορά σε βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχομένη σε ποσοστό 1%, ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων, των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων.

Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας διάταξης της παρ. 3 του άρ. 1 ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος υπέρ λογαριασμού", σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε, όπως η ανωτέρω εισφορά αφορά και βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους.

Τούτο συνάγεται και κατ' αντιδιαστολή προς τη διάταξη του άρ. 22 παρ. 2 ν. 2515/1997 (με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της ίδιας εισφοράς και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού), έχουσα ως εξής: "Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος. Τούτου δε αποκλείει τη συμβατική μεταπώληση διαφοράς στον δανειολήπτη με βάση την αρχή της αυτονομίας αρκεί να μην απαγορεύεται από άλλη διάταξη.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρ. 6 ν. 1676/1986 επιβλήθηκε σε όλα επίσης τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, φόρος με την ονομασία "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.)", ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 11 παρ. 3 αυτού, επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους (ο φόρος αυτός έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 33 του ν. 2873/2000.

κατά τους ορισμούς και την έννοια των εν λόγω διατάξεων η εισφορά του ν. 128/1975 και ο φόρος του άρθρου 6 του ν. 1676/1986 βαρύνουν έναντι του Κράτους τα τραπεζικά ιδρύματα, με δυνατότητα συμβατικής και από το νόμο, αντίστοιχα, μετακυλίσεώς τους στους δανειολήπτες, νομική αξιολόγηση με βάση την οποία θα ερμηνευθούν στην συνέχεια οι αμέσως παρακάτω σημειούμενες διατάξεις.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ.1 και 2 εδ.α' ν. 2789/2000, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο το τετραπλάσιο, αν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β') το τριπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ') το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998.

Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρούμενων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ. α' ν. 2789/2000 με το άρ. 42 ν. 2912/2001, ως εξής: Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α') Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β') το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ') το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Σύμφωνα με τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4.

Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα.

Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/ 2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί" (δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας).

Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ. θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, με τo πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ. 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται.

Τέλος, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρ. 42 ν. 2912/2001 φράση "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων" αναμφισβητήτως υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από τη σημειούμενη κατά τα τελευταία χρόνια υπέρμετρη επιβάρυνση αυτού εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς (Ολ.ΑΠ 8, 9/1998) αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων του, είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του ν. 128/1975) είτε είναι νόμιμες (όπως ο ΕΦΤΕ του ν. 1676/1986).

Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ.1 εδ.α' ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεία για δικό του λογαριασμό.

Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (α) ότι η εισφορά του ν. 128/1975 και ο φόρος του άρθρου 6 του ν. 1676/1996 βαρύνουν έναντι του Κράτους τα πιστωτικά ιδρύματα, ικανό δε νομικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της νομικής αυτής εκτιμήσεως αποτελεί η δυνατότητα συμβατικής και από το νόμο μετακυλίσεως αυτών στους δανειολήπτες, που προϋποθέτει ότι πρόκειται για ίδια αυτών υποχρέωση και (β) ότι στην κατά την έννοια του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 συνολική οφειλή περιλαμβάνονται και οι λόγω φορολογικές επιβαρύνσεις των τραπεζών.

Τέλος με πληρότητα διαλαμβάνεται (γ) ότι με την καταβολή κατά την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα των φορολογικών έναντι του Κράτους υποχρεώσεών της, με απόσβεση της φορολογικής αυτής υποχρεώσεώς της, καθ' υπέρβαση κατά τούτο της προς εκείνη πραγματικής οφειλής της και εντεύθεν χωρίς νόμιμη αιτία η τελευταία κατέστη ισοπόσως αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και με ζημία της.

Στο καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα δεν ασκεί νομική επιρροή, η καταβολή ή μη από την αναιρεσείουσα στο Ελληνικό Δημόσιο των φορολογικών αυτών επιβαρύνσεών της, ώστε να απαιτείται η αναφορά του γεγονότος τούτου για την επάρκεια των αιτιολογιών της, από τις οποίες αβίαστα περαιτέρω προκύπτει η συμβατική μετακύλιση της βαρύνουσας την αναιρεσείουσα εισφοράς του ν. 128/1975 στην αναιρεσίβλητη δανειολήπτρια, συμβατική ρύθμιση η οποία και προκάλεσε το ερευνώμενο θέμα υπαγωγής ή μη του φορολογικού αυτού βάρους στην κατά την έννοια του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 συνολική οφειλή.

Τα πραγματικά αυτά και με στοιχ. (α) - (γ) χαρακτηριζόμενα περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων παραδοχή της κατά της αναιρεσείουσας απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσες τα αντίθετα οι προσβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να δικαιολογούνται, ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 32/14-4-2010 αίτηση για αναίρεση της 465/4-12-2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ