Supreme Court dismisses appeal on fraud claim, ruling evidence insufficient to prove deceitful conduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting her claim for contract cancellation due to fraud. The appellant argued that the sellers concealed facts to induce her into a sale, but the court found the evidence insufficient to prove deceitful intent. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 147, 914 of the Civil Code; Fraud requires proof of deceitful intent and resulting damage, which must be established by clear evidence, not merely by price discrepancies or expert opinions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 916 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 916/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζύγου Ρ. Φ., το γένος Παναγιώτου Κυριακοπούλου, κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Τσοβόλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Γ. Μ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., 2) Κ. συζύγου Χ. Π., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., 3) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μαραγκό και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2087/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η .../2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26-10-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2087/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους τρεις πρώτους εναγόμενους η κύρια βάση της από 10-2-2009 αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε την ακύρωση σύμβασης πώλησης λόγω της απατηλής συμπεριφοράς των εναγόμενων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και η αγωγή στο σύνολο της ως απαράδεκτη ως προς τον τέταρτο εναγόμενο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τβ νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011).
Περαιτέρω οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 του άρθρου 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, που καθιερώνουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων στην πρώτη από αυτές προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, ορίζουν αντιστοίχως, τα εξής: "1. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, πολυμελές πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. 2.
Η αγωγή, που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδάφ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας, και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα. 3. Στη αγωγή επισυνάπτονται:
α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα, β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη. 4. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις".
Οι περιορισμοί που ορίζονται στις παρ. 2 και 3 της ανωτέρω διάταξης, καθώς και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους, δεν καταλύουν το δικαίωμα του ενάγοντος σε παροχή έννομης προστασίας ,αλλά αποβλέπουν απλώς στο να τον καταστήσουν προσεκτικό και να περιφρουρήσουν έτσι το γενικότερο συμφέρον που επιβάλλει την ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών (βλ.
ΑΠ 18/1999). Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου. Αντίθετα, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251 /1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", από πράξεις η παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες (ΑΠ 1444/2017, ΑΠ 1892/2014, ΑΠ 1057/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 10-2-2009 αγωγής , η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση υποχρέωσης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησής της, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (απάτη), από τον τέταρτο εναγόμενο -δικηγόρο, στον οποίο είχε αναθέσει εντολή ολοκλήρωσης εκκρεμούς δίκης σχετικής με διεκδίκηση του περιγραφόμενου ακινήτου ,στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτρια με τους τρεις πρώτους εναγόμενους, εκθέτει ότι ο τέταρτος εναγόμενος "σε αγαστή συνεργασία και σε συμπαιγνία με τους τρεις πρώτους εναγομένους με απατηλή και δόλια συμπεριφορά, κατά παράβαση του "Κώδικα περί Δικηγόρων", κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων που επιβάλλουν στον Δικηγόρο, όπως κατά την άσκηση των καθηκόντων του λειτουργήματος του οφείλει να εκτελεί την ανατεθειμένην σ' αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς" και συνεχίζει "Επειδή ο ανωτέρω δ' εναγόμενος, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου Δικηγόρου ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 45, 46, 64 του Κώδικα περί Δικηγόρων και επίσης κατά παράβαση των άρθρων 1,5,9,36,37,38,39 του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού λειτουργήματος, τα οποία, πέραν των άλλων επιβάλλουν στον Δικηγόρο να εκτελεί τα καθήκοντά του με γνώμονα τη δικηγορική αξιοπρέπεια και ευόρκως, ειδικότερα να ενημερώνει τον εντολέα-πελάτη του επί της πορείας της υποθέσεως, στάδιο της οποίας (πορείας) αποτελεί και η διενέργεια κάθε επιμέρους διαδικαστικής πράξεως και βεβαίως η έκδοση αποφάσεως και η τελεσιδικία αυτής.
Ο ανωτέρω τέταρτος εναγόμενος μου απέκρυψε δολίως ,ενώ είχε νόμιμον υποχρέωση να με ενημερώνει και λόγω της ιδιότητος του ως πληρεξουσίου μου δικηγόρου για την συγκεκριμένη υπόθεση ότι υπάρχει πρόοδος της δίκης που με αφορούσε άμεσα, ως συνιδιοκτήτριας κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στο ανωτέρω ακίνητο και μάλιστα αποσιώπησε παντελώς από εμένα ότι έχει εκδοθεί η υπ αριθμ. 5707/2005 οριστική απόφαση ,η οποία μας δικαίωνε σε σχέση με την αντιδικία των κληρονόμων Γ.
και Α. Ν. και είχεν καταστεί αμετάκλητος, διότι οι αντίδικοι στους οποίους επεδόθη νομίμως, δεν άσκησαν κανένα ένδικο μέσο..." (βλ. σελ. 14-15 της αγωγής). Από τα ανωτέρω συνάγεται με σαφήνεια ότι η αγωγή είχε εναντίον του τέταρτου εναγόμενου τον χαρακτήρα της αγωγής κακοδικίας και μόνο, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, αποδίδεται στον τελευταίο αθέτηση από δόλο συμβατικής υποχρέωσης (εντολής) και αδικοπρακτική συμπεριφορά, την οποία επέδειξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικηγόρος.
Επομένως ,το Εφετείο με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα- αναιρεσείουσα παραπονείτο ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τέταρτου εναγόμενου είχε το χαρακτήρα της αγωγής κακοδικίας και την απέρριψε ως απαράδεκτη, επειδή δεν συνέτρεχαν οι αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος στο άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, καθόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου για ζημία του πελάτη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με συνέπεια να μην είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (άρθρο 713 ΑΚ) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθρο 914 ΑΚ).
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ εκτίμηση, η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο αποτελούσε αγωγή κακοδικίας ,ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και να κρίνει νόμιμη την αγωγή, διότι η αγωγή ασκήθηκε για τις πέραν τις εντολής αδικοπρακτικές ενέργειες, που έλαβαν χώρα μετά τη θετική διεκπεραίωση της εργολαβικής εντολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ,από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει με σαφήνεια ότι αποδίδεται σ αυτόν αθέτηση από δόλο συμβατικής υποχρέωσης (εντολής) και αδικοπρακτική συμπεριφορά, την οποία επέδειξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικηγόρος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 149 εδ α' ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία ,κατά δε τη διάταξη του άρθρου 149 εδ. α του ίδιου κώδικα, εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως λόγος αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 373/2008).
Και στις δύο περιπτώσεις απάτη υπάρχει όταν κάποιος από δόλο ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή σε επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων μου ανάγονται στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 41/2010).
Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (ΑΠ 247/2018, ΑΠ 1498/2017, ΑΠ 2218/2014, ΑΠ 541/2012, ΑΠ 715/2011).
Το καθήκον διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο ώστε να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα (ΑΠ 1435/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη .../2017 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο παππούς της ενάγουσας Π. Χ. είχε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα οικόπεδο, κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ... εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 1.140 τμ κατά τον τίτλο κτήσης, 993,89 τμ σύμφωνα με το από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α.
Γ., που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. ...10/21-2-2007 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ. Κ. και 1006,75 τμ σύμφωνα με την αποτύπωση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. στην από 24-5-2015 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του, που συνέταξε κατόπιν παραγγελίας της 22ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διεξαγομένη τακτική σε βάρος των εναγομένων ανάκριση.
Στις 26-2-1945 ο Π. Χ. απεβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από τη σύζυγο του και γιαγιά της ενάγουσας Α. χήρα Π. Χ. το γένος Ν. Κ. ή Φ. και κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, από την κόρη του και μητέρα της ενάγουσας Α. Χ.. Η τελευταία μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως το μερίδιο της, δηλαδή τα 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου, με το υπ' αριθ. ...59/7-9-1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ.
Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στον πατέρα των τριών πρώτων εναγομένων Δ. Γ., το δε υπόλοιπο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε στην κυριότητα της γιαγιάς της ενάγουσας. Ακολούθως, η μητέρα της ενάγουσας απεβίωσε συνεπεία αυτοκινητιστικού ατυχήματος στη ... στις 6-5-1970, και λίγο αργότερα, ήτοι στις 15-12-1973, απεβίωσε και η γιαγιά της.
Κατόπιν τούτων, το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου οικοπέδου, που ανήκε στη γιαγιά της, περιήλθε στην ενάγουσα, ως μοναδική κληρονόμο αυτής, η οποία, επειδή ήταν τότε μόλις δεκαεπτά ετών, δεν έμαθε τη χρονική εκείνη περίοδο ότι είχε αποκτήσει το ως άνω περιουσιακό στοιχείο. Εν τω μεταξύ, ο Δ.
Γ., πατέρας των τριών πρώτων εναγομένων, ως κύριος των 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου οικοπέδου, άσκησε την από 10-7-1968 και υπ' αριθ. εκθ. καταθ. ...54/1968 διεκδικητική αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ζητούσε να αναγνωριστεί αληθής κύριος επί ενός τμήματος 660 τμ, εκ του επίδικου οικοπέδου των 1140 τμ, το οποίο του είχε καταπατήσει ο Γ.
Ν.. Στη συνέχεια η Α., σύζυγος Γ. Ν., άσκησε κύρια παρέμβαση στη δίκη, που είχε ανοιχθεί με την ως άνω αγωγή κατά του αρχικού ενάγοντος Δ. Γ.. Επί της υποθέσεως, που εκδικάστηκε στις 3-11-1970 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η με αριθμό 219/1971 προδικαστική απόφαση, η οποία διέτασσε αποδείξεις και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον πολιτικό μηχανικό Φ.
Ζ.. Έκτοτε η υπόθεση παρέμεινε στάσιμη, αφού απεβίωσε τόσον ο ως άνω διορισθείς δικαστικός πραγματογνώμονας, όσον και ο Δ. Γ. (10-7-1987). Μετά το θάνατο του τελευταίου, το έτος 1988, οι κληρονόμοι του, δηλαδή η σύζυγος του, Ο. χήρα Δ. Γ. και τα τέκνα του (οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι), αποφάσισαν να συνεχίσουν τη δίκη, που είχε ξεκινήσει αυτός.
Οι τελευταίοι είχαν πληροφορηθεί από τον πατέρα τους, όσον αυτός ήταν στη ζωή, ότι το υπόλοιπο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου, ανήκε στη μητέρα της ενάγουσας Α. Χ. και η πρώτη εναγόμενη Ε. Μ., η οποία ήταν και η πιο δραστήρια εκ των εναγομένων, με δική της πρωτοβουλία άρχισε να την αναζητά. Μετά από πληροφορίες, που συνέλεξε από όμορους ιδιοκτήτες, έμαθε ότι η Α.
Χ. είχε αποβιώσει και ότι μοναδική της κληρονόμος ήταν η ενάγουσα. Κατόπιν τηλεφωνικών προσπαθειών μέσω του Χρυσού Οδηγού, κατόρθωσε ύστερα από μερικές ημέρες, να την εντοπίσει και την προσκάλεσε στην οικία της στην ..., επί της οδού ..., προκειμένου να της συστηθεί και να την ενημερώσει σχετικά με την υπόθεση της καταπάτησης από το Γ.
Ν. του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου ήταν συγκύριες. Κατά τη συνάντηση αυτή η ενάγουσα, ενημερώθηκε για πρώτη φορά για το περιουσιακό αυτό στοιχείο (του 1/4 εξ αδιαιρέτου), την ύπαρξη του οποίου, έως τότε αγνοούσε. Η πρώτη εναγόμενη της έδωσε αντίγραφα των σχετικών συμβολαίων και εγγράφων, που είχε στη διάθεσή της και την ενημέρωσε για την, έως τότε, δικαστική πορεία της υπόθεσής τους σε σχέση με την καταπάτηση μέρους του ακινήτου, στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτριες.
Μετά το τέλος της συνάντησης αυτής, η ενάγουσα εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της για τις πληροφορίες αυτές προς την πρώτη εναγόμενη, με την οποία έκτοτε διατήρησε τηλεφωνική επικοινωνία κυρίως σε σχέση με τη διαδικασία της πληρωμής της αναλογίας του μεριδίου της επί του τέλους ακίνητης περιουσίας, με το οποίο βαρυνόταν το επίδικο ακίνητο στο δήμο ...
και το οποίο, κατόπιν δικής της παράκλησης και προς αποκλειστική εξυπηρέτηση της, ανέλαβε να καταβάλει η πρώτη εναγόμενη για λογαριασμό της, προσκομίζοντας σε αυτήν, μετά την καταβολή του, φωτοτυπία του σχετικού διπλότυπου είσπραξης. Το έτος 1990 οι ως άνω κληρονόμοι του Δ. Γ. μαζί με την ενάγουσα, ανέθεσαν με το από 22-6-1990 εργολαβικό δίκης στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Γραμμένο, τη δικαστική τους εκπροσώπηση, σε όλα τα στάδια της δίκης, που είχε ανοίξει ο αποβιώσας Δ.
Γ. κατά του Γ. και Α. Ν. και μέχρι την περαίωση της δικαστικής διένεξης τους, με την έκδοση τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης, όσον αφορά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, που τους ανήκαν, στο επίδικο οικόπεδο. Η υπόθεση όμως δεν προχωρούσε και για το λόγο αυτό υπήρχε δυσαρέσκεια για το χειρισμό αυτής από τον ως άνω δικηγόρο.
Εν τω μεταξύ στις 13-10-1994 απεβίωσε και η μητέρα των τριών πρώτων εναγομένων Ο. χήρα Δ. Γ. και η υπόθεση παρέμεινε και πάλι στάσιμη. Στις 22-7-1998 οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμό ...24/22.7.1998 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μ. Κ.-Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, το ποσοστό συγκυριότητας των 3/16 εξ αδιαιρέτου, επί του επίδικου οικοπέδου στη θέση ...
στην ..., που ανήκε στην αποβιώσασα μητέρα τους και καθίστανται, πλέον, συγκύριοι του ποσοστού των 3/4 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού. Μετά τo θάνατο και της μητέρας τους, οι εναγόμενοι αποφάσισαν εκ νέου να συνεχίσουν τη δίκη, που είχε ξεκινήσει ο πατέρας τους το έτος 1968 κατά των κληρονόμων του Γ. και Α. Ν. και ανέθεσαν στον τέταρτο εναγόμενο δικηγόρο Γ.
Φ. δυνάμει του από 30-6-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβικού δικών, τη δικαστική τους εκπροσώπηση σε όλα τα στάδια της δίκης, που είχε ανοίξει ο αποβιώσας πατέρας τους και μέχρι την περαίωση της δικαστικής διένεξης τους με την έκδοση τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης ή με συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, όσον αφορά στο ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, που είχαν κληρονομήσει, επί του επίδικου οικοπέδου.
Κατόπιν της μελέτης των εγγράφων της υπόθεσης και του ελέγχου, που έκανε ο τέταρτος εναγόμενος, ενημέρωσε τους τρεις πρώτους εναγόμενους -πελάτες του ότι μία τέτοια δίκη ήταν πολυδαίδαλη και χρονοβόρα, καθώς και ότι υπήρχε βάσιμος φόβος απόρριψης της αγωγής λόγω παραγραφής εν επιδικία, δεδομένου ότι η εν λόγω δίκη, που επιθυμούσαν να συνεχίσουν, εκκρεμούσε ήδη επί τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια.
Επιπλέον, τους συμβούλεψε ότι για τη σφαιρική αντιμετώπιση του δικαστικού αγώνα, αλλά και για την αρτιότητα και πληρότητα των δικαστικών ενεργειών, θα έπρεπε να έρθουν σε επαφή με τον κύριο του υπόλοιπου ποσοστού του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου οικοπέδου, προκειμένου να τον ενημερώσουν για τον εν λόγω δικαστικό αγώνα, ούτως ώστε, εάν επιθυμούσε, να συμμετάσχει και αυτός στην ανοιγείσα δίκη, ως συγκύριος στο επίδικο οικόπεδο και να συνυπογράψει το ως άνω εργολαβικό δικών.
Έτσι, μέσω της πρώτης εναγόμενης Ε. Μ., που διατηρούσε επαφές με την ενάγουσα, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι την ενημέρωσαν ότι είχαν βρει νέο δικηγόρο, τα στοιχεία του οποίου της έδωσαν, προκειμένου να έρθει σε επαφή απευθείας μαζί του και να ενημερωθεί σχετικά. Κατόπιν των γεγονότων αυτών, ύστερα από αρκετές ημέρες, η ενάγουσα, συνοδευόμενη από την παιδική της φίλη Χ.
Α., επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο, που διατηρούσε ο τέταρτος εναγόμενος στη ..., επί της .... Εκεί ο τελευταίος της δήλωσε ότι είναι πληρεξούσιος δικηγόρος των τριών πρώτων εναγομένων και της επιβεβαίωσε ότι έχει εντολή από τους τελευταίους να συνεχίσει δικαστικά την υπόθεση για τη διεκδίκηση του τμήματος των 660 τ.μ.
εκ του επίδικου οικοπέδου. Μάλιστα, τη διαβεβαίωσε ότι δεν χρειαζόταν να υπεισέλθει και εκείνη στη δίκη, που είχε ανοίξει, αρχικώς, ο αποβιώσας Δ. Γ., αφενός για να μη καθυστερήσει και άλλο η εξέλιξη της υπόθεσης, αφετέρου γιατί, ούτως ή άλλως, τυχόν ευνοϊκή δικαστική απόφαση υπέρ των τριών πρώτων εναγομένων, θα ωφελούσε και εκείνη, άμεσα, ως συγκυρία, χωρίς να υπάρχει ανάγκη οποιοσδήποτε συμμετοχής της στην ως άνω δίκη, την κάλεσε δε να υπογράφει το από 30-6-1998 εργολαβικό δικών, που είχε ήδη υπογράφει με τους τρεις πρώτους ενάγοντες, διότι, σε περίπτωση που οι τελευταίοι κέρδιζαν τη δίκη, θα υποχρεωνόταν και εκείνη να του καταβάλει την αμοιβή, που είχε συμφωνήσει με αυτούς.
Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα υπέγραψε με τον τέταρτο εναγόμενο το ως άνω εργολαβικό δικών. Ακολούθως, όπως η ίδια ομολογεί με την αγωγή της, ενημερώθηκε από τους εναγόμενους ότι η υπόθεση επαναφέρθηκε με την από 22-2-2001 και με αριθμό κατάθεσης ….94/2001 κλήση, που υπέβαλε ο τέταρτος εναγόμενος, με την οποία ζητούσε το διορισμό νέου πραγματογνώμονα λόγω θανάτου του διορισθέντος με τη με αριθμό 219/1971 δικαστική απόφαση πραγματογνώμονα Φ.
Ζ., καθώς και ότι επί της κλήσης του αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 10513/2001 μη οριστική απόφαση, η οποία διόρισε νέο πραγματογνώμονα τον Σ. Β., τοπογράφο μηχανικό, προκειμένου αυτός να αποφανθεί για τα ζητήματα, που είχε θέσει η με αριθμό 219/1971 προηγούμενη δικαστική απόφαση. Η όρκιση του ως άνω πραγματογνώμονα έγινε στις 16-5-2002 και έκτοτε η υπόθεση έμεινε στάσιμη μέχρι την κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του.
Στις 7-10-2002 η ενάγουσα, που εργαζόταν ως μόνιμη διοικητική υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, αποσπάστηκε με απόφαση του Υπουργείου Εξωτερικών στην ελληνική πρεσβεία στις Βρυξέλλες, απόσπαση, η οποία παρατάθηκε έως το έτος 2006. Από το έτος 2002 έως το έτος 2006, που εργαζόταν στο εξωτερικό, η ενάγουσα διατήρησε επικοινωνία με τους εναγόμενους, προκειμένου να ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσης καταπάτησης του επίδικου οικοπέδου, τόσο η ίδια προσωπικά όσο και διά του δικηγόρου Δ.Τσούγκου, στον οποίο απευθύνθηκε, για να τη βοηθήσει στο θέμα αυτό, όπως ομολογεί στην αγωγή της.
Εν τω μεταξύ, ο πραγματογνώμονας Σ. Β., κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 20-7-2004 την με αριθμό 344/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του. Την περίοδο εκείνη, σε μία εκ των τηλεφωνικών επικοινωνιών της ενάγουσας με την πρώτη εναγόμενη, συζητήθηκε μεταξύ τους το ενδεχόμενο αγοραπωλησίας του ποσοστού του 1/4 εξ αδιαιρέτου της ενάγουσας επί του επίδικου οικοπέδου, πλην όμως τα μέρη, αν και έγιναν επαφές και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης καταπάτησης του επίδικου οικοπέδου, τόσο μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του δικηγόρου της ενάγουσας Δημητρίου Τσούγκου, όσο και μεταξύ του τελευταίου και του τέταρτου εναγόμενου, ο οποίος τον ενημέρωσε σχετικά, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, αν και στο μεταξύ η ενάγουσα, όπως υποδεικνύεται από τη με αριθμό ...9/2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μ.
Κ.-Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε, τελικά, στις 5-7-2004, τόσο για τον εαυτό της ατομικά όσο και για λογαριασμό της γιαγιάς της το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου οικοπέδου, δια του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Τσούγκου. Μετά την ολοκλήρωση και παράδοση της από 20-7-2004 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Σ.
Β., ο τέταρτος εναγόμενος, επανέφερε τη συζήτηση της υπόθεσης με την από 8- 9-2004 κλήση του, η οποία συζητήθηκε στις 14-12-2004. Στις 14-9-2005, εκδόθηκε η με αριθμό 5707/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την οποία έγινε δεκτή εν όλω η από 10-7-1968 αγωγή του Δ. Γ. και αναγνωρίστηκε αυτός αποκλειστικός κύριος, κατά το ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, του τμήματος του επίδικου οικοπέδου έκτασης 660 τ.μ.
εκ της συνολικής έκτασης των 1.140 τ.μ., αφετέρου υποχρεώθηκε ο Γ. Ν. να αποδώσει το τμήμα αυτό στους τρεις πρώτους εναγόμενους ως μοναδικούς κληρονόμους του Γ. Γ., πράγμα το οποίο έγινε με την υπ' αριθμ. …8/ 30.07.2007 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Κ. Π.. Το καλοκαίρι του έτους 2006, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, μετά την ως άνω θετική εξέλιξη της υπόθεσης, έδωσαν εντολή στην τότε δικηγόρο τους Α.
Μ., που αντικαθιστούσε, τον τέταρτο εναγόμενο λόγω προβλημάτων υγείας του, όπως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, να έρθει σε επαφή με το δικηγόρο της ενάγουσας Δημήτριο Τσούγκο, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν η τελευταία εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για την πώληση του μεριδίου της επί του επίδικου οικοπέδου.
Μετά την καταφατική απάντηση της ενάγουσας προς αυτούς, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών για την επίτευξη συμφωνίας, έγινε ο απαραίτητος έλεγχος των τίτλων και των λοιπών στοιχείων του προς μεταβίβαση ακινήτου και τα μέρη κατέληξαν, μετά από επτά περίπου μήνες, στην υπογραφή του με αριθμό ...10/21.2.2007 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Μ.
Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο η ενάγουσα πώλησε αντί του ποσού των 90.000 ευρώ στους τρεις πρώτους, το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου, που της ανήκε, επί του επίδικου οικοπέδου. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, τη χρονική περίοδο από το έτος 2002 έως τις αρχές του έτους 2007, μέχρι και την πώληση σε αυτούς του μεριδίου της, όχι μόνο της απέκρυβαν την αλήθεια, αλλά και τη διαβεβαίωναν, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, τόσο την ίδια όσο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούγκο, ότι "η υπόθεση έχει κολλήσει δικαστικώς, είναι χαμένη, δεν παρουσιάζει καμία πρόοδο, διότι ο πραγματογνώμονας, που διορίστηκε από το δικαστήριο δεν αποδέχεται το διορισμό του και ότι η υπόθεση εκκρεμεί επί σαράντα έτη από το 1968 και έχει παραγραφεί".
Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι οι ως άνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων, οι οποίοι ενεργούσαν σε συμπαιγνία, ήταν δόλιες, ψευδείς, απατηλές και παραπλανητικές, και σκοπό είχαν να την παρασύρουν, ώστε να τους πωλήσει το ποσοστό που της ανήκε επί του επίδικου οικοπέδου σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αγοραία αξία του κατά το χρόνο της πώλησης, επί ζημία της και προς όφελος τους και.
ότι, εάν γνώριζε την αλήθεια για τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, την οποία της απέκρυψαν οι εναγόμενοι, δε θα προέβαινε, σε καμία περίπτωση στην πώληση του ιδανικού της μεριδίου. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκαν αληθείς από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, η ενάγουσα, όπως και η ίδια συνομολογεί, είχε εξαρχής ενημερωθεί από την πρώτη εναγόμενη για την αντιδικία, που υπήρχε μεταξύ του πατέρα της τελευταίας και του Γ.
Ν. και ακολούθησε κοινή νομική γραμμή με τους τρεις πρώτους εναγόμενους ως προς τη διεκδίκηση του καταπατηθέντος τμήματος, με την υπογραφή του από 22-6-1990, αρχικά, και με του από 30-6-1998 εργολαβικού δικών, μεταγενέστερα, με τους δικηγόρους Κωνσταντίνο Γραμμένο και Γεώργιο Φιλιππόπουλο, αντίστοιχα. Παράλληλα, μετά το έτος 2001 απευθύνθηκε στο δικηγόρο Δημήτριο Τσούγκο, προς παρακολούθηση της εκκρεμούς υπόθεσης και διασταύρωση των πληροφοριών, που συγκέντρωνε από τους εναγόμενους, αλλά και προς διευθέτηση άλλων νομικών της θεμάτων, δεδομένου ότι κατά την ως άνω περίοδο είχε μετακομίσει μόνιμα στο εξωτερικό.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις συζητήσεις, που είχε η πρώτη εναγόμενη, η οποία μιλούσε για λογαριασμό και των αδερφών της, όλα αυτά τα χρόνια με την ενάγουσα, της μετέφερε απλώς, χωρίς να διαθέτει νομικές γνώσεις, την εντύπωση, που αποκόμιζε από την επικοινωνία της με τους δικηγόρους που είχε προσλάβει και τις εύλογες ανησυχίες, που αυτοί είχαν για την εξέλιξη της.
Στους δικηγόρους αυτούς εμπιστεύτηκε και η ίδια (η πρώτη εναγόμενη) την υπόθεση, που την αφορούσε, τα στοιχεία των οποίων κοινοποιούσε και στην ενάγουσα, προκειμένου να ενημερώνεται από αυτούς και απευθείας, χωρίς τη διαμεσολάβηση της. Δεν της παρέστησε, δηλαδή, τίποτα ψευδές, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν της έλεγε ότι η επιτυχής έκβαση της υπόθεση ήταν αμφίβολη, ότι υπήρχαν καθυστερήσεις, ότι υπήρχε κίνδυνος παραγραφής εν επιδικία, ένσταση η οποία προβλήθηκε μάλιστα από την αντίδικη πλευρά και απορρίφθηκε από το δικαστήριο και ότι ήταν μία υπόθεση που δεν θα κερδιζόταν εύκολα.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε επίσης δόλος ή συμπαιγνία των τριών πρώτων εναγομένων, προκειμένου να παρασύρουν την ενάγουσα σε μία δήλωση βούλησης, που δεν επιθυμούσε. Άλλωστε, oι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεν απέκρυψαν περιστατικά, που μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν στην ενάγουσα.
Αν η τελευταία το κρίσιμο χρονικό διάστημα, λίγο πριν την πώληση του μεριδίου της, διατηρούσε οποιεσδήποτε αμφιβολίες για τις προθέσεις των τριών πρώτων εναγομένων, το λόγο, που αποφάσισαν να της προτείνουν να αγοράσουν το μερίδιο της, αλλά και την ορθότητα των πληροφοριών, που ελάμβανε από αυτούς σε σχέση με την πορεία της υπόθεσης καταπάτησης του κοινού τους οικοπέδου, μπορούσε ευχερώς να ενημερωθεί, είτε η ίδια, είτε δια του δικηγόρου Δημητρίου Τσούγκου, με μία απλή έρευνα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, τόσο για την κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Σ.
Β., όσο και τη δημοσίευση της με αριθμό 5707/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δικαίωνε το Δ. Γ., πράγμα που προφανώς δεν έπραξε, ο δε ισχυρισμός της ότι, παρόλο που παρακολουθούσε την υπόθεση, δεν κατόρθωσε να ενημερωθεί για την εξέλιξη της, δεν μπορεί να κριθεί πειστικός. Το γεγονός δε ότι η με αριθμό 5707/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών, μετά την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης του μεριδίου της ενάγουσας στους τρεις πρώτους εναγόμενους, δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού η δικαστική πορεία της από 10-7-1968 αγωγής του Δ.
Γ. έπρεπε να παρακολουθείται, κυρίως δια της γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα δε βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου, ήταν απλώς ένας επιπλέον τρόπος γνώσης και όχι ο μοναδικός. Έτσι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να επηρεάσει αρνητικά κατά τούτο την κρίση του Δικαστηρίου, αλλά αποτελεί επιχείρημα της ενάγουσας προς την αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο όμως δεν μπορεί σε συνδυασμό με άλλα περιστατικά να ενισχύσει τους περί δόλιας ενέργειας των εναγομένων ισχυρισμούς της.
Εις βάρος τους δε δεν είναι δικονομικά βάσιμο να αποδείξουν γεγονότα οι εξώδικες δηλώσεις της ενάγουσας, έστω και αν δεν έτυχαν απαντήσεως υπ' αυτών. Επίσης οι εναγόμενοι δεν είχαν συμφέρον να μην ανακοινώσουν τα παραπάνω γεγονότα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο να αποκομίσουν οποιοδήποτε υπερβάλλον περιουσιακό όφελος.
Διότι, ναι μεν το ποσό των 90.000 ευρώ, που ορίστηκε ως τίμημα, για την αγορά αυτού ήταν χαμηλότερο από την αντικειμενική του αξία, η οποία ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 115.202,78 ευρώ, όμως, η πραγματική του αξία υπολειπόταν της αντικειμενικής και το ποσό, που τελικά συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε, ήταν εύλογο.
Ειδικότερα, επρόκειτο για πώληση τμήματος οικοπέδου, ενός μικρού ποσοστού εξ αδιαιρέτου, γεγονός το οποίο, αυτονοήτως, μειώνει την αξία του, ως μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο, διότι ο εκάστοτε υποψήφιος αγοραστής θα βρισκόταν συνιδιοκτήτης με πρόσωπα, που δεν γνωρίζει. Τούτο δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό αγοράζουν οι συνιδιοκτήτες, αφού η αγοραία αξία κρίνεται αντικειμενικά και με βάση τις τιμές της αγοράς για παρόμοια ακίνητα ή ποσοστό αυτών.
Άλλωστε οι επτάμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν καταστήσει την υπόθεση ώριμη πλέον. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη και το ότι το ποσοστό αυτό συγκυριότητας της ενάγουσας βρισκόταν, κατά το χρόνο πώλησης του, επί ενός ανοικοδόμητου οικοπέδου (άνευ κτισμάτων), γειτνιάζον με τις παρυφές του αυτοκινητόδρομου ..., σε απόσταση, μόλις είκοσι μέτρα από αυτόν, πράγμα που συνιστά παράγοντα ηχορρύπανσης, με προφανή συνέπεια, την επιπλέον μείωση της αξίας του, σε σχέση με άλλα οικόπεδα της ίδιας περιοχής, που βρίσκονται λίγα οικοδομικά τετράγωνα, μακρύτερα από τον αυτοκινητόδρομο.
Η διαφορετική εκτίμηση του πραγματογνώμονα που όρισε η 22η Τακτική Ανακρίτρια λαμβάνεται μεν υπόψη πλην όμως δεν μπορεί να καταστήσει βέβαιο ότι η απόκλιση στην τιμή ενός μεριδίου προς τα κάτω , όταν οι διαπραγματεύσεις των μερών είναι ελεύθερες και με την αρωγή δικηγόρων, συνεργεί απαραίτητα στην απόδοση δόλου στους πωλητές και μάλιστα κατά πλήρη απόδειξη.
Ουδόλως κατά συνέπεια αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο τούτο, όπως και από το πρωτοβάθμιο, ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι επέδειξαν απατηλή συμπεριφορά απέναντι στην ενάγουσα, κατά την έννοια των διατάξεων άρθρων 147 και 914 ΑΚ και επομένως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως ότι δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του με αριθμό ...10/21.2.2007 συμβολαιογραφικού έγγραφου της συμβολαιογράφου, Μ.
Κ., με το οποίο η ενάγουσα πώλησε στους τρεις πρώτους εναγόμενους το ιδανικό της μερίδιο. Η διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων από το υπ' αριθ. 3063/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών με βάση το οποίο κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί σε βάρος των εναγομένων η κατηγορία της κακουργηματικής απάτης , δεν δεσμεύει το δικαστήριο τούτο ούτε διαφοροποιεί την κρίση του επί των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.
Ορθά συνεπώς εκτιμώντας τις αποδείξεις στο σύνολο τους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά. Ορθά επίσης κρίθηκε πρωτοδίκως ότι δεν θεμελιώνεται, ουσιαστικά, ούτε η επικαλούμενη, με την αγωγή, μη περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια την ενάγουσα και απέρριψε την αγωγή ως προς τις τρεις πρώτες εναγόμενες ως ουσία αβάσιμη στο σύνολο της απορριπτομένης ως προς αυτούς της έφεσης".
Με το τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα, Α) της έλλειψης απατηλής συμπεριφοράς των εναγόμενων, που τελέστηκε με παρασιώπηση γεγονότων, λόγω του ότι δεν αιτιολογείται αν υπήρχε νομική υποχρέωση των εναγόμενων να την ενημερώσουν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης οι τρεις πρώτοι και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Επαγγέλματος ο τέταρτος και Β) της έλλειψης περιουσιακής ζημίας της (ενάγουσας), λόγω του ότι δεν αιτιολογείται γιατί δεν έγινε δεκτή η διαφορετική εκτίμηση του πραγματογνώμονα που όρισε η 22η Τακτική Ανακρίτρια.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Α μέρος του, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας περί του αν ο τέταρτος εναγόμενος παρέβη νομική υποχρέωσή του, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος και συνεπώς αβάσιμος, αφού η ανωτέρω πλημμέλεια προϋποθέτει την κατ' ουσίαν έρευνα του σχετικού ισχυρισμού, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τέταρτου εναγόμενου και ως εκ τούτου ορθώς το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν διέλαβε αιτιολογίες για την αδικοπρακτική ή μη συμπεριφορά του τέταρτου εναγόμενου.
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ως προς τα ζητήματα αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχτηκε δόλος ή συμπαιγνία των τριών πρώτων εναγόμενων, προκειμένου να παρασύρουν την ενάγουσα σε μία δήλωση βούλησης που δεν επιθυμούσε, ούτε απέκρυψαν περιστατικά που μόνο εκείνοι μπορούσαν να αποκαλύψουν, καθόσον δεν είχαν συμφέρον να μην ανακοινώσουν στην ενάγουσα την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης και την έκδοση της οριστικής απόφασης, αφού αποδείχτηκε ότι δεν επρόκειτο να αποκομίσουν οποιοδήποτε υπερβάλλον περιουσιακό όφελος, διότι, ναι μεν το ποσό των 90.000 ευρώ, που ορίστηκε ως τίμημα, για την αγορά αυτού ήταν χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία του πωλούμενου, η οποία ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 115.202,78 ευρώ, όμως η πραγματική του αξία υπολειπόταν της αντικειμενικής και το ποσό, που τελικά συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε, ήταν εύλογο, συμφωνήθηκε δε μετά από ελεύθερες διαπραγματεύσεις των μερών επί επτά μήνες, με την αρωγή δικηγόρων.
Περαιτέρω αιτιολόγησε την κρίση του για το εύλογο του ύψους του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως εκ τούτου για την έλλειψη ζημίας της ενάγουσας ως εξής: "Ειδικότερα επρόκειτο για πώληση τμήματος οικοπέδου, ενός μικρού ποσοστού εξ αδιαιρέτου, γεγονός το οποίο, αυτονοήτως, μειώνει την αξία του ως μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο, διότι ο εκάστοτε υποψήφιος αγοραστής θα βρισκόταν συνιδιοκτήτης με πρόσωπα, που δεν γνωρίζει.
Τούτο δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό αγοράζουν οι συνιδιοκτήτες, αφού η αγοραία αξία κρίνεται αντικειμενικά και με βάση τις τιμές της αγοράς για παρόμοια ακίνητα ή ποσοστό αυτών. Άλλωστε οι επτάμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν καταστήσει την υπόθεση ώριμη πλέον.
Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη και το ότι το ποσοστό αυτό συγκυριότητας της ενάγουσας βρισκόταν, κατά το χρόνο πώλησής του, επί ενός ανοικοδόμητου οικοπέδου (άνευ κτισμάτων), γειτνιάζοντος με τις παρυφές του αυτοκινητόδρομου ..., σε απόσταση μόλις είκοσι μέτρα από αυτόν, πράγμα που συνιστά παράγοντα ηχορρύπανσης, με προφανή συνέπεια, την επιπλέον μείωση της αξίας του, σε σχέση με άλλα οικόπεδα της ίδιας περιοχής ,που βρίσκονται λίγα οικοδομικά τετράγωνα, μακρύτερα από τον αυτοκινητόδρομο.
Η διαφορετική εκτίμηση του πραγματογνώμονα που όρισε η 22η Τακτική Ανακρίτρια λαμβάνεται μεν υπόψη, πλην όμως δεν μπορεί να καταστήσει βέβαιο ότι η απόκλιση στην τιμή ενός μεριδίου προς τα κάτω, όταν οι διαπραγματεύσεις των μερών είναι ελεύθερες και με την αρωγή δικηγόρων, συνεργεί απαραίτητα στην απόδοση δόλου στους πωλητές και μάλιστα κατά πλήρη απόδειξη", χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά των συμπερασμάτων του πραγματογνώμονα που όρισε η 22η Τακτική Ανακρίτρια στα πλαίσια εκκρεμούς ποινικής δίκης, αφού αυτή ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά έγγραφα.
Ακολούθως, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ουδόλως αποδείχτηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν ότι ο τρεις πρώτοι εναγόμενοι επέδειξαν απατηλή συμπεριφορά απέναντι στην ενάγουσα ,κατά την έννοια των διατάξεων 147 και 914 ΑΚ. Με δεδομένο τις σαφείς παραδοχές ότι δεν αποδείχτηκε δόλια συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγόμενων με απόκρυψη γεγονότων, που μόνο εκείνοι μπορούσαν να αποκαλύψουν, αφού αυτά μπορούσε να τα πληροφορηθεί η ενάγουσα, προκείμενου να την παρασύρουν στην κατάρτιση της ένδικης πώλησης, από την οποία (πώληση) η τελευταία δεν υπέστη ζημία, δεν στοιχειοθετείται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη, η απατηλή συμπεριφορά που απαιτείται για την ακύρωση της δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να αιτιολογείται περαιτέρω η ύπαρξη ή μη υποχρέωσης διαφώτισης, αφού, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ότι υπήρξε ζημία της ενάγουσας ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των τριών πρώτων εναγόμενων.
Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147, 297, 298, 914 ΑΚ και επομένως , η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τους τρεις πρώτους εναγόμενους, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη του.
Μετά τα παραπάνω, αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, αφού υποβλήθηκε από τους τελευταίους το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα ..., 183, 189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-03-2017 αίτηση της Ι. συζύγου Ρ. Φ., το γένος Π. και Α. Κ. για αναίρεση της 172/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ