Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning regarding substantive law application in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her children against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in applying substantive law regarding the invalidity of a claim for reimbursement of expenses. The court found the lower court's reasoning clear, consistent, and sufficient to allow for appellate review of the substantive legal provisions applied. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal alleging violation of substantive law requires a complete statement of the factual basis for a rejection as legally unfounded or the critical assumptions leading to a substantive decision, and does not exist when deficiencies relate to evidence evaluation rather than clear and consistent reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 916 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 916/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α., χήρας Ι. Τ., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., 2)Ευτυχίας συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ... και 3) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο τους Παρασκευά Αρβανιτάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευριπίδη Κουζούκα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1863/2008 μη οριστική και 431/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-5-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1103 και 1875 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση αποδόσεως δαπανών/επισχέσεως. Δεν αναφέρεται όμως για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ η ιστορική βάση της ένστασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσείουσες στις προτάσεις τους, για τη θεμελίωση της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ο λόγος αυτός έτσι όπως διατυπώνεται είναι αόριστος.
Ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο (ΟλΑΠ 12/1991). Επομένως ο πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα ένσταση δαπανών/επισχέσεως είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο.
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Νομέας δε, κατά το άρθρο 924 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ’ αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογές της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: Κατά το χρόνο του θανάτου της, η Ε. Τ. ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος, μεταξύ άλλων, ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 937 τ.μ., που βρίσκεται στην Κατερίνη επί των οδών ... και Α’ Παρ. οδού ... γωνία, στο ...
ο.τ., μετά την επ’ αυτού παλαιάς διώροφου οικίας, εμβαδού κάθε ορόφου 60 τ.μ., συνορευομένου γύρωθεν με ιδιοκτησίες Π. Μ.,
Α. Π., Ν. Δ., Ε. Λ., Κ. Δ., την ανοιγείσα οδό ... και την οδό ..., μέρος του οποίου, εμβαδού 123 τ.μ. ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της οδού ..., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Φεβρουάριο 1991 τοπογραφικό διάγραμμα των τεχν. τοπογράφων, Α. και Κ. Δ.. Μέρος του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 684 τ.μ., η Ε. Τ., το αγόρασε το έτος 1934, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...11-12-1934 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Κατερίνης, Ξενοφώντος Συλλόπουλου και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …με α/α ... των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, από τους συγκυρίους πωλητές, Ι. Α. και Ν. Τ.. Το υπόλοιπο μέρος, εμβαδού 253 τ.μ., αμέσως μετά την ως άνω αγορά, το ίδιο έτος (1934) η Ε. Τ. το ένωσε με το οικόπεδο της, το οποίο, αφού περιέφραξε, κατείχε με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο της (27-11-1983) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα ετών, επί του οποίου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 937 τ.μ., αυτή ανήγειρε, όπως αναφέρεται παρακάτω, διώροφη οικία, εμβαδού εκάστου 60 τ.μ., στην οποία διέμενε με την οικογένεια της μέχρι το θάνατο της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της με διάνοια κυρίου άσκησης νομής από την Ε. Τ. στο τμήμα των 253 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2012 αίτηση των Α. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 431/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ