Supreme Court allows appeal against appellate court for considering unproposed legal basis in civil liability case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, finding the appellate court erred by considering a legal basis not raised by the parties. The appellate court had accepted a claim for public liability under Article 479 of the Civil Code, despite the plaintiff only alleging liability under a specific administrative act. The court ruled that considering this unproposed legal ground violated procedural rules and ordered the case to be retried by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must not consider legal bases or arguments not raised by the parties, as doing so constitutes a fatal error requiring the case to be remitted to the Supreme Court for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 916 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 916/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Αλεξανδράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6370/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1769/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1769/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε την από 4-12-2014 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 6370/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 6-10-2011 αγωγή της, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 56.376,82 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ως πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 332/2019).
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως όταν, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσεως αγωγής ή λόγου εφέσεως ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν (ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017, 781/2017, ΑΠ 226/2016).
Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 261/2012).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, ή επανάκριση κεφαλαίου της πρωτοδίκου αποφάσεως έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της λήψεως ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1514/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον - εφεσίβλητο προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει αγωγική βάση, έκρινε ότι η επίκληση της με αριθμό 8434/15-4-1998 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού θεμελίωνε βάση αγωγής στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ και β) χωρίς να υπάρχει λόγος εφέσεως, έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) έπληττε την εκκαλουμένη, για την σιωπηρή απόρριψη αγωγικής βάσεως (του άρθρου 479 ΚΠολΔ), παρότι αυτή έπληττε την απόφαση μόνον για την απόρριψή της, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, με συνέπεια να εξαφανίσει την εκκαλουμένη στο σύνολο της, να δεχθεί την αγωγή και να υποχρεώσει το αναιρεσείον στην καταβολή του αναφερομένου χρηματικού ποσού.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 6-10- 2011 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει του από 3-7-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του ... Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ...", το οποίο συνεστήθη με την υπ' αριθμ. 5896/29-2-1996 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού για την οργάνωση και διεξαγωγή του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ..., ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και παραδώσει, εντός προθεσμίας δώδεκα (12) ημερών από την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το δίκτυο πληροφορικής για την κάλυψη των αναγκών του ως άνω παγκοσμίου πρωταθλήματος, αντί αμοιβής 75.000.000 δρχ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., καταβλητέας εντός τριών (3) ημερών από την παράδοση του έργου, ορίστηκε δε ποινική ρήτρα για κάθε ημέρα καθυστερήσεως στην καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος το ποσό των 100.000 δρχ.
Ότι καίτοι παρέδωσε το έργο στις 16-7-1997, το ως άνω νομικό πρόσωπο της κατέβαλε την αμοιβή της στις 20-8-1997, δηλαδή με καθυστέρηση τριάντα (30) ημερών. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι με νεώτερη συμφωνία, καταρτισθείσα στις 17-7-1997 με το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., ανέλαβε την υποχρέωση εκτελέσεως των αναφερομένων στην αγωγή προσθέτων εργασιών, αντί αμοιβής 30.792.000 δρχ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., καταβλητέας με την παράδοση του έργου.
Ότι το έργο αυτό παραδόθηκε στις 25-7-1997 και ότι το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. της κατέβαλε έναντι της οφειλομένης για το πρόσθετο αυτό έργο αμοιβής το ποσό των 17.512.000 δρχ, ενώ αρνείται να της καταβάλει το υπόλοιπο της οφειλής του, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 15.670.400 δρχ ή 45.987,97 ευρώ. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι με την υπ' αριθμ. 25742/8-10-1997 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
διαλύθηκε και ότι με την υπ' αριθμ. 8434/15-4-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού ορίστηκε ότι όλα τα πάγια στοιχεία, καθώς και τα πνευματικά δικαιώματα που χρησιμοποιήθηκαν και προέκυψαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ... Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ... και αποτελούν περιουσία του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς επίσης ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται για τις προς τρίτους υποχρεώσεις του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., ως πλήρως ταυτιζόμενο με αυτό, αφού η "Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή (Κ.Ο.Ε.)" ουσιαστικά λειτουργεί ως υπηρεσία ή νόμιμος εκπρόσωπος του.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για την άνω αιτία το συνολικό ποσό των 56.376,82 ευρώ και ειδικότερα α) ποσό 10.338,85 ευρώ, ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα για την καθυστέρηση καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος και β) ποσό 45.987,97 ευρώ, ως υπόλοιπο συμφωνηθείσης αμοιβής για τις εκτελεσθείσες και παραδοθείσες πρόσθετες εργασίες, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 6370/2014 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Με την από 4-12-2014 έφεσή της κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρισθείσα ότι: "...η εκκαλουμένη έσφαλε, όταν έκρινε ως απαράδεκτη την αγωγή μας, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης...", ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής της.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει της με αριθμό 5896/29-2-1996....απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού συστάθηκε το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του ...
Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ..." που έδρευε στην … και το οποίο ανέλαβε την οργάνωση και διεξαγωγή του ... Παγκοσμίου Πρωταθλήματος .... Το πιο πάνω ΝΠΙΔ αποτελούνταν από δύο επιτροπές α) Την Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή και β) Την Τεχνική Εκτελεστική Επιτροπή Πρωταθλήματος. Την 3-9-1997 με το από την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό η εκκαλούσα-ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία είχε κατά τον ως άνω χρόνο τη νομική μορφή της Ε.Π.Ε.
και την επωνυμία "... Ε.Π.Ε. " συμφώνησε με το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. να αναλάβει την εκτέλεση του έργου κατασκευής δικτύου πληροφορικής (παθητικός και ενεργός εξοπλισμός) για την κάλυψη των αναγκών διεξαγωγής του ... Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Στίβου που διεξήχθη στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας από 19-6-1997 έως 10-8-1997 ...
Το συνολικό συνομολογούμενο αντάλλαγμα για την εκτέλεση του πιο πάνω έργου που ανέλαβε να καταβάλει το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. με το από 3-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέρχεται στα 75.000.000 δραχμές πλέον ΦΠΑ...Επίσης με το συμφωνητικό αυτό ορίστηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης από μέρους του πιο πάνω Ν.Π.Ι.Δ. της εξόφλησης του εργολαβικού ανταλλάγματος των 75.000.000 δραχμών να καταβληθεί στην εκκαλούσα σαν ποινική ρήτρα το ποσό των 100.000 δραχμών ή 293,47 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης.
Η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) άρχισε την εκτέλεση του έργου την 4-7-1997, το οποίο ολοκλήρωσε και παρέδωσε την 6-7-1997. Κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. ζήτησε η εκκαλούσα να παράσχει επιπρόσθετες υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης πέραν από τις προβλεπόμενες στην από 3-7-1997 σύμβαση που καταρτίστηκε...Την 16-7-1997 η εκκαλούσα υπέβαλε έγγραφη προσφορά προς την Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του ...
Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Κλασσικού Αθλητισμού σχετικά με το κόστος των πιο πάνω υπηρεσιών. Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού αναφέρονται οι δαπάνες υλικών και υπηρεσιών, γίνονται δεκτά τα εξής: "Την πιο πάνω προσφορά αποδέχθηκε την 17-7-1997 ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος του Ν.Π.Ι.Δ. και έδωσε στην εκκαλούσα την εντολή να προχωρήσει στην εκτέλεση και αυτών των επιπρόσθετων υπηρεσιών και υποσχέθηκε ότι τη συμφωνηθείσα αμοιβή θα την κατέβαλε μόλις του παραδοθεί το επιπρόσθετο έργο.
Η εκκαλούσα εκτέλεσε και το επιπρόσθετο έργο και το παρέδωσε την 25-7-1997 χωρίς όμως το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. να καταβάλει και τη συμφωνηθείσα αμοιβή της κατά την παράδοση του έργου. Την 7-8-1997 ...η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) κοινοποίησε στο ως άνω ΝΠΙΔ εξώδικη πρόσκληση με την οποία του γνωστοποιούσε την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών και το καλούσε να καταβάλει το εργολαβικό αντάλλαγμα των 75.000.Θ00 δραχμών του αρχικού έργου που εκτέλεσε, το οποίο το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
εξόφλησε την 20-8-1997 δηλαδή με καθυστέρηση 30 ημερών με συνέπεια λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας αυτό να οφείλει και το ποσό των 10.388,85 ευρώ. Επίσης από τις επιπρόσθετες εργασίες τεχνικής που η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) ανέλαβε να εκτελέσει με βάση την από 16-7-1997 έγγραφη προσφορά το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
εξόφλησε το τιμολόγιο που αντιστοιχούσε στο κόστος υλικών δικτύων (παθητικός εξοπλισμός) εκ δραχμών 7.712.000 συν Φ.Π.Α. καθώς και το τιμολόγιο που αντιστοιχούσε στην παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης εκ δραχμών 9.800.000 συν Φ.Π.Α., ενώ δεν έχει εξοφλήσει μέχρι σήμερα το κόστος των υλικών ενεργού εξοπλισμού εκ 45.987,97 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ....Στη συνέχεια με την με αριθμό 25742/8-10-1997 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού το πιο πάνω νομικό πρόσωπο διαλύθηκε και με την υπ' αριθμ. 8434/15-4-1998 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού ορίστηκε ότι όλα τα πάγια στοιχεία, καθώς και τα πνευματικά δικαιώματα που χρησιμοποιήθηκαν και προέκυψαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ...
Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ... και αποτελούν περιουσία του Ν.Π.Ι.Δ. περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Το εκκαλούν (από πρόδηλη παραδρομή αντί εκκαλούσα) με την κρινόμενη έφεσή του διατείνεται ότι το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
και για τον αμέσως προαναφερόμενο λόγο, ταυτίζεται πλήρως με το Ελληνικό Αποκεντρωμένο Δημόσιο και ότι το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. λειτουργεί ως υπηρεσία ή νόμιμος εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου για τη συγκεκριμένη αιτία, αφού από τη συστατική του πράξη δεν συνάγεται βούληση του νομοθέτη ν' απονεμηθεί σ' αυτό η ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και εξουσία προς αυτοδιοίκηση και εκπροσώπηση με δικά του όργανα και κατά συνέπεια οποιαδήποτε υποχρέωση έχει προς τρίτους το πιο πάνω νομικό πρόσωπο αφορά το Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να υποχρεούται να ικανοποιήσει τις πιο πάνω απαιτήσεις του.
Ο ως άνω ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στο μοναδικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος κατά το μέρος που με αυτόν επαναφέρεται ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της αγωγής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. .../2- 4-2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικού της Γενικής Γραμματείας του Υπουργείου Αθλητισμού και Πολιτισμού, η ανωτέρω "Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του ...
Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ...", η οποία συνεστήθη με την με αριθμό 5896/29-2-1996 υπουργική απόφαση αποτελεί ΝΠΙΔ μη υπαγόμενο στο δημόσιο τομέα και για τις ανάγκες του σκοπού του έχει επιχορηγηθεί από την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού με το συνολικό ποσό των 36.371.286,87 ευρώ. Το γεγονός ότι το ως άνω ΝΠΙΔ δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα, ορίζει ρητώς το άρθρο 4 του Ν. 2435/1996.
Αποδεικνύεται δε επίσης ότι το ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ. είχε την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και είχε εξουσία προς αυτοδιοίκηση και εκπροσώπηση με δικά του όργανα, αφενός λόγω της νομικής του μορφής, αφετέρου και διότι το από 3-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφη μεταξύ του ως άνω ΝΠΙΔ όπως αυτό εκπροσωπούσε ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ε.
Σ. και της εκκαλούσας και από αυτό κατεβλήθησαν τα προαναφερόμενα ποσά στην εκκαλούσα, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχε ίδια οικονομική υπηρεσία και όχι με ετέρα υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, όπως θα συνέβαινε αν η ως άνω επιτροπή αποτελούσε μία αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία χωρίς ίδια νομική προσωπικότητα και συνεπώς την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Επίσης αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι με την με αριθμό 8334/15-4-1998 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού ορίσθηκε ότι όλα τα πάγια στοιχεία καθώς και τα πνευματικά δικαιώματα που χρησιμοποιήθηκαν και προέκυψαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ως άνω διοργάνωσης και αποτελούν περιουσία του Ν.Π.Ι.Δ.
περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Δηλαδή το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. είχε ίδια περιουσία και συνεπώς ήταν υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...
Συνεπώς κατά το μέρος που η εκκαλουμένη έκρινε την ένδικη αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης στηριζόμενη στις ως άνω ουσιαστικά αβάσιμες αιτιάσεις της ενάγουσας, ορθώς ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις (σ.σ. η προσβαλλομένη απόφαση δεν εξέτασε την υπόθεση κατ'ουσίαν) και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης), που εδράζονται στους ως άνω ισχυρισμούς της και περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσής της κρίνονται ως απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες όπως και ο πρώτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος αυτό. "Πλην όμως από τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα σωρευτικώς επικαλείται και μια δεύτερη βάση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για τα επίδικα χρέη του ως άνω ΝΠΙΔ και αυτή είναι η ευθύνη αυτού εκ του άρθρου 479 ΑΚ, την οποία η εκκαλουμένη απέρριψε σιωπηρά... "Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού παρατίθενται νομικές σκέψεις περί της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, γίνονται δεκτά τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα επικαλέστηκε και ως βάση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου το γεγονός ότι με την με αριθμό 8434/15-4-1998 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού ορίστηκε ότι όλα τα πάγια στοιχεία, καθώς και τα πνευματικά δικαιώματα που χρησιμοποιήθηκαν και προέκυψαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ...
Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ... και αποτελούν περιουσία του Ν.Π.Ι.Δ. περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, ισχυρισμός που κατά τη δέουσα εκτίμηση του Δικαστηρίου συνεπάγεται επίκληση πραγματικών περιστατικών ευθύνης του Δημοσίου με βάση την ΑΚ 479, πραγματικά περιστατικά τα οποία αυτεπαγγέλτως υπαγάγει το Δικαστήριο στο σχετικό ως άνω κανόνα δικαίου...Το ως άνω γεγονός, της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου κατ' άρθρο 479 ΑΚ, που συνεπάγεται κατά νόμο έννομες συνέπειες αποδείχθηκε ως κατ'ουσία βάσιμο κατά τα ανωτέρω.
Ειδικότερα με τη με αριθμό 25742/5-10-1997 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού το πιο πάνω νομικό πρόσωπο διαλύθηκε και λειτούργησε μόνο για τους σκοπούς της εκκαθάρισης, οι δε εργασίες της εκκαθάρισής του περατώθηκαν, όπως ορίστηκε με τη με αριθμό 24821/26-9-1997 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού στις 31-1-1998, χωρίς να έχει υποβληθεί ουδέποτε στη Διεύθυνση Οικονομικού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού πόρισμα με τα αποτελέσματα της εκκαθάρισης καθώς και η αξία των παγίων και λοιπών οικονομικών στοιχείων του ως άνω περατωθέντος Ν.Π.Ι.Δ. (βλ.το .../20-09-2005] έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού) με αποτέλεσμα η τελευταία να διατείνεται ότι δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης και για την περιουσιακή σχέση του ανωτέρω ΝΠΙΔ με το δημόσιο [βλ.
το με αριθμό πρωτ. .../02-11-2005 ] έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού . Είναι αληθές ότι στην αγωγή δεν προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών που περιήλθαν κατά τα ανωτέρω στο δημόσιο, προσδιορισμός ο οποίος γενικά απαιτείται ώστε δύναται να γίνει κρίση αν αυτά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της μεταβιβασθείσας περιουσίας ώστε να δύναται να γίνει λόγος για μεταβίβαση περιουσίας κατ' άρθρο 479 ΑΚ, πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου αυτής, αφού έχουμε περίπτωση μεταβιβάσεως περιουσίας με διάταξη νόμου κατά τα ανωτέρω, του συνόλου της περιουσίας του ως άνω διαλυθέντος, εκκαθαρισθέντος και περατωθέντος ΝΠΙΔ, η περιουσία του οποίου περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς το αποκτούν την περιουσία αυτή Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται, πλην όμως περιορισμένως μέχρι της αξίας της μεταβιβασθείσας σ' αυτό περιουσίας, όπως προβλέπει το άρθρο 479 του ΑΚ και ο σχετικός νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο της μεταβίβασης 2039/1939, στον οποίο προβλέπεται ότι το Δημόσιο αποκτά νομίμως οιαδήποτε περιουσία (κινητή, ακίνητη) τρίτου προσώπου, εκ του νόμου δε ευθύνεται περιορισμένως, επ' ωφελεία απογραφής, δηλαδή μέχρι την αξία της μεταβιβασθείσας σε αυτό περιουσίας, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Όπως δε προαναφέρθηκε δεν προκύπτει η αξία του συνόλου των παγίων και λοιπών οικονομικών στοιχείων τα οποία μεταβιβάσθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Πλην όμως σε κάθε περίπτωση προκύπτει η αξία των μεταβιβασθέντων στο Ελληνικό Δημόσιο παγίων τα οποία ήταν αντικείμενο των δύο ως άνω συμβάσεων τις οποίες συνήψε η εκκαλούσα με το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
αξίας η μεν πρώτη 75.000.000 δραχμών ή 220.102 ευρώ πλέον ΦΠΑ και η δεύτερη 30.792.000 δραχμών ή 90.365 ευρώ πλέον ΦΠΑ , δηλαδή σε κάθε περίπτωση μεταξύ άλλων μεταβιβάσθηκαν πάγια περιουσιακά στοιχεία σε αυτό αξίας 310.467 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Η ως άνω αξία της μεταβιβασθείσας στο Ελληνικό Δημόσιο περιουσίας υπερκαλύπτει τις αξιώσεις της εκκαλούσας από τις δύο επίδικες συμβάσεις και υφίσταται κατά νόμο υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου κατ' άρθρο 479 ΑΚ, το οποίο δεν εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει τις ένδικες απαιτήσεις της εκκαλούσας.
Ειδικότερα ως προαναφέρθηκε αυτές είναι α] η αξίωσή της από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, με δεδομένο ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα εκ δραχμών 75.000.000 που αντιστοιχούσε στην αρχική σύμβαση, κατεβλήθη με καθυστέρηση τριάντα (30) ημερών την 20-8-1997 και συνεπώς και όχι με την πάροδο τριών ημερών από την περάτωση και παράδοση του έργου που έλαβε χώρα την 16- 07-1997.
Συνεπώς οφείλει λόγω της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας το ποσό των 100.000 δραχμών ή 293,47 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης και συνολικά μαζί με ΦΠΑ το ποσό των 10.388,85 ευρώ , ποσό για το οποίο η εκκαλούσα έχει εκδώσει το με αριθμό ...29-8-1997 τιμολόγιό της. Επίσης με βάση τις ως άνω επιπρόσθετες εργασίες η εκκαλούσα δεν έχει εξοφληθεί για το κόστος των υλικών ενεργού εξοπλισμού εκ δραχμών 13.280.000 ή 38.972,85 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 2.390.00 ή 7.013,9^ ευρώ και συνολικά 45.987,97 ευρώ, για το οποίο η εκκαλούσα έχει εκδώσει το με αριθμό ...29-8-1997 τιμολόγιο της.
Συνεπώς για τις ως άνω αιτίες η εκκαλούσα έχει νόμιμη αξίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 56.376,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής και με τόκο 6% ετησίως. Πρέπει να σημειωθεί ότι προ της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και προ της παραγραφής της ενδίκου αξιώσεώς της, άσκησε την από 18- 5-1998 αγωγή της κατά του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., η οποία όμως δυνάμει της με αριθμό 2543/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -τακτική διαδικασία, απορρίφθηκε ομοίως ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., αφού εν τω μεταξύ είχαν περατωθεί οι εργασίες της εκκαθάρισής του όπως ορίστηκε δυνάμει της προαναφερόμενης με αριθμό 24821/26-9-1997 απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, οπότε και έπαυσε η ικανότητα δικαστικής παραστάσεως του.
Συνεπώς αν γινόταν δεκτή, η κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, θα οδηγούμαστε στο δικονομικώς και ουσιαστικώς άτοπο να μην δύναται η εκκαλούσα ενάγουσα να αναζητήσει τις απαιτήσεις της νομίμως από κανέναν εκ του νόμου υπόχρεο και μάλιστα για δαπάνες, η διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο ότι έγιναν από την εκκαλούσα και μάλιστα με δεδομένο ότι ως κρίθηκε ανωτέρω το τελευταίο είναι διάδοχος του πιο πάνω Ν.Π.Ι.Δ. ως προς την περιουσία και τα πνευματικά του δικαιώματα.
Συνεπώς με το να απορρίψει σιωπή η εκκαλουμένη την ως άνω βάση της ένδικης αγωγής, εσφαλμένως ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις (σ.σ. αποδεικτικό πόρισμα δεν περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση) και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το μέρος που κατά τη δέουσα εκτίμησή του από το Δικαστήριο εδράζεται στην ΑΚ 479, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ'ουσία και να εξαφανιστεί στο σύνολο της η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων και αυτή της ΑΚ 479 και 340,345,346 ΑΚ να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσία και να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα εκκαλούσα το συνολικό ποσό των 56.376,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής και με τόκο 6% ετησίως...".
Με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο-αναιρεσείον ως διάδοχο του ως άνω ΝΠΙΔ, να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 56.376,82 ευρώ με τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής και με τόκο 6% ετησίως.
Με την κρίση του, όμως, αυτή, το Εφετείο, υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ' αυτό, με τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο, πλημμέλειες, όπως βασίμως αιτιάται το αναιρεσείον. Και τούτο, διότι, έλαβε υπόψη του, αφενός, ανύπαρκτη βάση αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι η επίκληση της άνω με αριθμό 8434/15-4-1998 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού θεμελίωνε βάση αγωγής στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, αφετέρου δε, ανύπαρκτο λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, συνιστάμενο στο ότι, δήθεν, αυτή έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, για τη σιωπηρή απόρριψη της αγωγικής βάσεως της στηριζομένης στο άρθρο 479 ΑΚ.
Επομένως, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες ότι, ενώ στην αγωγή υπήρχε βάση μόνο για ευθύνη του Δημοσίου έναντι της συμβληθείσης με το Ν.Π.Ι.Δ. ενάγουσας, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ότι υπάρχει και βάση για ευθύνη εκ του άρθρου 479 ΑΚ καθώς επίσης ότι, ενώ στην έφεση υπήρχε παράπονο μόνο για την απόρριψη της αγωγής λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ότι υπάρχει και λόγος εφέσεως για την σιωπηρή απόρριψη της εκ του άρθρου 479 ΑΚ αγωγικής βάσεως, δηλαδή πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση για να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση.
Κατόπιν τούτων παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1769/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 4-12-2014 έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της 6370/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα (ενάγουσα) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ