Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted evidence document without proper evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court distorted a specific permit document to support its finding of ownership through adverse possession. The court ruled that the lower court properly evaluated all evidence collectively and did not rely exclusively on the disputed document, making the alleged distortion invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot overturn a first-instance judgment based on alleged distortion of evidence unless the lower court relied exclusively or primarily on that document to form its conviction, failing to consider all other evidence lawfully presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 915 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 915/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αδαμίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Ι. Α., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κανέλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, επί της οποίας εκδόθηκε η 146/ΤΜ/2000 απόφαση. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 12/10/2006 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/ΤΜ/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και 520/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 28/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό, ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως λαμβάνει υπόψη και έγγραφα που προσκομίζουν σ' αυτό οι διάδικοι για πρώτη φορά, εκτός αν κρίνει ότι συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση απαραδέκτου, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Με την 146/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας, του ήδη αναιρεσείοντος, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, ερήμην του εναγομένου, Αναγκαστικού Συνεταιρισμού (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), και αναγνωρίσθηκε κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την 61/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, κατ' ουσίαν τριτανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά του αναιρεσείοντος και του παραπάνω μη διαδίκου Αναγκαστικού Συνεταιρισμού, ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση και αναγνώρισε κυρία του επίδικου ακινήτου την τελευταία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ήδη αναιρεσείων, ως ένας από τους καθ' ών η τριτανακοπή, έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε από το 1972 μέχρι και το 2005 η αναιρεσίβλητη και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία και δέχθηκε κατ' ουσίαν την τριτανακοπή, απορρίπτοντας το βασικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι κύριος του επίδικου κατέστη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ο ίδιος, καθόσον νεμήθηκε τούτο από το 1965 μέχρι και το 2004, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την 1695/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, την οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί της διενέργειας διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από την αναιρεσίβλητη, με την οποία (απόφαση) καταδικάσθηκε για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, πρόεδρος Κοινότητας, που είχε εκδώσει ψευδή βεβαίωση, ότι το επίδικο κατέχεται από την τελευταία και στην οποία περιλαμβάνεται κατάθεση της θυγατέρας της "ότι στο επίδικο δεν κάναμε τίποτα",.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει την παραπάνω απόφαση για πρώτη φορά, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και άλλα έγγραφα προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού του.
Από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, χωρίς να αποκρούσει, ως απαράδεκτη την παραπάνω ποινική απόφαση, που προσκομίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν του, και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης με ειδική μνεία άλλων αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ειδική αξιολόγηση τους, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά αυτής της απόφασης, την έλαβε υπ' όψη και τη συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 1182/2012, 256/2012, 1058/2012). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της .../6/133α/5-6-1975 άδειας του Σταθμού Χωροφυλακής Κουμαριάς Ν. Ημαθίας για να καταλήξει στην παραδοχή της κτήσης της κυριότητας του επίδικου από την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίας στο επίδικο πλέον της εικοσαετίας, τη σχετική του δε κρίση κατά κύριο λόγο στήριξε στο παραπάνω έγγραφό, αποδίδοντας σ' αυτό διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πράγματι έχει.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη μεταξύ των διακατοχικών πράξεων που διενεργούσε ως νομέας του επιδίκου μετά την άτυπη αγορά αυτού από τον Α. Κ. του Δ. κατασκεύασε σ' αυτό μια βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων 7μ.x 7μ. για τη θεμελίωση της οικοδομής που θα ανήγειρε στο μέλλον σύμφωνα με την παραπάνω άδεια, που εκδόθηκε στον όνομα του προαναφερομένου δικαιοπάροχου της, ενώ, κατά τον αναιρετικό λόγο, από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η σχετική άδεια εκδόθηκε στον όνομα του Α.
Κ. του Λ., που δεν είναι δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και αφορά κτίσμα 7μ.χ8μ., σε άγνωστο οικόπεδο. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, σχημάτισε τη δικανική του κρίση ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, της νομής του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, από τη συνεκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μη μορφώνοντας την κρίση του αυτή αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του παραπάνω έγγραφο.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση του Θ. Κ. του Κ. περί αναιρέσεως της 520/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ