Supreme Court allows appeal on abuse of right defense regarding door sealing in shared commercial property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject an abuse of right defense. The appellant argued that sealing the warehouse door violated good faith and economic purpose, as the door had been used for business access for decades without objection. The Court found the lower court erred in applying Article 281 of the Civil Code, ruling that the defense was valid and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A right is exercised abusively when prior conduct creates a reasonable belief it will not be exercised, and subsequent exercise causes unjustified hardship without sufficient justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 916 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 916/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:....., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Της αναιρεσίβλητης: ....., με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου των συνιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ευρισκομένης στην Αθήνα και επί της οδού ..... αριθ. .. (.... .....) πολυκατοικίας, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιανουαρίου 1999 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ........ ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4206/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 686/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 263/2004 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε μερικώς την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 1959/2005 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 9 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα, που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟΛ. 28/1998, ΑΠ 391/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της εφέσεως του αρχικώς αντεναγομένου, τον οποίο, θανόντα, διαδέχθηκε, ως κληρονόμος του, ο αναιρεσείων, ο εκκαλών επανέφερε με λόγο εφέσεως την πρωτοδίκως προβληθείσα κατά του αιτήματος της ανταγωγής της αρχικώς εναγομένης διαχειρίστριας της συνιδιοκτησίας, την οποία διαδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, για τη σφράγιση της προς τον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας θύρας της υπόγειας αποθήκης του ισόγειου καταστήματός του ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ανταγωγικού αυτού δικαιώματος, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Η θύρα αυτή κατασκευάστηκε από την εργολήπτρια εταιρία το έτος 1976 με τη σύμφωνη γνώμη του εκκαλούντος ως συνοικοπεδούχου και του άλλου συνοικοπεδούχου
.....κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας στα πλαίσια των σχεδίων τους για την εκμίσθωση του καταστήματος προς εκμετάλλευση επιχειρήσεως εστιατορίου. β) Στο κατάστημα αυτό επί εικοσαετία από το έτος 1978, που περατώθηκε η οικοδομή, λειτούργησε αρχικώς εστιατόριο και ακολούθως καφετέρια και το υπόγειο και η επίδικη θύρα του χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες της επιχειρήσεως υπό τα όμματα των συνιδιοκτητών, χωρίς ποτέ αυτοί να προβάλλουν αντιρρήσεις για την κατασκευή της θύρας και τη χρησιμοποίησή της.
γ) Κατά το έτος 1998, που το ισόγειο κατάστημα χωρίς την αποθήκη εκμισθώθηκε προς τα ΕΛΤΑ, επισκευάστηκε και βάφτηκε όλη η αποθήκη, αλλά οι λοιποί συνιδιοκτήτες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις για την ανακαίνισή της αυτή. δ) Η επιβολή στον εκκαλούντα της υποχρεώσεως για σφράγιση της θύρας προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού καθίσταται αδύνατη η απλή είσοδός του στην αποθήκη, ενώ οι λοιποί συνιδιοκτήτες δεν υφίστανται καμιά βλάβη από την ύπαρξη της θύρας αυτής, έτσι ώστε η σφράγισή της είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Η ένσταση αυτή, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, είναι νόμιμη, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όπως έχει κρίνει και η αναιρετική 263/2004 απόφαση του ίδιου τούτου Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την οποία εκδόθηκε η νυν αναιρεσιβαλλομένη. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι τα επικληθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ανταγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για σφράγιση της θύρας της αποθήκης του καταστήματος του αναιρεσείοντος και απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη.
Ετσι, που έκρινε, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε ο λόγος της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που αφορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του προαναφερθέντος ανταγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει την 1959/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ