Legislator Case Law & Legislation
916/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision rejecting fraud and defamation claims in civil dispute.

Case Number 916/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a civil dispute involving two lawyers. The lower court found that the appellant committed fraud and defamation by falsely claiming to represent the appellee in a separate case and misrepresenting financial details to secure fees. The court ruled that the appellant's arguments regarding the lower court's application of law were baseless and constituted a direct violation of procedural statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals based on alleged procedural violations are inadmissible when the lower court's decision is grounded in established facts and correct legal application, rendering the appellant's claims baseless.

Keywords

AI generated
appeal admissibility fraudulent misrepresentation defamation claims procedural violation legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 916 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 916/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Καλαϊτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 13 Ιανουαρίου 2005 ομοία του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο αυτό Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2021/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1035/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Απριλίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 349/7-4-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 1035/26-2-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 349/7-4-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1035/26-2-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, Α. με την 32251/1542/ 4-3-2004 αγωγή με ενάγοντα τον Κ. Θ. και εναγόμενο τον Δ. Π., δικηγόρο, εδιώκετο η καταψήφιση αξιώσεων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεώς του δι' αυτής ενάγοντος κατά του εναγομένου, απορρέουσες από τις αποδιδόμενες στον τελευταίο άδικες και υπαίτιες, από πρόθεση, πράξεις με τη μορφή της απάτης και της υπεξαιρέσεως, τις οποίες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τέλεσε κατά την εκτέλεση της συνδέουσας τους διαδίκους έμμισθης εντολής και Β.

με την 7085/426/19-1-2005 αγωγή, με διαδίκους αντιστρόφως ενάγοντα τον Δ. Π. και εναγόμενο τον Κ. Θ., εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα από την αποδιδομένη στον τελευταίο άδικη και υπαίτια από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως με την οποία προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος.

Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε κατά μερική παραδοχή της με στοιχ. Β αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. Α αγωγής, η 2021/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις Α1 2691/26-3-2007 και Β1 750/24-1-2007 εφέσεις των διαδίκων, αρχικά η 5115/2008 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η κατ' εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ εκ νέου εξέταση των μαρτύρων και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων για την παροχή διευκρινίσεων, και στη συνέχεια η 1035/2010 οριστική αυτού απόφαση, με κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ.

Β1 εφέσεως. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. Α1 εφέσεως εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγινε μερικώς δεκτή η με στοιχ. Α αγωγή και απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η με στοιχ. Β αγωγή, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Τον Ιούνιο του 2000 η μητέρα του ενάγοντος-εναγομένου Κ. Θ., Β. Θ., Π., με τον εκ δευτέρου γάμου σύζυγο της Γ. Π., ενεργούντες κατ' εντολή και για λογαριασμό του - καθόσον αυτός νοσηλευόταν σε νοσοκομείο για βαριές εγκεφαλικές κακώσεις που είχε υποστεί την 10-2-2000 σε τροχαίο ατύχημα, ανέθεσαν στον εναγόμενο-ενάγοντα Δ.

Π., δικηγόρο, την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και τακτικής αγωγής αποζημιώσεως κατά των υπόχρεων, οδηγού Φ. Π. και ασφαλιστικής εταιρίας "ALFA AE".

Τον εναγόμενο είχε συστήσει στους ανωτέρου συγγενείς του ενάγοντος, ο θείος του, αδελφός της μητέρας του, Α. Μ. (μάρτυρας αποδείξεως) - ο οποίος απασχολείτο επί 3 περίπου χρόνια ως κηπουρός στην οικία του εναγομένου, στη ... - και για το λόγο αυτό οι ανωτέρω, ανέθεσαν την υπόθεση τους στον εναγόμενο, με απόλυτη εμπιστοσύνη, ενώ κατά την ανάθεση της υποθέσεως δεν έγινε καμία συζήτηση μεταξύ των παραπάνω προσώπων και του εναγομένου περί της αμοιβής αυτού (βλ.

κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την οποία επιβεβαιώνει και ο ενάγων, εξετασθείς επίσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, σε εκτέλεση της ως άνω εντολής ο εναγόμενος κατέθεσε την 30 - 6 - 2000 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των υπόχρεων, για προσωρινή επιδίκαση στον ενάγοντα αποζημιώσεως, λόγω του τραυματισμού του, ποσού 63.452.254 δρχ.

και για τη δίκη εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων ζήτησε εκ των υστέρων από τη μητέρα του ενάγοντος το ποσό του 1.000.000 δρχ., το οποίο η τελευταία κατέβαλε για λογαριασμό του ενάγοντος, εν μέρει με έμβασμα της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 900.000 δρχ. την 3-7-2000 (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο του από 3-7-2000 γραμματίου είσπραξης της εν λόγω Τράπεζας) και εν μέρει με μετρητά την επομένη, 4-7-2000, στον ίδιο τον εναγόμενο, στην οικία του στη …, όπως αυτό συνομολογείται και από τον ίδιο (άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ.), ότι έλαβε δηλαδή το συνολικό ποσό των 1.000.000 δραχμών.

Ως προς την αιτία καταβολής του ποσού αυτού ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος "το απέσπασε δολίως και τεχνηέντως" από την μητέρα του, παριστάνοντας της ψευδώς ότι απαιτείτο ποσό 630.000 δρχ. για να πληρώσει δικαστικό ένσημο 1% επί του διεκδικούμενου με τα ασφαλιστικά μέτρα ποσού, των 63.000.000 δρχ.

και 370.000 δρχ. για να λάβει σύντομη δικάσιμο, ενώ ο εναγόμενος αρνούμενος την αγωγή, ισχυρίζεται ότι, το ποσό αυτό έλαβε ως συμφωνηθείσα αποκλειστικά για τη δίκη των ασφαλιστικών και μόνο μέτρων, αμοιβή του. Δεν αποδεικνύονται όμως τα επικαλούμενα με την αγωγή ως άνω περιστατικά για τη θεμελίωση της αδικοπραξίας αυτής καθόσον, ναι μεν ο ενάγουν, το επαναλαμβάνει με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ωστόσο σε άλλο σημείο των προτάσεων αυτών (σελ. 3) και ο ίδιος ακόμη, για το ποσό αυτό του 1.000.000 δρχ.

εκθέτει ότι το είχε καταβάλει ως αμοιβή του εναγομένου. Εξάλλου, ο μάρτυρας αποδείξεως θείος του - ο οποίος σημειωτέον δεν είχε άμεση αντίληψη για το γεγονός της καταβολής του εν λόγω ποσού, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου - πρωτοδίκως είχε καταθέσει ασαφώς όμως, ότι το ποσό αυτό ο εναγόμενος πήρε ως αμοιβή και ότι τους είπε ότι είναι για δικαστικό ένσημο στα ασφαλιστικά μέτρα, ενώ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν ήταν για αμοιβή το 1.000.000 δρχ. (εκφράζοντας προσωπική του γνώμη), αλλά και ότι, οι ίδιοι δεν έψαχναν τι αφορούσε το κάθε ποσό, ότι δεν ήξεραν τι αφορούσαν οι 630.000 δρχ. (που κατά την αγωγή ήταν για δικαστικό ένσημο), την κατάθεση δε αυτή επιβεβαίωσε και ο ενάγων, κατά την εξέταση του από το παρόν Δικαστήριο.

Ο ενόρκως βέβαιων εξάλλου Χ. Μ. (παππούς του ενάγοντος) κατέθεσε μεν σχετικά με το ποσό αυτό ότι ο εναγόμενος το έλαβε με την αιτιολογία ότι τις 630.000 δρχ. θα έδινε, δήθεν για δικαστικό ένσημο και τις 370.000 δρχ. για να πάρει σύντομη δικάσιμο, ωστόσο, ούτε αυτός έχει άμεση αντίληψη του γεγονότος αυτού, ενώ η μητέρα του ενάγοντος (η μόνη συναλλαγείσα με τον εναγόμενο) με την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση της βεβαιώνει μεν τα επικαλούμενα στην αγωγή για την αιτία καταβολής του εν λόγο ποσού, ωστόσο, στην προηγηθείσα από 23-1-2003 ένορκη εξέταση της ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, σχετικά με την καταβολή του 1.000.000 δρχ.

και η ίδια αναφερόταν σε αμοιβή του εναγομένου, λέγοντας μάλιστα τότε, ότι επί πλέον του 1.000.000 δρχ. είχε δώσει και 375.000 δρχ., για να πάρει ο εναγόμενος, όπως της είχε πει, σύντομη δικάσιμο. Η μάρτυς ανταποδείξεως εξάλλου, Χ. Π. (σύζυγος του εναγομένου), η οποία κατέθεσε πρωτοδίκως ότι, το 1.000.000 δρχ. του το έδωσαν ως αμοιβή για τα ασφαλιστικά μέτρα, δεν είχε άμεση αντίληψη για την αιτία καταβολής του εν λόγω ποσού.

Τέλος, ούτε από την εξέταση του ενάγοντος - ο οποίος επίσης δεν έχει άμεση αντίληψη - αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ποσό ο εναγόμενος έλαβε παριστάνοντας ψευδώς στη μητέρα του Β. Π. ότι θα το κατέβαλε για δικαστικό ένσημο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων και για τον προσδιορισμό σύντομης δικασίμου. Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο δεν πείθεται για την επικαλούμενη ως άνω αδικοπραξία του εναγομένου και κατά συνέπεια το κονδύλιο της αγωγής ποσού 2.934,67 ευρώ (1.000.000 δρχ.), το οποίο ο ενάγων ζητεί ως αποζημίωση, ήταν απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, με διαφορετική έστω εν μέρει αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση.

Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντος Κ. Θ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2000 η με αριθμό 8548/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε προσωρινώς στον ενάγοντα ως αποζημίωση για" τον τραυματισμό του, το ποσό των 10.903.555 δρχ.

και ότι ο εναγόμενος δικηγόρος την 20-10-2000 κάλεσε την μητέρα του ενάγοντος και τον σύζυγο της στην οικία του στη ..., προκειμένου να της αποδώσει το ως άνω επιδικασθέν ποσό, το οποίο είχε εισπράξει την ίδια ημέρα με την με αριθμό ... δίγραμμη επιταγή της ALFHA Τράπεζα Πίστεως για λογαριασμό του ενάγοντος, από την ασφαλιστική εταιρία "ALFHA ΑΕ", σε εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.

Σχετικά με το ποσό αυτό ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι, ο εναγόμενος δεν το απέδωσε στη μητέρα του Β. Π. ολόκληρο, αλλά μόνον ποσό 6.803.555 δρχ., παρακρατώντας παράνομα το υπόλοιπο των 4.100.000 δρχ. Ο εναγόμενος, αρνούμενος την αγωγή επικαλέσθηκε και προσκόμισε την από 20-10-2000 απόδειξη είσπραξης ποσού 10.903.555 δρχ., η οποία έχει υπογραφεί, (όπως συνομολογείται από τον ενάγοντα με την αγωγή) από τη μητέρα του και τον ως άνω σύζυγο της ως μάρτυρα.

Σχετικά όμως με την εν λόγω απόδειξη ο ενάγων επικαλέσθηκε περαιτέρω καθ' υποφορά με την αγωγή και ανταποδεικνύεται - επιτρεπομένης της κατ' άρθρο 445 Κ.Πολ.Δ. - ότι ο εναγόμενος, κατά την συνάντηση του με την μητέρα τον ενάγοντος και τον σύζυγο της, την 20-10-2000, στην οικία του στη …, ζήτησε από αυτούς να υπογράψουν την εν λόγω απόδειξη - την οποία είχε συντάξει ο ίδιος πριν ακόμη αυτός αποδώσει το παραπάνω ποσό που αναγραφόταν σ' αυτήν, ζητώντας τους και τη σημείωση των αριθμών ταυτότητας τους και ότι εκείνοι την υπέγραψαν (ο δεύτερος ως μάρτυρας) πιστεύοντας ότι θα λάβουν το ποσό αυτό.

Στη συνέχεια μέτρησε και κατέβαλε στην μητέρα του ενάγοντος για λογαριασμό αυτού, μόνον το ποσό των 6.803.555 δρχ. και ερωτηθείς από εκείνη γιατί κράτησε το υπόλοιπο των 4.100.000 δρχ., της αιτιολόγησε ότι α) τα 2.200.000 δρχ. ήταν η αμοιβή του, επί του επιδικασθέντος ως άνω ποσού (20%), β) το 1.400.000 δρχ. αντιστοιχούσε στο δικαστικό ένσημο του διεκδικούμενου, με την κατατεθείσα (την 16-10-2000) τακτική αγωγή, ποσού των 140.000.000 δρχ. (ποσοστό 1%) και γ) 500.000 δρχ.

για να λάβει σύντομη δικάσιμο της δίκης για την τακτική αγωγή. Η μητέρα του ενάγοντος, εμπιστευόμενη μέχρι τότε, απόλυτα τον εναγόμενο δικηγόρο, λόγω της προαναφερθείσας εργασιακής σχέσης του αδελφού της με αυτόν, αποδέχθηκε να κρατήσει ο τελευταίος το ποσό των 4.100.000 δρχ. χωρίς να προνοήσει να του ζητήσει και να λάβει και η ίδια σχετική απόδειξη και μάλιστα αναλυτική για καθένα από τα παραπάνω ποσά, που κατά , τον προαναφερθέντα τρόπο, εκείνος είχε εισπράξει εκ μέρους της, ενώ δεν προνόησε να λάβει την απόδειξη αυτή και για τους επί πλέον λόγους ότι αφενός στερείτο επαρκών γραμματικών γνώσεων (το επάγγελμα της ήταν τα "οικιακά" όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα κατάθεση της στον Πταισματοδίκη Αθηνών, και οι γραμματικές γνώσεις της, εκείνες του απόφοιτου δημοτικού), αφετέρου, δεν είχε πείρα από δικαστικές υποθέσεις ούτε από παρόμοιες συναλλαγές.

Αποδείχθηκε όμως ότι το ανωτέρω συνολικό ποσό των 4.100.000 δρχ. ο εναγόμενος παρακράτησε παριστάνοντας ψευδώς στη μητέρα του ενάγοντος αφενός ότι δικαιούτο ως αμοιβή 20% επί του επιδικασθέντος ποσού των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ τέτοια αμοιβή δεν είχε συμφωνηθεί για τη δίκη εκείνη - όπως άλλωστε και ο ίδιος ισχυρίζεται -και είχε ήδη λάβει την συμφωνηθείσα αμοιβή του 1.000.000 δρχ., αφετέρου ότι θα χρησιμοποιούσε τα υπόλοιπα ποσά για την αιτία που τα παρακράτησε καθόσον, όπως κατωτέρω εκτίθεται δεν κατέβαλε ποτέ δικαστικό ένσημο για την τακτική αγωγή, ούτε κανένα ποσό για να λάβει σύντομη δικάσιμο, της τακτικής αγωγής, η οποία μάλιστα είχε ήδη προσδιοριστεί από 16-10-2000 που κατατέθηκε η εν λόγω αγωγή (βλ.

επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αντίγραφο της τακτικής αγωγής του ενάγοντος κατά των ως άνω υποχρέων για τον τραυματισμό του). Η μητέρα του ενάγοντος όπως προαναφέρθηκε αποδέχθηκε να παρακρατηθούν τα ως άνω ποσά πεισθείσα από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του εναγομένου, μετά όμως την ως άνω συμπεριφορά του τελευταίου να της ζητήσει να υπογράψει πρώτα την παραπάνω απόδειξη και μετά να παρακρατήσει και εργολαβική αμοιβή για τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη που είχε στο πρόσωπό του, ωστόσο δεν αντέδρασε, ούτε προέβη σε ανάκληση της εντολής που του είχε δώσει για λογαριασμού του γιού της, για τη δίκη της τακτικής αγωγής, καθόσον, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, ο εναγόμενος είχε ήδη λάβει τα ανωτέρω ποσά για τη δίκη αυτή, ενώ εκείνη δεν γνώριζε ακόμη ότι αυτός δεν θα τα χρησιμοποιούσε για τις αιτίες που τα είχε παρακρατήσει.

Κατά συνέπεια το επιχείρημα του εναγομένου (βλ. πρωτόδικες προτάσεις του), ότι αν πράγματι αυτός είχε λάβει τα παραπάνω ποσά, η μητέρα του ενάγοντος θα ανακαλούσε την εντολή και θα τον έπαυε αμέσως από δικηγόρο, δεν αρκεί για την ανταπόδειξη της άρνησής του ότι έλαβε τα ποσά αυτά. Μετέπειτα όμως η μητέρα του ενάγοντος και ο σύζυγός της, φοβούμενοι ότι ο εναγόμενος θα τους παρακρατούσε, κατά τον ίδιο τρόπο επί πλέον αμοιβή και για τη δίκη της τακτικής αγωγής, ανέθεσαν και σε άλλο γνωστό τους δικηγόρο (τον νυν πληρεξούσιο του ενάγοντος) να παρακολουθεί παράλληλα την πορεία της υποθέσεώς τους.

Την τακτική αγωγή είχε προσδιορίσει ο εναγόμενος όπως προαναφέρθηκε την 16-10-2000 με την κατάθεση της, (ήτοι πριν από την παραπάνω συνάντησή του με την μητέρα του ενάγοντος) για να δικασθεί την 25-1-2001 ενώ την προηγούμενη, ζήτησε από τη μητέρα του ενάγοντος και η τελευταία υπέγραψε την συνταχθείσα από αυτόν στο τελευταίο φύλλο της εν λόγω αγωγής (οπίσθια σελίδα), από 24-1-2001 δήλωση, με την οποία του δήλωνε ότι "η αγωγή αυτή είχε συνταχθεί κατόπιν επίπονης προσπάθειας του ίδιου προς συλλογή αποδεικτικού υλικού, ότι αυτός θα παρίστατο για τη συζήτηση της, ότι ως αμοιβή του ορίσθηκε ποσοστό 20% επί παντός επιδικασθησομένου ποσού είτε από το πρωτόδικο είτε από το τελεσιδίκως αποφαινόμενο Δικαστήριο συν των δικαστικών εξόδων", καθώς και ότι την δήλωση αυτή η ίδια έκανε "κατόπιν ρητής εντολής και εξουσιοδότησης του γιου της ενάγοντος που ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι ..." (βλ.

το με αρ. σχετ. 45 έγγραφο του ενάγοντος). Το αίτημα της αγωγής αυτής ήταν καταψηφιστικό για επιδίκαση αποζημίωσης συνολικού ποσού 141.302.254 δρχ., ωστόσο ο εναγόμενος με δήλωση του στο ακροατήριο την 25-1-2001 το μετέτρεψε σε αναγνωριστικό, παρουσία μεν της μητέρας του ενάγοντος - που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας στη δίκη εκείνη (βλ.

τα υπ' αρ. 2813/2001 πρακτικά) - η οποία όμως λόγω των προαναφερθεισών γνώσεων της δεν είχε αντιληφθεί, τη σημασία της δηλώσεως αυτής του εναγομένου περί μετατροπής του αιτήματος της αγωγής. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2813/2001 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 18-9-2001 ο εναγόμενος τηλεφώνησε στη μητέρα του ενάγοντος και της ζήτησε να του δώσει το ποσό των 2.500.000 δρχ. για να πληρώσει τους πραγματογνώμονες, λέγοντας της ότι "οι γιατροί πάντοτε πληρώνονται για να καταθέσουν πραγματογνωμοσύνη" και ότι διαφορετικά θα απορριπτόταν η αγωγή.

Η μητέρα του ενάγοντος, μη έχουσα σχετικές γνώσεις, όπως προαναφέρθηκε, πείσθηκε και την επομένη ημέρα, πήγε με τον σύζυγο της στην οικία του εναγομένου στη … και του κατέβαλε το παραπάνω ποσό - το οποίο μάλιστα δεν διέθετε η ίδια, αλλά το έλαβε από τον πατέρα της Α. Μ. (ενόρκως βεβαιούντα) - για λογαριασμό του ενάγοντος.

Ο εναγόμενος όμως δεν κατέβαλε το παραπάνω ποσό στους πραγματογνώμονες, αλλά, όπως αποδεικνύεται και από τις από 27-1-2003 και 4-2-2003 ένορκες εξετάσεις των πραγματογνωμόνων Λ. Π. και Δ. Α. αντίστοιχα, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων ποινικής δίκης, σ' αυτούς κατέβαλε (ο ίδιος, μάλιστα, ο εναγόμενος) το συνολικό ποσό των 360.000 δρχ. (ενώ εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απάντησε αναληθώς, ότι δεν γνωρίζει ποιος του τα έδωσε).

Η οριστική απόφαση επί της τακτικής αγωγής εκδόθηκε την 29-7-2002, με αριθμό 3791/2002 και με αυτήν επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, αναγνωριστικώς, το ποσό των 134.349,55 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, καθώς και δικαστική δαπάνη υπέρ αυτού 5.000 ευρώ. Τότε για πρώτη φορά πληροφορήθηκε ο ενάγων - από τον ως άνω δικηγόρο στον οποίο είχε αναθέσει να παρακολουθεί την πορεία της υποθέσεώς του - ότι ο εναγόμενος αφενός δεν είχε καταβάλει το εισπραχθέν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ποσό των 1.400.000 δρχ.

για δικαστικό ένσημο της τακτικής αγωγής, αφού η ως άνω απόφαση του επιδίκαζε αναγνωριστικώς το ποσό που προαναφέρθηκε, αφετέρου ότι δεν είχε καταβάλει στους πραγματογνώμονες ολόκληρο το ληφθέν από αυτόν ως άνω ποσό των 2.500.000 δρχ. αλλά μόνον τα ποσά των 180.000 δρχ. στον καθένα, όπως αυτοί είχαν πληροφορήσει τον δεύτερο ως άνω δικηγόρο του.

Τόσο ο ενάγων όσο και η μητέρα του με το σύζυγο της του ζήτησαν εξηγήσεις για τη μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου αλλά και για την χωρίς δική τους εντολή, μετατροπή του αιτήματος της τακτικής αγωγής, ο δε εναγόμενος απαντούσε ότι το έκανε "για να γλυτώσουν το ποσό των 1.400.000 δρχ. μήπως απερρίπτετο η αγωγή, και ότι κράτησε το ποσό αυτό γιατί είχε δικαίωμα να βγάλει διαταγή πληρωμής για την είσπραξη του επιδικασθέντος ποσού".

Σχετικά με το γεγονός της μη καταβολής του ως άνω ποσού για δικαστικό ένσημο της τακτικής αγωγής και ο ίδιος ο εναγόμενος, κατέθεσε ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελημάτων του Εφετείου Αθηνών ως πολιτικώς ενάγων στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων ποινικής δίκης επί λέξει "Δεν κατέβαλα το δικαστικό ένσημο ύψους περίπου 1.400.000 δρχ. ...

διότι το μετέτρεψα ... σε αναγνωριστικό ... . Άλλωστε σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής μπορούσα νομικά το αναγνωριστικό αίτημα να το μετατρέψω σε καταψηφιστικό με την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής" (βλ. σελ. 3 της με αριθμό 977/2009 αποφάσεως του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου, η οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ.

προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως εκδοθείσα μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως). Το γεγονός εξάλλου ότι ο εναγόμενος έλαβε από τη μητέρα του ενάγοντος τα προαναφερθέντα ποσά των 4.100.000 δρχ. με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και των 2.500.000 δρχ. για τους πραγματογνώμονες αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία - εκτιμώμενη σε συνδυασμό με την εξέταση των διαδίκων και το όλο αποδεικτικό υλικό που προαναφέρθηκε, πλην του ως άνω εγγράφου απομαγνητοφωνημένης συζητήσεως - κρίνεται ειλικρινής.

Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυς κατέθεσε ότι πήγε με μαγνητοφωνάκι στο σπίτι του (εναγομένου) γιατί δεν είχε άλλη λύση και ότι ο τελευταίος του είπε ότι πήρε τα χρήματα και θα πάρει άλλα τόσα και ότι δεν λογάριαζε κανένα Δικηγορικό Σύλλογο (βλ. τα με αρ. 2021/2005 πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Το γεγονός εξάλλου της συνάντησης αυτής αποδεικνύεται από την εξέταση του ίδιου του εναγομένου ως μάρτυρος κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελημάτων του Εφετείου Αθηνών, στην ποινική δίκη που προαναφέρθηκε, όπου καταθέτει και ο ίδιος ότι "ο Μ.

έφερε εν αγνοία μου μαγνητόφωνο και με μαγνητοφώνησε ... Δεν τον μήνυσα" (βλ. σελ. 2 της προαναφερθείσης 977/2009 αποφάσεως του ποινικού Δικαστηρίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της με αρ. 3791/2002 αποφάσεως επί της τακτικής αγωγής - που είχε εκδοθεί την 29-7-2002 όπως προαναφέρθηκε, με αναγνωριστικό και όχι καταψηφιστικό διατακτικό - κλονίσθηκε πλέον η εμπιστοσύνη του ενάγοντος προς τον εναγόμενο και λόγω των όσων είχε πληροφορηθεί και για τη μη καταβολή στους πραγματογνώμονες ολοκλήρου του ποσού των 2.500.000 δρχ.

οπότε αποφάσισε να ανακαλέσει την δοθείσα στον εναγόμενο εντολή για τη δίκη επί της τακτικής αγωγής. Ειδικότερα ο ενάγων με την από 8-8-2002 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, την οποία κοινοποίησε προς τον εναγόμενο την 12-8-2002 (βλ. την 5378/2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...), απαριθμώντας τα ποσά που αυτός είχε λάβει από τη μητέρα του, του 1.000.000 δρχ.

για τα ασφαλιστικά μέτρα, των 2.200.000 δρχ. ως αμοιβή (επί πλέον), των 1.400.000 δρχ. για δικαστικό ένσημο της τακτικής αγωγής των 2.500.000 δρχ. για αμοιβή πραγματογνωμόνων, ήτοι ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και άλλα ποσά που δεν αποτελούν αντικείμενο αυτής, αφενός διαμαρτυρόταν αποδίδοντας του ότι δολίως υπεχρέωσε τη μητέρα του να υπογράψει ότι έλαβε το ποσό των 10.903.555 δρχ., αφετέρου ανακαλούσε την προς αυτόν δοθείσα εντολή, ενώ τον καλούσε να του καταβάλει άμεσα ποσό 2.030.000 δρχ. (630.000 συν 1.400.000 δρχ.) ως παρανόμως εισπραχθέν δικαστικό ένσημο.

Ζητούσε επίσης να του παραδώσει αποδείξεις πληρωμής των πραγματογνωμόνων, άλλως να του επιστρέψει το ποσό που για την αιτία αυτή είχε λάβει από τη μητέρα του, ενώ μεταξύ άλλων του δήλωνε ότι τα υπόλοιπα ποσά που μη νομίμως του είχε αποσπάσει θα τα συμψήφιζε με την πραγματική αμοιβή που θα δικαιούτο αυτός για την εκδίκαση της τακτικής αγωγής και όταν αυτή θα τελεσιδικούσε.

Ο εναγόμενος εξάλλου με την από 19-8-2002 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία, που κοινοποίησε στον ενάγοντα την 19-8-2002 (βλ. 15786/19-8-2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...) αρνήθηκε όλα όσα του απέδιδε ο ενάγων με το παραπάνω εξώδικο, του ανταπέδιδε δε ότι εκείνος μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, επιστράτευσε δόλια μέσα, προκειμένου να μην του καταβάλει την συμφωνηθείσα εργολαβική του αμοιβή του 20% επί του επιδικασθέντος ποσού, εκθέτοντας του περαιτέρω ότι τα μοναδικά χρήματα που είχε εισπράξει ήταν η αμοιβή του για τα ασφαλιστικά μέτρα που δεν είχε συμφωνηθεί εργολαβικώς, ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για τα χρήματα που αξίωνε ο ενάγων να του επιστρέψει αλλά αντίθετα ότι υπήρχε η απόδειξη της μητέρας του τελευταίου ότι είχε εισπράξει ολόκληρο το ποσό των 10.903.555 δρχ.

αφήνοντας και υπαινιγμούς σε βάρος της μητέρας και του πατριού του ενάγοντος για το ποσό αυτό. Σχετικά με τη μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου και τον περιορισμό του αιτήματος της τακτικής αγωγής, επαναλάμβανε τα παραπάνω επιχειρήματα που είχε απαντήσει προφορικώς στον ενάγοντα, ενώ σχετικά με την αμοιβή των πραγματογνωμόνων, απαντούσε ότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες εκθέσεις τους "η απόφαση θα επιδίκαζε πενταροδεκάρες" και ότι "εν πάσει περιπτώσει ήταν απειρία και του ενάγοντος να ισχυρίζεται ότι πλήρωσε τους πραγματογνώμονες, διότι αν αυτό υπέπεπτε στην αντίληψη των αντιδίκων του η υπόθεση θα έπαιρνε άλλη τροπή και θα έχανε το Εφετείο".

Τέλος μεταξύ άλλων, δήλωνε προς τον ενάγοντα ότι δεν αποδεχόταν την ανάκληση και ότι τόσο ο ίδιος, η μητέρα του και ο πατρυιός του, όσο και ο γνώριμος τους δικηγόρος θα τον έβρισκαν αντιμέτωπο ως διάδικο στις περαιτέρω δίκες τους με τους αντιδίκους τους (βλ. από 19-8-2002 εξώδικη απάντηση του εναγομένου, την οποία ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει).

Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε, την 1-11-2002, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μήνυση εναντίον του εναγομένου, αποδίδοντας του τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και της υπεξαιρέσεως - διαλαμβάνοντας τα ίδια γεγονότα που περιέχονται στην κρινόμενη αγωγή - επί της οποίας εκδόθηκε το με αρ. 3042/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (μετά προσφυγή του εναγομένου κατά του με αρ. 205/2004 κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο καλείτο για να εμφανισθεί ενώπιον του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί για τις ως άνω πράξεις), το οποίο βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο.

Με το βούλευμα αυτό, το οποίο δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, κρίθηκε - αντίθετα με την παραπεμπτική πρόταση του Εισαγγελέως - ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του νυν εναγομένου για τις ως άνω πράξεις. Ακολούθως ο ενάγων με την από 24-12-2002 "καταγγελία προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών", κατάγγειλε τον εναγόμενο, αποδίδοντάς του ότι παράνομα είχε εισπράξει τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, αναφέροντας και τα άλλα ποσά που ανέφερε και στο παραπάνω εξώδικο του (που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής), όπως και ότι είχε ανακαλέσει την προς αυτόν εντολή και ζητούσε την τιμωρία του, καθώς και την παράδοση ενώπιον του ΔΣΑ του φακέλλου (της δικογραφίας του με τα σχετικά έγγραφα), την οποία ο εναγόμενος αρνείτο να του παραδώσει.

Επί της ως άνω αναφοράς του ενάγοντος κατά του εναγομένου, σχηματίσθηκε η με αρ. 43/2003 πειθαρχική δικογραφία και το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΔΣΑ εξέδωσε την με αρ. 278/2007 απόφαση, με την οποία έκρινε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλουμένου δικηγόρου (βλ. την επικαλούμενη και παραδεκτώς προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο κατ' άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ., ως εκδοθείσα μετά την πρωτοβάθμια δίκη, από 27-2-2008 βεβαίωση του Δ.Σ.Α.).

Η εν λόγω απόφαση του Δ.Σ.Α. επίσης δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως δεν δεσμεύει και η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα (παραδεκτώς κατ' άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ., όπως προαναφέρθηκε) με αρ. 977/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελημάτων του Εφετείου Αθηνών - εκδοθείσα (κατ' έφεση της 18152/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) κατόπιν της από 19-8-2002 εγκλήσεως του εναγομένου, κατά του ενάγοντος, των προαναφερθέντων συγγενών του και του συντάξαντος το από 8-8-2002 ως άνω εξώδικο, δικηγόρου Ο.

Κ. - με την οποία απαλλάχθηκαν κατά πλειοψηφία, ο ενάγων, η μητέρα του και ο πατρυιός του, της αποδοθείσας σ'αυτούς κατηγορίας για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, που φέρονταν ως διαπραχθείσες με το προαναφερθέν από 19-8-2002 εξώδικο έγγραφο του ενάγοντος προς τον εναγόμενο.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι λοιπές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί στα πλαίσια ποινικών δικών μεταξύ του εναγομένου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, δεν ασκούν επιρροή στην παρούσα διαφορά των διαδίκων. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε πλήρως ότι Α) τον Οκτώβριο του 2000, ο εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στη μητέρα του ενάγοντος ότι θα της κατέβαλε ποσό 10.903.555 δρχ., ζητώντας της πριν την καταβολή του ποσού αυτού να υπογράψει την από 20-10-2000 απόδειξη, ενώ στη πραγματικότητα της κατέβαλε μόνον το ποσό των 6.803.555 δρχ.

Β) εν συνεχεία μη νομίμως παρακράτησε το ποσό των 4.100.000 δρχ., παριστάνοντας σ' αυτήν ψευδώς και πείθοντας την ότι α) αυτός δικαιούτο να λάβει ως αμοιβή του 2.200.000 δρχ. ως ποσοστό 20% για τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ δεν υπήρχε μεταξύ τους τέτοια συμφωνία για τη δίκη εκείνη, αλλά μόνο για την τακτική αγωγή, β) ότι θα κατέβαλε 1.400.000 δρχ.

για δικαστικό ένσημο της ασκηθείσης τακτικής αγωγής, ενώ ουδέποτε κατέβαλε το ποσό αυτό και γ) ότι θα κατέβαλε 500.000 δρχ. για προσδιορισμό σύντομης δικασίμου ενώ δεν απαιτείτο ούτε κατέβαλε κανένα ποσό για την αιτία αυτή και Γ) μη νομίμως έλαβε από τη μητέρα του ενάγοντος το ποσό των 2.140.000 δρχ. (2.500.000 μείον 360.000 δρχ.) παριστάνοντας σ' αυτήν ψευδώς ότι ολόκληρο το ποσό των 2.500.000 δρχ.

που είχε ζητήσει και λάβει από αυτήν θα το κατέβαλε στους πραγματογνώμονες, ενώ σ' αυτούς κατέβαλε ως αμοιβή μόνον το ποσό των 360.000 δρχ. Έτσι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 6.240.000 δρχ. (4.100.000 συν 2.140.000 δρχ.) ή 18.312,55 ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στον ενάγοντα, για λογαριασμό του οποίου του είχε δοθεί από την αντιπρόσωπο αυτού μητέρα του.

Από τις παραπάνω αδικοπραξίες του εναγομένου ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι αδικοπραξίες αυτές, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλος), της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας και ψυχικής ταλαιπωρίας, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων.

Ενόψει των παραπάνω η με αριθμό καταθέσεως 1542/2004 αγωγή του Κ. Θ. έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς τα ανωτέρω ποσά. Συνακόλουθα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε αυτήν ως προς τα ποσά αυτά ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ο εκκαλών Κ.

Θ. παραπονείται με τους σχετικούς λοιπούς λόγους της εφέσεως του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ενώ ορθά κατ' αποτέλεσμα απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε το κονδύλιο των 2.934,67 ευρώ (1.000.000 δρχ.) απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της εφέσεως. Περαιτέρω, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν την με αρ.

καταθέσεως 426/2005 αγωγή του Δ. Π., και επιδικάζοντας υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με τον σχετικό λόγο της εφέσεως του, καθόσον, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αυτής. Ειδικότερα, από τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αγωγή του Κ.

Θ. γεγονότα - τα οποία και ο ενάγων Δ. Π. επικαλείται προς θεμελίωση της αγωγής αυτής, ισχυριζόμενος ότι είναι ψευδή και συκοφαντικά για την προσωπικότητα του - τα προαναφερθέντα με στοιχεία Α, Β, Γ αποδείχθηκαν αληθή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ενώ σχετικά με το πρώτο γεγονός, που επικαλέσθηκε ο Κ. Θ.

προς θεμελίωση του κονδυλίου των 1.000.000 δρχ. της δικής του αγωγής (ότι αποσπάσθηκε με δόλο του εναγομένου) δεν αποδείχθηκε μεν ότι ήταν αληθές, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Το γεγονός αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εναγομένου - ενάγοντος Δ. Π., εφόσον εμφανιζόταν αυτός να αποσπά παρανόμως χρήματα ως δικηγόρος από τα πρόσωπα που του ανέθεταν τις δικαστικές υποθέσεις τους, ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Κ.

Θ. γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος αυτού και ότι το διέλαβε στην αγωγή του με σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του εναγομένου στην αγωγή αυτή Δ. Π., αλλά ότι το γεγονός αυτό διέλαβε στην εν λόγω αγωγή του - που κατά τα λοιπά περιείχε αληθή γεγονότα - πιστεύοντας ότι ήταν και αυτό αληθές, σύμφωνα με όσα του είχαν διηγηθεί η μητέρα του και ο πατριός του, και ότι το διέλαβε μόνον προς υπεράσπιση της υποθέσεως του και όχι με σκοπό να δυσφημίσει ή να εξυβρίσει τον εναγόμενο-ενάγοντα".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-εκκαλών-εναγόμενος-ενάγων και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού απαραδέκτου, αορίστου ή μη νομίμου, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, του οποίου η εφαρμογή και έναντι απαιτήσεων των εντολέων των δικηγόρων κατά των τελευταίων δεν αποκλείεται από τις διατάξεις του νόμου 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων" ούτε και από άλλη διάταξη, "αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δικαίωμα επίσχεσης)".

Συνεπώς ο δικηγόρος που έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του και των εξόδων κατά του εντολέα, δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση στον εντολέα του των ποσών που εισέπραξε κατά την εκτέλεση της εντολής για λογαριασμό του, ωσότου ο εντολές του ικανοποιήσει την, κατά τα πιο πάνω, αξίωσή του.

Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το απαραίτητο για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α)περί ασκήσεως του δικαιώματος του επισχέσεως για την οφειλόμενη εις εκείνον από τον αναιρεσίβλητο και σε ποσοστό 20% συνομολογηθείσα δικηγορική του αμοιβή, η οποία, υπολογιζομένη επί του επιδικασθέντος με την 5782/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ποσού των 87179,00 ευρώ, ανέρχεται στο ποσό των 17.600,00 περίπου ευρώ, γεγονός που αναιρεί τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου και την αντίστοιχη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί παράνομης, ιδιοποιήσεως του ποσού των 18.312,55 ευρώ και β) περί αποσβέσεως της κατ' αυτού αξιώσεως του αναιρεσίβλητου μετά του διατυπούμενου στην από 8-8-2002 εξώδικη δήλωση του τελευταίου συμψηφισμού αυτής προς την οφειλόμενη από εκείνον στον αναιρεσείοντα δικηγορική του αμοιβή.

Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει, παρά τα αντιθέτως με το αναιρετήριο υποστηριζόμενα, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα με την έφεση, ως εκκαλούντα ή με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος ή εναγόμενο, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση να ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς παράλληλα να συντρέχουν οι εξαιρετικής περιπτώσεις της εν λόγω διατάξεως.

Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω αναιρετική αιτίαση ελέγχεται ως αβάσιμη, δοθέντος ότι α)κατά τον χρόνο τελέσεως των αποδιδομένων στον αναιρεσείοντα αξιόποινων πράξεων, κατά της παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν απαιτητή και ληξιπρόθεσμη η αξίωσή του κατά του αναιρεσίβλητου για την οφειλόμενη εις εκείνον δικηγορική αμοιβή, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 327, 450 ΑΚ δεν παρέχεται δικαίωμα επισχέσεως κατά απαιτήσεως η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά την έννοια του άρθρου 325 ΑΚ το δικαίωμα επισχέσεως παρέχεται στον οφειλέτη επί συμβατικών σχέσεων από τις οποίες γεννώνται αμοιβαίες υποχρεώσεις των μερών προς παροχή, σε αντιδιαστολή από τις αξιώσεις από αδικοπραξία, στην οποία ελλείπει το στοιχείο της αμοιβαιότητας των παροχών, και β)με την από 8-8-2002 δήλωσή του ο αναιρεσίβλητος, διατυπώνει πρόθεσή του για συμψηφισμό προς την κατ' αυτού ανταπαίτηση του αναιρεσείοντος, όταν η τελευταία καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή προϋπόθεση για την προβολή του.

Πρόκειται, επομένως, για μη νομίμους ισχυρισμούς, οι οποίοι κατά συνέπεια δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με τον τέταρτο κατά σειρά αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το 3042/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απαλλακτικό για τις ανταποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της απάτης και υπεξαιρέσεως, στις αιτιολογίες στις οποίες ειδικά αναφέρεται και αξιολογείται.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, για την θεμελίωση αξιώσεως από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, ζημία και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεις και της ζημίας που επήλθε, πραγματικό που πληρούται με τη συνδρομή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως αξιόποινης πράξεως.

Ειδικότερα, κατά τις ενδιαφέρουσες διατάξεις των άρθρων 386 και 375 ΠΚ τιμωρείται Α) Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιούται το έγκλημα της απάτης και Β) Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαιολογητικό λόγο.

Τέλος, κατά το άρθρο 57§1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής, Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.

Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 361 και 362, 363 ΠΚ αξιόποινες πράξεις της εξυβρίσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτους γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου.

Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη, α)οι δυσμενείς κρίσεις, β)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η γ)σε ανάλογες περιπτώσεις (παρ.1). Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α)όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και β)όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (παρ.2).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, που αποβλέπει στην προστασία της τιμής και της σχετικής με την ηθική και κοινωνική υπόσταση ορισμένου προσώπου εκάστοτε εκτιμήσεως ή γνώμης των τρίτων, σαφώς προκύπτει ότι κάθε ενέργεια με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εν γνώσει του ενεργούντος, η οποία ενέχει κατά την κοινή αντίληψη διαμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας τρίτου προσώπου ή καταφρόνηση αυτού, ήτοι έλλειψη της προς αυτόν εκτιμήσεως, στοιχειοθετεί το αδίκημα της εξυβρίσεως.

Το αδίκημα αυτό είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως του προαναφερόμενου αγαθού και συνεπώς δεν απαιτείται και συγκεκριμένη αυτού βλάβη ούτε άλλωστε και ειδικός προς τούτο δόλος του ενεργούντος. Αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο δράστης γνωρίζοντας την κατά την κοινή αντίληψη προκλητικότητα των ενεργειών του για την τιμή τρίτου προσώπου, προέβη στις ενέργειές του αυτές είτε ενώπιον τρίτων είτε ενώπιον του θιγομένου προσώπου κατά τρόπο που μπορεί, λόγω της εξωτερικεύσεως, να επιφέρει βλάβη στο προαναφερόμενο αγαθό.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, α) κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στην ενεργούσα ως αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου μητέρα του ότι θα κατέβαλε εις εκείνη το ποσό των 10.903.555 δρχ, υπογράφοντας πριν την καταβολή, πεισθείσα από τις αναληθείς περί τούτου διαβεβαιώσεις του, την ισόποσης αξίας από 20-10-2000 απόδειξη, έναντι του οποίου της κατέβαλε εκείνο των 6.803.555 δρχ, β) ότι στη συνέχεια παρακράτησε, χωρίς δικαιολογητικό λόγο και εντεύθεν παρανόμως το ποσό των 4.100.000 δρχ, πείθοντας αυτήν με την παράσταση των ψευδών διαβεβαιώσεων του (αα) ότι αυτός δικαιούται να λάβει ως αμοιβή του το ποσό των 2.200.000 δρχ.

ως ποσοστό 20% για την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να έχει καταρτισθεί αντίστοιχου περιεχομένου συμφωνία του για την δίκη εκείνη, για την οποία είχε λάβει προηγουμένως τη συνομολογηθείσα αμοιβή του 1.000.000 δρχ., (ββ) ότι θα κατέβαλε το ποσό του 1.400.000 δρχ. για δικαστικό ένσημο της ασκηθείσης τακτικής αγωγής, την οποία περιόρισε σε αναγνωριστική και (γγ) ότι θα κατέβαλε 500.000 δρχ.

για προσδιορισμό σύντομης δικασίμου της τακτικής αγωγής, την οποία είχε καταθέσει από 16-10-2000, με παράλληλο προσδιορισμό δικασίμου προς συζήτηση αυτής, γ)ότι έλαβε από τη μητέρα του αναιρεσίβλητου, ενεργούσα πάντοτε με την προδειληφθείσα ιδιότητά της, το ποσό των (2.500.000-360.000) 2.140.00 δρχ. πείθοντας αυτή με την αναληθή διαβεβαίωσή του ότι το εν λόγω ποσό των 2.500.000 δρχ.

που έλαβε, θα κατέβαλε ως αμοιβή των ορισθέντων πραγματογνωμόνων, αιτία για την οποία πράγματι κατέβαλε το ποσό των 360.000 δρχ. και δ)ότι με τις εν λόγω άδικες και υπαίτιες, από πρόθεση, πράξεις του, με τη μορφή των εγκλημάτων της απάτης και της υπεξαιρέσεως, ο αναιρεσείων παράνομο ιδιοποιήθηκε το συνολικό ποσό των {(4.100.00+2.140.00) 6.240.000} 18.312,55 ευρώ με ισόποση από την αιτία αυτή, σε αιτιώδη σύνδεσμο, θετική ζημία του αναιρεσίβλητου (με στοιχ.

Α κεφάλαιο της αποφάσεως) και περαιτέρω (ε) ότι τα με στοιχ.(α)-(γ) πραγματικά περιστατικά, που είναι αληθή και ψευδές ότι το ποσό του 1.000.000 δρχ. αποσπάσθηκε δολίως από τον αναιρεσείοντα χωρίς όμως ο αναιρεσίβλητος να τελεί σε γνώση της αναληθείας του, διέλαβε ο τελευταίος στη με στοιχ. Α αγωγή του μόνο προς υπεράσπιση της υποθέσεώς του, χωρίς παράλληλα να έχει πρόθεση δυσφημίσεως ή εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος (με στοιχ.

Β κεφάλαιο της αποφάσεως). Τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνόμενης με στοιχ. Α αγωγής του αναιρεσίβλητου και την απόρριψη της κατ' αυτού κατευθυνόμενης με στοιχ. Β αγωγής του αναιρεσείοντος, θεμελιούμενης στο ψευδές των αγωγικών ισχυρισμών του τελευταίου και την εντεύθεν υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (2ος και 5ος λόγος) και 19 (3ος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 349/7-4-2010 αίτηση για αναίρεση της 1035/26-2-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ