Legislator Case Law & Legislation
915/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on riverbed ownership, upholding lower court's property ruling.

Case Number 915/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that awarded riverbed ownership to a private individual. The State argued the court failed to consider specific technical evidence regarding the riverbed's abandonment, but the Supreme Court found the lower court had properly evaluated all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1071 and 1072 of the Civil Code; The Supreme Court held that abandoned riverbeds belong to riparian landowners, and the lower court's failure to consider evidence is not grounds for appeal if the appellate court confirms all evidence was duly examined and weighed.

Keywords

AI generated
abandoned riverbed ownership riparian land rights civil appeal dismissal evidence evaluation standard state liability costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1072 of the Civil Code
Article 1071 of the Civil Code
Article 559, paragraph 11, letter g of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3993/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 46/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 915 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 915/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκριμπαβιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/12/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1072 ΑΚ "η κοίτη ποταμού μη πλευσίμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων. Η διάταξη του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη. "Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων.

Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες παραποταμίων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλευσίμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε προ του ν.116/1975 ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το άρθρο 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου (Ολ.

ΑΠ 46/1990). Περαιτέρω από την προπαρατειθέμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα που ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση εφαρμογής της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποταμίου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Ως "εγκατάλειψη" της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της παλαιάς κοίτης αυτού με το σχηματισμό νέας κοίτης η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διαρκείας και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού που συχνά δεν έχει διάρκεια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτίση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δίκης του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Εξάλλου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει την πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζήτημα τέλος, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή κάποιας καταλυτικής ή παρακωλυτικής ενστάσεως, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ’ αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εγκαλούσα κατέχει ήδη από το 1950 το επίδικο οικόπεδο το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ 040103101011 έχει εμβαδόν 552,37 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ‘ Αρτας, με τα ειδικότερα όρια που αναφέρονται στην αγωγή τα οποία άλλωστε συνομολογούνται.

Στο ακίνητο αυτό η ενάγουσα ήδη από το 1967-1970 έχει ανεγείρει, χωρίς οικοδομική άδεια, την οικία της εμβαδού περίπου 63 τ.μ., Το ακίνητο αυτό, όπως και άλλα της ίδιας περιοχής "..." ανήκε μέχρι το 1948 στην κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Αράχθου. Το έτος εκείνο, η κοίτη του ποταμού εγκαταλείφθηκε οριστικά μόνιμα πλήρως και ολοκληρωτικά από φυσικά αίτια και συγκεκριμένα συνεπεία των πολλών και ισχυρών βροχοπτώσεων της περιόδου εκείνης, εξαιτίας των οποίων το σύνολο των υδάτων του ποταμού μετατοπίστηκε δυτικότερα σε σχέση με τη μέχρι τότε θέση τους και σχημάτισαν στην καινούργια θέση τη νέα κοίτη με τη μορφή που έχει αυτή σήμερα.

Τμήματα, εξάλλου, της κοίτης που εγκαταλείφθηκε, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, ενώθηκαν με ακίνητο 60 περίπου στρεμμάτων, κυριότητας, νομής και κατοχής του Κ. Μ., το οποίο εφαπτόταν στο σημείο εκείνο του ποταμού και έτσι, προστέθηκαν στο ακίνητο αυτό, το οποίο και προσαύξησαν, με συνέπεια, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο Κ.

Μ. να καταστεί πρωτότυπα κύριος των τμημάτων αυτών και επομένως και του επιδίκου. Έκτοτε και μέχρι το έτος 1953 ο Κ. Μ. είχε το επίδικο συνέχεια στη νομή και κατοχή του και ασκούσε σ’ αυτό, σε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, όπως και στη μείζονα ιδιοκτησία του με τη θέλησή του να είναι κύριος του.

Το 1953 ο ανωτέρω Κ. Μ. μεταβίβασε ατύπως το επίδικο στον Ν. Φ. του Κ. και εν συνεχεία ο τελευταίος το μεταβίβασε επίσης ατύπως στην ενάγουσα, το 1960. ‘ Εκτοτε, η ενάγουσα κατείχε και νεμόταν συνεχώς το επίδικο με την πεποίθηση και τη θέληση να είναι αποκλειστική κυρία αυτού, ενεργώντας πλείστες όσες πράξεις σύμφωνες με τον προορισμό του.

Συγκεκριμένα, το περιέφραξε, φύτευσε εντός αυτού πλήθος οπωροφόρων δένδρων και περί το 1967-1970 ανήγειρε την οικία που προαναφέρθηκε, στην οποία έκτοτε διέμενε μετά της οικογενείας της. Μάλιστα το ακίνητο έχει συνδεθεί ήδη πριν το 1980, με ενέργειες και στο όνομα της ενάγουσας, με όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, ήτοι:

ηλεκτροδότησης, ύδρευσης και τηλεφωνικής σύνδεσης. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ δεν αμφισβητεί τα αμέσως ανωτέρω περιστατικά, ήτοι την ανέγερση της οικίας της ενάγουσας πριν το 1970, τη διαμονή της σ’ αυτή κ.λ.π., αμφισβητεί ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του Κ. Μ., ισχυριζόμενο ότι ο τελευταίος δεν ήταν παρόχθιος ιδιοκτήτης, στο σημείο που λόγω της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού σχηματίστηκε το επίδικο, ώστε να ενσωματωθεί στην παρόχθια ιδιοκτησία αυτού.

Το γεγονός ότι ο ανωτέρω Κ. Μ., ήταν κύριος παρόχθιας ιδιοκτησίας και μάλιστα έκτασης τουλάχιστον 60 στρεμμάτων στο ύψος της περιοχής "..." προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από σειρά αποδεικτικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτού, επίσης Κ. Μ., φέρεται να αγοράζει από τους προηγούμενους Οθωμανούς ιδιοκτήτες, με τα υπ’ αριθ. ...1890, ...1883 και ...1887 συμβόλαια του τότε συμβ/φου Άρτας Ιωάννη Τσίτσα, τα οποία έχουν μεταγραφεί νόμιμα όπως προκύπτει από τις επί των αντιγράφων τους βεβαιώσεις του Υποθ/κα Άρτας, τρία κτήματα, στην τοποθεσία "...", εκ των οποίων το ένα συνορεύει από τη μία πλευρά του "με ποταμόν Άραχθο και μυλαύλακα", το έτερο "με μυλαύλακα" και το τρίτο "με αύλακα".

Επίσης, με το υπ’ αριθ. ...1949 συμβόλαιο, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο Κ. Μ., ως κύριος ενός περιβολιού στη θέση "...", εκτάσεως 15 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει μεταξύ άλλων "με αιγιαλό ποταμού Αράχθου", πωλεί στον Ι. Π. έκταση εξ αυτού, εμβαδού 1.800τ.μ., Για την ύπαρξη μεγάλης παρόχθιας ιδιοκτησίας του Κ.

Μ., στην οποία ενσωματώθηκε, μεγάλο τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, το οποίο ακολούθως ο ανωτέρω Κ. Μ., μεταβίβασε στον Ν. Φ. και ο τελευταίος στην ενάγουσα, κατέθεσε με σαφήνεια η μάρτυρας της τελευταίας αλλά και οι ενόρκως βεβαιούντες, ενώ η μάρτυρας του εναγομένου ουδέν κατέθεσε σχετικώς, αλλά επέμενε ότι το επίδικο ανεφάνη και δημιουργήθηκε μόλις το 1974-1975 οπότε το Δημόσιο εκτέλεσε στην περιοχή έργα για την κατασκευή του φράγματος Πουρναριού και εξαιτίας αυτών άλλαξε η κοίτη.

Το γεγονός εξάλλου, της ύπαρξης παρόχθιας μεγάλης ιδιοκτησίας του Κ. Μ., στην περιοχή "..." δέχθηκαν και πλείστες αποφάσεις με ανάλογο αντικείμενο ως προς ακίνητα στην ίδια περιοχή, πλησίον του επιδίκου, μεταξύ των οποίων και οι υπ’ αριθ. 164/1999 και 341/2010 οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Ιωαννίνων. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από της πλευράς του, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφενός μεν αρνήθηκε την ύπαρξη παρόχθιας ιδιοκτησίας του Κ.

Μ., η οποία προσαυξήθηκε με την εγκαταλειφθείσα κοίτη του ποταμού, αφετέρου δε υποστήριξε ότι το επίδικο είναι τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως που αποτελούσε άλλοτε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Αράχθου, η οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά συνεπεία εκτελέσεως από αυτό, κατά το απώτερο παρελθόν, κατά τις διατάξεις του Ν. 550/1915, αντιπλημμυρικών έργων που είχαν ως αποτέλεσμα να αναφανούν και αποξηρανθούν μεγάλες εκτάσεις, αλλά και έργων μετά το 1975 για την κατασκευή του φράγματος Πουρναριού, με συνέπεια την εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, η οποία έτσι, κατ’ άρθ. 1 του Ν. 116/1975 περιήλθε στο Δημόσιο.

Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι νομικά αδιάφορος και συνεπώς αλυσιτελής, αφού ο Ν. 550/1915 αναφέρεται στην τύχη των γαιών που αποκαλύπτονται ύστερα από αποξήρανση λιμνών, ελών και τελμάτων, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον δεν απεδείχθη ότι η κοίτη στο σημείο του επιδίκου εγκαταλείφθηκε λόγω των τεχνικών έργων που έγιναν για το φράγμα Πουρναρίου και δη μετά τις 20.8.1975 που ισχύει ο Ν. 116/1975, αλλά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η εγκατάλειψη της κοίτης έλαβε χώρα τα έτη 1948-1949.

Οι ισχυρισμοί του εναγομένου δεν επιβεβαιώνονται ούτε από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής στο οποίο το επίδικο καταγράφεται, στις 30.12.1986, με αριθμό Β.Κ. ..., με την αιτιολογία προέλευσης του κτήματος "Εγκαταληφθείσα κοίτη ποταμού συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων", χωρίς προσδιορισμό του είδους αλλά και κυρίως του χρόνου εκτελέσεως των τεχνικών αυτών έργων, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στην περίπτωση που τα έργα αυτά είχαν εκτελεστεί μετά τις 20.8.1975 θα είχαν ως αυτόθροη συνέπεια την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από το Δημόσιο, έστω και αν δεν ήταν αυτό παρόχθιος ιδιοκτήτης, ενώ μέχρι τότε, η εγκατάλειψη της κοίτης, ανεξαρτήτως αιτίας, ακόμη δηλαδή και λόγω τεχνικών έργων, συνεπάγεται κτήση κυριότητας μόνο υπέρ του παρόχθιου ιδιοκτήτη, ιδιώτη ή Δημοσίου.

Επίσης, διαφορετική κρίση δεν εξάγεται ούτε από την Τεχνική Έκθεση της Πολιτικού Μηχανικού Μ. Α., που προσκομίζει το Δημόσιο, στην οποία αναφέρεται αορίστως και χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό, ότι "Με την πάροδο του χρόνου και την κατασκευή των φραγμάτων Πουρναριού Ι και II και των γενικότερων αντιπλημμυρικών έργων στις όχθες του ποταμού αποκαλύφθηκαν μεγάλες εκτάσεις, μέρος των οποίων αποτελεί και η επίδικη έκταση...".

Από ουδένα στοιχείο εξάλλου απεδείχθη ότι το Δημόσιο υπήρξε ιδιοκτήτης παρόχθιας έκτασης στην περιοχή "...", ώστε να τύχει εφαρμογής υπέρ αυτού η διάταξη του άρθ, 1072 Α,Κ., λόγω εγκατάλειψης της κοίτης του ποταμού, εκεί όπου το επίδικο, πριν το 1975, οπότε έγιναν να επικαλούμενα από αυτό τεχνικά έργα και ετέθη σε ισχύ (20.8.1975) ο Ν. 116/1975.

Επιβεβαιώνεται δε η κρίση αυτή από το γεγονός ότι όλες οι όμορες και πέριξ του επιδίκου ιδιοκτησίες είναι ιδιωτικές, έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από το Εθνικό Κτηματολόγιο και δεν υπάρχει περιουσία του Δημοσίου, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο Απόσπασμα Κτηματολογίου. Αποδεικνύεται επομένως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, καθώς και ο συναφής ισχυρισμός του, που στηρίζεται στην προϋπόθεση αυτή, ότι τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του νδ της 22.4/16.5.1926, είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας μετά τις 11-9-1915.

Αντιθέτως αποδεικνύεται βάσιμη η ιστορική βάση της αγωγής, καθόσον αποδείχθηκε ότι το επίδικο, ως τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού Αράχθου ενσωματώθηκε το 1948 στην παρόχθια ιδιοκτησία του Κ. Μ., ο οποίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι το 1953 οπότε το μεταβίβασε ατύπως στον Ν. Φ., που συνέχισε να το νέμεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι το 1960 οπότε το μεταβίβασε στην ενάγουσα, η τελευταία δε έκτοτε και συνεχώς μέχρι σήμερα το κατέχει και νέμεται με διάνοια κυρίου, όπως εκτέθηκε παραπάνω και κατέστη έτσι αποκλειστική κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ιδίας και των δικαιοπαρόχων της άσκηση νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της 40ετίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου και διέταξε να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Άρτας ώστε να εγγραφεί η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ως αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% στο Εθνικό Κτηματολόγιο αντί του αναγραφέντος Ελληνικού Δημοσίου.

Στη συνέχεια έκανε δεκτή την ασκηθείσα έφεση της εκκαλούσης-αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση. ‘ Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051, 1072 εδ. α’ ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και την απόρριψη των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας και ότι τούτο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας μετά την 11-9-1915.

Συνεπώς είναι απορριπτέοι - οι πρώτος και τρίτος λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατά τα οικεία σκέλη τους. Τα ως άνω δε περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, περιελαμβάνοντο στο δικόγραφο της αγωγής, με σαφήνεια και πληρότητα, και ως εκ τούτου οι περί αοριστίας της αγωγής αιτιάσεις του πρώτου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, από τους αριθ. 1, 14 και 8 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Επειδή, κατ’ άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 που ισχυρίζεται το αναιρεσείον) κατά το συναφές σκέλος του, προκύπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην αναιρεσίβλητη και να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας τούτων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του και προσεκόμισε ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη 1ο) τη χωρίς ημερομηνία τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Μ.

Α., 2ο) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 6527/5-11-2008 έγγραφο της Δ/νσης, 3ο) πινακίδες ορθοφωτογραφία και ... αεροφωτογραφία έτους 1985, 5ο) απόσπασμα από το σχετικό βιβλίο καταγραφής ως δημόσιο κτήμα με αριθμό ΒΚ-... σε συνδυασμό με το χάρτη κτηματογράφησης δημοσίων κτημάτων με αριθμό 3 της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, 6ο) πινακίδες ορθοφωτοχάρτη ...

έτους λήψης 1996, 7ο) δορυφορικές φωτογραφίες έτους λήψης 2006, 8ο) το υπ’ αριθ. πρωτ. 10/29-2-2008 έγγραφο της Υποθηκοφύλακος Άρτας, 9ο) το υπ’ αριθ. πρωτ. 3997/7-11-2008 φύλλο αρχικής εγγραφής, 10) την έγγραφη ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας ‘ Άρτας προς τον ΟΚΧΕ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 εδ. 11 γ’ ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχομένη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα σε συνδυασμό και προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν γεννάται αμφιβολία απολύτως καμμία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος.

Η αιτίαση που διατυπώνεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παρείδε δικονομικά και ουσιαστικά γεγονότα διακωλυτικά της απόκτησης κυριότητας από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα ως αόριστη εφόσον δεν διαλαμβάνονται ποιά γεγονότα δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο ώστε να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αυτού.

Επίσης, η αιτίαση που περιέχεται στον τρίτο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε πως ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η ολική εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, παρότι με προηγούμενες αποφάσεις των δικαστηρίων είχε γίνει δεκτό ότι το έτος 1966 και όχι το έτος 1948 λόγω έντονων βροχοπτώσεων άρχισε να δημιουργείται η νέα κοίτη οι ποταμού Αράχθου της οποίας σταδιακά άρχισε η μερική εγκατάλειψη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού αναφέρεται στην ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, να απορριφθεί η από 19-12-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 261/2013 αποφάσεως Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημά της μειωμένα κατ’ άρθρο 22 ν.3993/1957, ΥΑ 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 261/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει το Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ