Supreme Court partially allows appeal against labor contract dismissal, remanding case for further trial on specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a labor dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly applied non-applicable laws regarding indefinite-term contracts and constitutional provisions, while the respondent contended the dismissal was lawful due to the intermittent nature of the employment. The court agreed that the lower court erred in applying specific statutes and constitutional articles that were not in force at the relevant time, but rejected the appeal regarding one appellant whose employment was intermittent and did not meet the criteria for a permanent contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §§1 and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 103 of the Constitution; Article 8 §3 of Law 2112/1920; Article 19 §§1(a) and 11β of Law 1404/1983: An appeal is partially admissible when the lower court erroneously applies non-applicable substantive laws and constitutional provisions, but inadmissible regarding specific appellants whose employment history does not satisfy statutory requirements for permanent contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 915 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 915/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Τ. του Ε., συζ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 2)Δ. Μ. του Π., συζ. Χ. Σ., κατοίκου ..., 3)Ε. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 4)Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6)Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 7)Ν. Γ., κατοίκου ..., 8)Ι. Κ. του Φ., συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 9)Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 10)Μ. Μ. του Ε., συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., 11)Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 12)Α. Β. του Μ. - Μ., συζ. Ν. Α., κατοίκου ..., 13)Ε. Κ. του Μ., συζ. Σ. Μ., κατοίκου ..., 14)Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 15)Μ. Π. του Κ., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., 16)Α. Α. του Δ., συζ. Π. Μ., κατοίκου ..., 17)Α. Χ. του Α., κατοίκου ... και 18)Α. Μ. του Ν., κατοίκου .... Οι 2η, 4ος, 5ος, 11ος, 15η, 17ος και 18η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί (1η, 3η, 6ος, 7ος, 8η ,9η ,10η ,12η ,13η, 14ος και 16η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι. και ήδη ΑΤΕΙ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπου που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1114/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 555/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/1/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 30/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθ.576§§1 και 3 ΚΠολΔ που ορίζουν ότι (α) αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και (β) αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ’ αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, προκύπτει ότι αν στην δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και την συζήτηση επισπεύδουν μερικοί απ’ αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ’ αυτήν και τους υπολοίπους, έστω και ομοδίκους τους, τότε δε ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 3/2013, ΑΠ ...2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Π. με αριθ..../27-5-2016 (με την στην συνέχεια αυτής απόδειξη παραλαβής δικογράφου από τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο και βεβαίωση παράδοσης στον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο συστημένης επιστολής με γραπτή ειδοποίηση), .../27-5-2016, ...-2016, .../27-5-2016, .../27-5-2016, ...26-5-2016, ...27-5-2016, .../27-5-2016, .../26-5-2016, ...26-5-2016 και .../26-5-2016 (με τις στην συνέχεια των δύο τελευταίων αποδείξεις παραλαβής δικογράφων από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους και βεβαιώσεις παράδοσης στους αρμόδιους ταχυδρομικούς υπαλλήλους συστημένων επιστολών με γραπτές ειδοποιήσεις), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατά την αρχική δικάσιμο της 11-10-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (31-1-2017), επιδόθηκε, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε έναν από τους 1η, 3η, 6ο, 7ο, 8η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14ο και 16η αναιρεσείοντες.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες αυτοί και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ.226§4 εδ.
γ’ , 575 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ.68, 80 και 81 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (άρα και ενώπιον του Αρείου Πάγου), να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, με κατάθεση δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου στους διαδίκους, για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του με .../2016 και επιδόθηκε σε αμφότερα τα διάδικα μέρη (με αριθ..../2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Α. Λ.), πρόσθετη παρέμβαση το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του αναιρεσιβλήτου εναγομένου ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Αθήνας" (όπως είχε ασκήσει και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας), κατά του οποίου οι αναιρεσείοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας διδακτικό κλπ.
έργο και να υποχρεωθεί αυτό να τους απασχολεί με τις συμβάσεις αυτές στην θέση, με την ειδικότητα και με τους ίδιους γενικά όρους που τους απασχολούσε, επικαλούμενο (προσθέτως παρεμβαίνον) ότι έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι τα ΤΕΙ, όπως το αναιρεσίβλητο εναγόμενο, αποτελούν μεν αυτοτελή ν.π.δ.δ.
με πλήρη αυτοδιοίκηση, τελούν, όμως, υπό την εποπτεία του Κράτους και έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά απ’ αυτό, το οποίο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων τους, μεταξύ των οποίων και οι σχετικές με την τοποθέτηση-πρόσληψη-διορισμό κλπ. του πάσης φύσεως απασχολουμένου στα ΤΕΙ προσωπικού, οι δε αποδοχές αυτού, όπως ειδικότερα και των εναγόντων, βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.
Συνεπώς, η πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά και είναι νόμιμη, ως εκ τούτου δε πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω συνεκδικαζόμενη με την αίτηση (άρθ.31§1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ.(Α) Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΠλΟλΑΠ 8, 7/2011) (Β) Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εποµένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα µε το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης (έργου ή ανεξάρτητης ή) εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας του εργοδότη, ακόμη και εάν αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης (έργου ή) εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ ...2017, 1390/2015, 369/2013, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι την 17-4-2001, όταν άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες στο άρθ.103 του Συντάγματος παράγραφοι 7 και 8, ΠλΟλΑΠ 8 και 8/2011).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δεν είναι δηλ. χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Ως εκ τούτου η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλ. "κάθετη" και όχι "οριζόντια".
Η οριζόντια ισχύς της ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 23/1998, ΑΠ ...2017). Η ως άνω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτήν, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ.8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου (ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα) και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης (έργου ή) εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ΠλΟλ.ΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ ...2017, 1390/2015), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ ...2017, 1390/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19§§1 α’ και 11 β’ του ν. 1404/1983, ισχύοντος κατά το κρίσιμο εδώ χρονικό διάστημα, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη, η δε ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτόν, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με τα άρθ. 16§5 του Συντάγματος, 1§1 ν.1404/1983 και 1 ν.2916/2001 τα ΤΕΙ αποτελούν ν.π.δ.δ. που ανήκουν στην τριτοβάθμια (ανώτατη) δημόσια εκπαίδευση και επομένως περιλαμβάνονται στον δημόσιο τομέα. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων (έργου ή) εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.
πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΠλΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ ...2017).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθ. 8§1 ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθ. 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της σύμβασης, των ΠΥΣ 236/1994 (ΦΕΚ 115 Α’ ) και 55/1998 (ΦΕΚ 292 Α’ ), καθώς και οι διατάξεις του άρθ. 21 ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’ ), του άρθ. 6 ν. 2527/1997 και του άρθ. 19§1 α’ και β’ ν. 1404/1983(ΑΠ ...2017, 1390/2015, 1678/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι : (i) Με την ένδικη από 26-3-2004 (και με αριθ.εκθ.κατ.1374/2004) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) εξέθεταν ότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο (και τώρα αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ) Αθήνας, διδάσκοντας στους σπουδαστές του αντικείμενα της ειδικότητάς τους, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα, συνεχώς και αδιαλείπτως από την, ως κατωτέρω για τον κάθε έναν, πρόσληψή τους μέχρι και την άσκηση της αγωγής, με πολλαπλές και αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τις οποίες το εναγόμενο καταχρηστικά χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει ως ορισμένου χρόνου, ότι επίσης ψευδεπίγραφα και προσχηματικά αναφέρεται στις συμβάσεις τους ότι δήθεν προσλαμβάνονται για να καλύψουν πρόσκαιρες εκπαιδευτικές ανάγκες, στην πραγματικότητα, όμως, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια μίας και μόνης ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, η οποία άρχισε από την αρχική πρόσληψή τους, αφού όλοι προσλήφθηκαν για να καλύψουν και πράγματι καλύπτουν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου, όντας απολύτως και διαρκώς απαραίτητοι για την λειτουργία του, εργάζονται δε με τους ίδιους όρους, συνθήκες και προσόντα όπως οι ελάχιστοι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των εκπροσώπων του εναγομένου και τελώντας υπό τον πλήρη και διαρκή έλεγχό του ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο της εργασίας τους, ότι το εναγόμενο παράνομα και κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθ.8§3 ν.2112/1920, της Οδηγίας 99/70/ΕΚ και του ΠΔ 81/2003 τους υποχρέωσε και τους υποχρεώνει να υπογράφουν καταχρηστικές "συμβάσεις ορισμένου χρόνου", ενώ στην πραγματικότητα η αληθής φύση της σχέσης τους με το εναγόμενο ήταν από την πρόσληψή τους κλπ.
και είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν υφίστατο, ούτε υφίσταται κάποιος αντικειμενικός λόγος για την σύναψη τέτοιων συμβάσεων, ότι ειδικότερα οι ενάγοντες κατάρτισαν με το εναγόμενο τις ακόλουθες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου-σε εκτέλεση των οποίων παρείχαν και παρέχουν σ’ αυτό διδακτικό και εργαστηριακό έργο στ’ αναφερόμενα εκεί αντικείμενα-διάρκειας εκάστης εξ αυτών ίσης με την διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους (κατ’ αρίθμηση αντίστοιχη με εκείνη της αγωγής) και δη (1) η 1η ενάγουσα (και 1η αναιρεσείουσα) για τα έτη (α) 1984-1991 και (β) 2000-5.7.2004 (2) η 2η 1998-5.7.2004 (3) η 3η για τα έτη 1984/1985 και 1996-5.7.2003, ενώ για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 το εναγόμενο αρνήθηκε να την απασχολήσει (4) ο 4ος για τα έτη 1996 μέχρι την άσκηση της αγωγής (ακαδημαϊκό έτος 2003-2004) (5) ο 5ος για τα έτη 1996-5.7.2003, ενώ για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος (2003-2004) το εναγόμενο αρνήθηκε να τον απασχολήσει (6) ο 6ος για τα έτη 1989-5.7.2003 (7) ο 7ος για τα έτη 1983-5.7.2003 (8) η 9η ενάγουσα (8η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 1986-5.7.2003 (9) η 10η για τα έτη 1997-5.7-2003 (10) η 11η για τα έτη 1996-5.7.2003 (11) ο 12ος για τα έτη 1985-5.7.2003 (12) η 13η για τα ακαδημαϊκά έτη (α) 1983-1985 (β) 1992-1994 και (γ) 2002-5.7.2004 (13) η 15η (13η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 1992/1993 και από το 1997-5.7.2004 (14) ο 16ος για τα έτη 1984-5.7.2003 (15) η 17η για τα έτη 1996-5.7.2003 (16) η 19η ενάγουσα (16η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 2000-5.7.2003 (17) ο 20ος για τα έτη 1988-5.7.2003) και (18) η 21η ενάγουσα (18η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 1990-27.2-2004, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι κάθε ένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύμβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως και επικουρικά με απλή εργασιακή σχέση, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής ως άνω πρόσληψής, άλλως από τους χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτήν, και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση, με τις ίδιες ειδικότητες κλπ.
τους ως συνδεοµένους µε αυτό µε συμβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου (ii) Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 1114/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας (όλοι) οι (αρχικοί) ενάγοντες άσκησαν έφεση, απορριφθείσα ως ουσιαστικά αβάσιμη (κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης) με την αναιρεσιβαλλομένη 555/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εφήρμοσε (ως ισχύον κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης δίκαιο) τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004 και δη του άρθ.11 αυτού, καθώς και του άρθ.103 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του το έτος 2001, δηλ.
και τις παρ.7 και 8 αυτού, κρίνοντας και αυτό μη νόμιμη την αγωγή. Με αυτό το περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες, κατά τους χρόνους κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων, κανόνες δικαίου του άρθ.8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 Α.Κ.
και 25§§1 και 3 του Συντάγματος, στους οποίους, σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενό της, ρητά θεμελιώνεται κατά το σχετικό σκέλος της), ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων ως αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, καταρτίσθηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα πάντοτε με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από την φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, να ρυθμίζει την διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερομένη έναρξη ισχύος τους.
Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω, το Εφετείο που έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή (και απέρριψε ως αβάσιµη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης) και δη λόγω μη συνδρομής κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ΠΔ 164/2004 της κατ’ άρθ.11 αυτού "απαρέγκλιτης προϋπόθεσης" να είναι ενεργές οι ένδικες συμβάσεις των αναιρεσειόντων "προκειμένου να συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου", με την κρίση του αυτήν παραβίασεν ευθέως (1) με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8§3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος) και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 ΚΠολΔ και (2) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθ.103 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, που δεν ήταν εφαρμοστέες και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο 3ος λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη, ενώ ο 2ος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή των μη εφαρμοστέων διατάξεων του άρθ.19§§1 α και 11β ν.1404/1983 είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές.
Ειδικά, όμως, ως προς την 13η ενάγουσα (12η αναιρεσείουσα) Α. Β., η αγωγή είναι μη νόμιμη (και κατά τις ως άνω διατάξεις), καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ως άνω ενάγουσα εργάσθηκε στο εναγόμενο κατά τα ακαδημαϊκά έτη (α) 1983-1985 (β) 1992-1994 και (γ) 2002-5.7.2004, μεταξύ δηλ. των περιόδων αυτών παροχής των υπηρεσιών της μεσολάβησαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ κάθε φορά η απασχόλησή της εκτεινόταν σε περιορισμένο χρονικό πλαίσιο και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (πρβλ. ΑΠ 939/2014), ως εκ τούτου δε η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτήν.
IV. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιό της ως προς όλους, πλην της 12ης, αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο και ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων, καθώς και ως προς την 12η αναιρεσείουσα, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθ.179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2015 αίτηση ως προς την 12η αναιρεσείουσα.
Αναιρεί την 555/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και ως προς τους λοιπούς, πλην της 12ης, αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων, καθώς και ως προς την 12η αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ