Legislator Case Law & Legislation
917/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence, ruling it was properly considered under procedural rules.

Case Number 917/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Regional Court of Patras judgment regarding a bus company dispute. The appellants argued the Regional Court failed to consider specific testimonies and documents, but the Court found these submissions were made for clarification purposes rather than as formal evidence. Consequently, the Court ruled that the Regional Court had properly evaluated all relevant documents and statements without needing specific mention in the final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 245(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The court's failure to explicitly mention evidence does not constitute a ground for appeal if the evidence was duly considered and evaluated in forming the judicial conviction.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence evaluation judicial conviction procedural clarification omission of evidence appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 245(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 917 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 917/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)... και 2)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: "Α.Ε. εκμεταλλεύσεως λεωφορείων ΚΤΕΛ αστικής περιοχής Πατρών", η οποία εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάκη Ανδρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 534/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 245 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση διαδικασία (άρθρ.524 παρ.1ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση.

Οι διασαφήσεις που παρέχονται από τους διαδίκους που εμφανίζονται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339ΚΠολΔ, αλλά υπόκεινται απλώς σε δικαστική αξιολόγηση σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα και μόνο όταν το δικαστήριο διαμορφώσει την πεποίθησή του αποκλειστικά από τις διασαφήσεις αυτές ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανώμοτες καταθέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι καταθέσεις αυτές δόθηκαν, όχι στα πλαίσια της εξέτασης των διαδίκων σύμφωνα με το άρθρο 415 ΚΠολΔ, αλλά της παροχής διασαφήσεων από αυτούς, κατά το άρθρο 245 παρ.1 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ώστε η μη λήψη αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 670 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Από τον κανόνα αυτόν δεν καθιδρύεται εξαίρεση ούτε από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία " το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου...'Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες", αφού με αυτήν ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ούτε, επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα (η οποία κατά το άρθρο 591 αυτού εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες εφ' όσον δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις αυτών) σύμφωνα με την οποία "νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της παρ. 1", αφού με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται η προθεσμία για την αμοιβαία αντίκρουση των ισχυρισμών των διαδίκων και όχι για την προσκομιδή αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες, εξάλλου, ρητά με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ.

δ' ορίζεται ότι, αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών (μεταξύ των οποίων και η ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ) δεν ορίζεται διαφορετικά "οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση" .

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή υπαγωγή από το αρθρ.559 αριθ.11γ ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθ.14 του ιδίου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), προβάλλεται ως σφάλμα η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της 487/21-4-2008 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών, την οποία οι αναιρεσείουσες μ'επίκληση προσκόμισαν μέσα στην τριήμερη προθεσμία, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, "προσθήκης - αντίκρουσης".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν επρόκειτο για αποδεικτικό μέσο, που προσκομίσθηκε για την αντίκρυση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά από την αναιρεσίβλητη, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, για οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την εργασία τους και σιωπηρή, επομένως, εκ μέρους τους καταγγελία της σύμβασής τους, προς αντίκρουση των οποίων ελήφθη και προσκομίσθηκε η ως άνω ένπρκη βεβαίωση, είχαν προβληθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και ενσωματώθηκαν στις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ.3 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν, εκτός των άλλων, έχουν δοθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται.

Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν όχι στα πλαίσια της δίκης κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης, μπορούν να ληφθούν από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.3,339 και 395 ΚΠολΔ, οπότε δεν είναι απαραίτητο, να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 700/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του την 3419/1999 ένορκη βεβαίωση, η οποία είχε ληφθεί με αφορμή προηγούμενη δίκη και είχε προσαχθεί νόμιμα από τους αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ 561 παρ.2) προκύπτει ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση δόθηκε όχι στα πλαίσια της συγκεκριμένης αυτής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης, και επομένως μπορούσε να ληφθεί από το Δικαστήριο της ουσίας προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από δε την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη αλλά και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ως δικαστικό τεκμήριο, η οποία, ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρ.559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με το ότι οι αναιρεσείοντες δεν απολύθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά έπαυσαν με δική τους πρωτοβουλία να απασχολούνται σ' αυτήν και α) την από 20-2-2000 εξώδικη δήλωσή τους προς την αναιρεσίβλητη, β) τις έγγραφες αποδείξεις εκκαθάρισης της μισθοδοσίας των αναιρεσειόντων και γ) τις 421/2000 και 1606/2001 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.

Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2008 αίτηση των ... και ..., για αναίρεση της 534|2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ