Legislator Case Law & Legislation
917/2006 AI generated

Supreme Court quashes appeal court decision for failure to examine contract content regarding working hours and full-time status.

Case Number 917/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the appeal court's dismissal of the plaintiffs' claim due to procedural flaws in the lower court's reasoning. The plaintiffs argued their contracts were invalid because they did not cover full-time employment, while the employer contended the contracts were valid part-time agreements. The court found the appeal court failed to examine the specific contract content, working hours, and wage calculations required by law, rendering its decision legally baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 1 of Law 2639/1998; Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: A court decision is void if it fails to provide sufficient reasoning to allow for a review of the correct application of substantive law regarding the nature of employment contracts and working hours.

Keywords

AI generated
labor contract validity full-time employment presumption working hours analysis wage calculation standards procedural defect review appeal court reasoning substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 1 of Law 2639/1998
Art. 38 para. 1 subpara. b of Law 1892/1990
Art. 182 of the Civil Code
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 917 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tων αναιρεσειουσών: 1) Φ. Ι. Π. και 2) Ζ. Ν. Έ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγη Παπαστεργίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Σ. και Σία Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ν. Σ., ετερορρύθμου εταίρου της προαναφερόμενης εταιρίας, ευθυνομένου όμως ως ομορρύθμου εταίρου, καθώς και ως νομίμου εκπροσώπου της, κατοίκου Πάτρας. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 470/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-12-2002 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-12-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2639/1998, που αντικατέστησε το άρθρο 38 του Ν.1892/1990, ορίζει ότι: κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από τον κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία, εφ' όσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση (παρ. 1). Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις των προηγουμένων παραγράφων πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα : α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης...(παρ. 3).

Η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολουμένων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα (παρ. 5). Οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών δεν μπορεί να είναι κατώτερες από αυτές που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για τους απασχολουμένους κατά το κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχολήσεως (παρ. 7).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, συστατικός. Η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως, οπότε η συμφωνία ισχύει ως τέτοια για πλήρη απασχόληση. Επομένως ο εργαζόμενος έχει κατ' αρχήν δικαίωμα να αξιώσει την απασχόλησή του κατά πλήρες ωράριο.

Ο εργοδότης όμως μπορεί να ανταποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας αφορά μερική και όχι πλήρη απασχόληση, γιατί το τεκμήριο που θεσπίζει το άρθρο 1 παρ. 2 είναι μαχητό. Στο ελάχιστο περιεχόμενο της σχετικής γραπτής ατομικής συμβάσεως, που αφορά μερική απασχόληση ανήκει η ρύθμιση του χρόνου εργασίας, του τρόπου κατανομής της εργασίας και των περιόδων εργασίας, καθώς και η ρύθμιση της αμοιβής.

Ενώ η παροχή της εργασίας από τον μερικώς απασχολούμενο πρέπει να είναι συνεχόμενη και να γίνεται μία φορά την ημέρα. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος , αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : Δυνάμει ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνομολογήθηκαν προφορικώς στη Λάρισα στις 18-6-1998, μεταξύ του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης τούτων ετερόρρυθμης εταιρίας, η τελευταία προσέλαβε τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες για να εργασθούν με καθεστώς μερικής απασχόλησης ως πωλήτριες στο κατάστημα που αυτή διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στη Λάρισα με τον διακριτικό τίτλο "Palatino", αντί της ανάλογης προς τον χρόνο απασχολήσεως τους αμοιβής, υπολογιζομένης βάσει των υπό των εκάστοτε ΣΣΕ προβλεπομένων νομίμων αποδοχών.

Οι παραπάνω συμβάσεις δεν καταρτίστηκαν εγγράφως. Όμως, παρά τη μη έγγραφη κατάρτιση αυτών, το περιεχόμενό τους γνωστοποιήθηκε εγκαίρως εκ μέρους της (1ης) αναιρεσίβλητης εταιρίας και προς την Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά και προς τον ΟΑΕΔ, προκειμένου να επιδοτηθεί η ως άνω εταιρία γι' αυτό. Οι ένδικες ως άνω συμβάσεις διήρκεσαν μέχρι την 25-5-1999, οπότε η εργοδότριά τους κατήγγειλε αυτές εγγράφως.

Καθ' όλη τη διάρκεια των άνω συμβάσεων οι μηνιαίες αποδοχές (ως και τα επιδόματα εορτών, αδείας και η αποζημίωση απολύσεως) των αναιρεσειουσών δεν υπολογίστηκαν βάσει των πλήρων νομίμων αποδοχών, αλλά βάσει των αναλογούντων στις ώρες εργασίας της μερικής απασχολήσεως προβλεπομένων κατά τα άνω αποδοχών τους.

Επίσης καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεών τους οι αναιρεσείουσες δεν απαίτησαν την υπό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων πλήρη απασχόλησή τους στο ανωτέρω κατάστημά της, αλλά εργάζονταν με μειωμένο ωράριο και λάμβαναν αδιαμαρτύρητα μειωμένες αποδοχές, δώρα κ.λ.π. . Οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν ότι οι ένδικες συμβάσεις τους δεν ήταν τέτοιες πλήρους απασχολήσεως, οι δε αναιρεσίβλητοι ανταπέδειξαν ότι αυτές ήταν μερικής απασχολήσεως.

Βάσει αυτών, ως και των περαιτέρω παραδοχών ότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλέστηκαν ότι οι, άκυρες λόγω μη τηρήσεως νομίμου τύπου, ατομικές συμβάσεις τους μετετράπησαν σε συμβάσεις πλήρους απασχολήσεως είτε κατά τεκμήριο (άρθρ. 38 παρ. 1 εδ. β'Ν. 1892/1990), είτε σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή τους είναι αβάσιμη στην ουσία και, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που έκρινε αντίθετα, την απέρριψε.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, στέρησε δε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα δεν διέλαβε αιτιολογίες για το περιεχόμενο των ενδίκων ατομικών συμβάσεων, ιδίως καθόσον αφορούν το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος, και τον χρόνο της μειωμένης απασχόλησης κάθε αναιρεσείουσας σ' αυτό (ωράριο εργασίας, αν ήταν συνεχόμενο, διάρκειά του καθ' ημέρα και κατά εβδομάδα) ούτε αναφέρει τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, τον αριθμό των απασχολουμένων συνολικά (ταυτόχρονα ή διαδοχικά) στο εν λόγω κατάστημα κατά τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν η συγκεκριμένη απασχόληση των αναιρεσειουσών και των τυχόν άλλων υπαλλήλων κάλυπτε τις ανάγκες του καταστήματος και κυρίως αν με βάση το καθημερινό μειωμένο ωράριο απασχόλησης καταβάλλονταν στις αναιρεσείουσες οι αναλογούσες στο ωράριο αυτό νόμιμες αποδοχές.

Επομένως ο, μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 470/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ