Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on civil liability and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding civil liability and evidence. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific documents and misapplied rules on evidence weight. The court found the appellate decision legally sound, noting it had examined all submitted evidence and provided full reasoning for its findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court correctly applied substantive law and considered all evidence presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 915 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 915/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Κ. του Δ., 2. Ε. Ε. συζ. Κ. Κ. και 3. Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Πουλοπούλου .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και 2. Μ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Καρβέλη και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Μαργέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2716/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6983/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2009 αίτησή τους και τους από 27-1-0-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 31-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α.Π. 230/2009).
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Τέλος, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου εν σχέσει προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη την οποία καθορίζει ο νόμος δεσμευτικώς για το δικαστήριο, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμών ελευθέρως όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 30/2005), ενώ ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσης διατάξεως ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).
Εξ άλλου, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 ΑΚ, είναι η με μονομερή δικαιοπραξία, με μονομερή δηλαδή δήλωση και χωρίς να απαιτείται η αποδοχή του πληρεξουσίου, παρεχομένη εξουσία για αντιπροσώπευση. Η πληρεξουσιότητα παρέχεται κατ' αρχήν ατύπως, δεν είναι δε ανάγκη να εκφράζεται ρητώς, αλλά δύναται κατά τις περιστάσεις να συνάγεται και σιωπηρώς.
Εξαίρεση του ατύπου της πληρεξουσιότητας εισάγει μεταξύ των άλλων περιπτώσεων (π.χ. η διάταξη του άρθρου 830 εδ.τελευταίο Α.Κ.) και η διάταξη του άρθρου 217 περ.β' ΑΚ, κατά την οποία, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση για την πληρεξουσιότητα υποβάλλεται στον τύπο, ο οποίος απαιτείται για την δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 παρ. 1 και 2 ν. 1 806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για τον σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα* από γνώμη του Δ.Σ.
του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.
Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ. 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
Για τον σκοπό αυτόν τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.
Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.
Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από τον χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παράμενε, στο στέλεχος του βιβλιαρίου.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησης τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.
Ας σημειωθεί ότι με τον ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει τον γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.
Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Έτσι, τόσο ο εντολέας επενδυτής όσο και η χρηματιστηριακή εταιρεία μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη της σχετικής εντολής και με μάρτυρες. (Ολ.ΑΠ 5/2009).
Ακόμη, το οριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ν. 3632/1928, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 45 παρ.1 2 του ν.1914/1990, σε συνδυασμό και με την ΥΑ 4-2005/Β/1570 (ΦΕΚ Β 1141/1996) ότι "επί αγοραπωλησίας τοις μετρητοίς ή παράδοση του πράγματος και η πληρωμή του τιμήματος γίνονται μέσα στις δύο εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημέρα κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής", αφορά μόνο τις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση μελών του χρηματιστηρίου Αξιών και όχι τις σχέσεις μεταξύ του χρηματιστή και του πελάτη από τη σύμβαση παραγγελίας, οι οποίες διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).
Έτσι μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέα ότι οι υποχρεώσεις τους αυτές θα εκτελεσθούν, είτε πριν, είτε μετά την προθεσμία των δύο ή τριών εργασίμων ημερών από τότε που έλαβε χώρα η χρηματιστηριακή συναλλαγή. Σε κάθε δε περίπτωση εκ τούτου δεν δημιουργείται κάποια ακυρότητα σχετικά με τη διεκδίκηση των εκατέρωθεν οφειλομένων.
Η διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.2843/2000, με την οποία ορίζεται ότι η προθεσμία των τριών ημερών επεκτάθηκε και στη σύμβαση παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέα πελάτη, εφαρμόζεται από 5-6-2001, ότι η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ και επομένως καταλαμβάνει τις έκτοτε γενόμενες χρηματιστηριακές πράξεις, όχι δε και αυτές οι οποίες έγιναν σε προγενέστερο χρόνο (Α.Π. 995/2010).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας, ενώ στην περίπτωση της προστήσεως του άρθρου 922 Α.Κ.
ο προστηθείς, ο οποίος εζημίωσε παράνομα και υπαίτια τρίτον, ευθύνεται προς αποζημίωσή του εις ολόκληρον με τον προστήσαντα αυτόν στην υπηρεσία κατά την οποία η επ' ευκαιρία η εξ αφορμής της οποίας προκλήθηκε η ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτον, δεύτερον, τρίτον και πέμπτον λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ως και τους πρώτον και τρίτον προσθέτους λόγους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 12 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων: α) 212, 216, 217, 232, 914, 922 Α.Κ., β) 336 παρ.3, 339, 448 παρ.1 ΚΠολΔ, γ) 4 Ν.1806/1988 και 27 παρ.1 εδ.
α' ως ετροπ. με το άρθρο 59 Ν. 2533/1997, δ) 3 και 6 ζ'ζ' του Κώδικος Δεοντολογίας Επιχειρήσεων παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 12263/Β 500/1997 Αποφ. Υπ.Εθν.Οικονομίας και ε) 12 και 26 Ν. 3632/1928 "Περί Χρηματιστηρίου Αξιών" ως ίσχυε μέχρι της καταργήσεώς του με το άρθρο 18 παρ.1 Ν. 3152/2003, 1) ως προς τον τύπον της πληρεξουσιότητος ο οποίος έπρεπε να τηρηθεί, προκειμένου ο πρώτος των αναιρεσειόντων να αντιπροσωπεύει τις υπόλοιπες εξ αυτών και να δίδει εγκύρως εντολές στις αναιρεσίβλητες για την διεξαγωγή, για λογαριασμόν εκείνων, χρηματιστηριακών πράξεων, 2) ως προς τον τύπο ο οποίος έπρεπε να τηρηθεί, προκειμένου ο πρώτος των αναιρεσειόντων να δίδει εγκύρως εντολές στις αναιρεσίβλητες, για να διεξάγουν οι τελευταίες χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμόν όλων των αναιρεσειόντων, 3) ως προς τα μέσα αποδείξεως των εντολών του αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες για ενέργεια από αυτές των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση χρηματιστηριακών πράξεων αγοράς και πωλήσεως μετοχών, μεταβιβάσεως της κυριότητος των αγορασθεισών μετοχών από τις αναιρεσίβλητες στους αναιρεσείοντες, εγκαίρου ή μη καταβολής του τιμήματος τούτων και αποδεικτικής ισχύος των εκδιδομένων για την αγοραπωλησία των μετοχών αυτών παραστατικών και τέλος 4)για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές του Εφετείου για τα θέματα αυτά.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: "Κατά την 4-5-1998 ο πρώτος ενάγων προέβη μέσω της αντικρύστριας Μ. Σ. στην σύναψη προφορικών συμβάσεων παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών, δυνάμει των οποίων η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε να παρέχει σε αυτούς τις επενδυτικές της υπηρεσίες σύμφωνα με την εκάστοτε εντολή τους, Για το σκοπό αυτόν ανοίχθηκαν, στο όνομα του κάθε ενάγοντος, κωδικοί αριθμοί...Βάσει των παραπάνω συμβάσεων, η δεύτερη εναγομένη προέβαινε κατόπιν εντολών, ήτοι Χρηματιστηριακών παραγγελιών, του πρώτου αντιδίκου σε αγοραπωλησία μετοχών τοις μετρητοίς στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για λογαριασμό τους.
Οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρεία την αμοιβή της (προμήθεια) για την εκτέλεση των Χρηματιστηριακών αυτών συναλλαγών αλλά και το τίμημα των για λογαριασμό τους αγορασθεισών μετοχών, ως δαπάνη εντολής, σύμφωνα και με τα τότε ισχύοντα στη σχετική Χρηματιστηριακή νομοθεσία.
Επιπλέον, για κάθε εντολή αγοράς μετοχών τοις μετρητοίς για λογαριασμό των εφεσιβλήτων, η δεύτερη εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει για λογαριασμό αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 ν. 3632/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.2 ν. 1914/90, και βάσει της Απ. ΥΠΕΘΟ 42005/Β.1570 (ΦΕΚ Β 1141/20.12.96), μέσα σε προθεσμία τριών ημερών από την πραγματοποίηση της συναλλαγής (Τ+3) το τίμημα της αγοράς στην εκκαθάριση του Χρηματιστηρίου.
Περαιτέρω, από το άνοιγμα των παραπάνω κωδικών μέχρι και τα μέσα περίπου του 2000 οι ενάγοντες διενήργησαν μέσω του πρώτου ενάγοντος, των οποίων ήταν ο αποκλειστικός διαχειριστής, πλήθος αγοραπωλησιών μετοχών εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών το τίμημα των οποίων (πλέον των προαναφερθέντων εξόδων) κατέβαλε η παραπάνω εναγομένη.
Και για τους τρεις κωδικούς οι συνολικές συναλλαγές, που διενεργήθηκαν από την δεύτερη εναγομένη κατά τα έτη 1998 έως και 2000, ανέρχονται σε 3.421.458.450 δρχ. Για τις συναλλαγές αυτές η δεύτερη εναγομένη ενημέρωνε καθημερινά τον πρώτο ενάγοντα (που εκπροσωπούσε και τις β και γ ενάγουσες) τηλεφωνικά, μέσω της παραπάνω αντικρύστριας, και κάθε μήνα απέστειλε ταχυδρομικά σχετική έντυπη ενημερωτική κατάσταση (statement) με την κίνηση και τις χρεοπιστώσεις του κοινού δοσοληπτικού λογαριασμού των εναγόντων.
Επιπλέον, μέσω της πρώτης εναγομένης, ο πρώτος ενάγων ελάμβανε κατά τακτά χρονικά διαστήματα και τα πινακίδια. Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες αγορές μετοχών για τον κάθε ενάγοντα ... (σημ. παρατίθενται στη συνέχεια αναλυτικοί πίνακες). Ανάμεσα στις συναλλαγές που έλαβαν χώρα εν γνώσει των εναγόντων ήταν και αυτές που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή και περιλαμβάνονται στους παραπάνω αναφερόμενους πίνακες.
Ειδικότερα, η δεύτερη εναγομένη προέβη εν γνώσει των εναγόντων στις ακόλουθες συναλλαγές: Α) για λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος: ... (σημ. ακολουθούν αναλυτικοί πίνακες). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ενώ καθ' όλο το 1998 και το 1999, όταν το Χρηματιστήριο παρουσίαζε τη γνωστή άνοδο, οι ενάγοντες που εκπροσωπούνταν από τον πρώτο ενάγοντα υπήρξαν συνεπείς στις υποχρεώσεις του έναντι της δεύτερης εναγομένης και κατέβαλαν τα ποσά που είχε η δεύτερη εναγομένη στο μεταξύ καταβάλει κατά την εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό τους.
Όμως από τις αρχές του 2000, οπότε οι τιμές των μετοχών παρουσίαζαν ήδη κάμψη, οι ενάγοντες άρχισαν να καθυστερούν την εξόφληση των οφειλών τους. Τελικά τα χρεωστικά υπόλοιπα σε βάρος των εναγόντων ανήλθαν α) σε 2.255.588 δραχμές για τον πρώτο ενάγοντα, β) σε 17.820.535 δραχμές για την δεύτερη ενάγουσα και γ) σε 16.644.006 δραχμές για την τρίτη ενάγουσα.
Οι εντολές των εναγόντων για τις παραπάνω συναλλαγές καθώς και τα παραπάνω υπόλοιπα προκύπτουν από τα νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από τα πινακίδια εκτέλεσης των χρηματιστηριακών παραγγελιών, την κατάσταση των χρηματιστηριακών πράξεων, την καρτέλα κίνησης λογαριασμού των εναγόντων σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρα Κ.
Κ., υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης που έχει άμεση γνώση της ένδικης υποθέσεως. Τέλος, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά την 21.7.2000 ο πρώτος ενάγων, που εκπροσωπούσε και τις λοιπές ενάγουσες συναντήθηκε με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της δεύτερης εναγομένης και κατά τη σχετική συνάντηση αναγνώρισε ότι οφείλονται τα παραπάνω χρεωστικά υπόλοιπα που ανέρχονταν τότε στα ποσά των δρχ. 2.255.588 (στο όνομα του), δρχ. 22.820.535 (στο όνομα της συζύγου του) και δρχ. 16.644.006 (στο όνομα της μητέρας του), χωρίς να εκφράσει αμφιβολία ή αντίρρηση για τα παραπάνω ποσά και υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούνταν οι παραπάνω οφειλές του μέχρι το τέλος Αυγούστου 2000.
Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων, που εκπροσωπούσε και τις λοιπές ενάγουσες πρότεινε και έγινε δεκτό από την πρώτη εναγομένη να καταβληθεί έναντι του παραπάνω χρέους της συζύγου του το ποσό των 5,000.000 δραχμών. Ενόψει αυτού, ο πρώτος ενάγων κατέθεσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης στην Εμπορικής Τράπεζα της Ελλάδος κατά την 28.7.2000 το ποσό των 2.000.000 δραχμών και κατά την 31.7.2000 το ποσό των 3.000,000 δραχμών, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του κωδικού στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας να μειωθεί και να εμφανίζει υπόλοιπο 17.820.535 δραχμές.
Από τον ως άνω χρόνο της δεύτερης αυτής καταβολής, ήτοι την 31.07.2000, και έκτοτε οι ενάγοντες δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό σε εξόφληση των υποχρεώσεων τους προς την δεύτερη εναγομένη, με αποτέλεσμα οι παραπάνω κωδικοί τους να παρουσιάζουν χρεωστικά υπόλοιπα: 2.255.588 δρχ., 17.820.535 δρχ. και 16.644.006 δρχ. αντίστοιχα, που αναλογούν σε οφειλόμενο τίμημα αγοράς μετοχών, προμήθειες και έξοδα, τα οποία η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε εξ ιδίων μέσα στο τριήμερο από την πραγματοποίηση της εκάστοτε συναλλαγής, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, όχλησε δε επανειλημμένα εξωδίκως τους ενάγοντες για την εξόφληση των παραπάνω οφειλομένων ποσών.
Οι ενάγοντες όμως, αρνούνται μέχρι σήμερα να καταβάλουν τις ως άνω οφειλές τους. Σημειωτέο δε ότι για πρώτη φορά οι ενάγοντες αμφισβήτησαν τις εκτελεσθείσες από την δεύτερη εναγομένη παραγγελίες τους με την από 31.08.2000 εξώδικη κλήση τους, οπότε οι ίδιοι ανακάλεσαν κάθε εντολή κίνησης και χρήσης των ως άνω κωδικών και λογαριασμών τους.
Την 01.09.2000. ημερομηνία επίδοσης της εξώδικης κλήσης των αντιδίκων προς την δεύτερη εναγομένη, οι ως άνω κωδικοί αριθμοί έκλεισαν οριστικά και παρέμειναν τα παραπάνω υπόλοιπα ανεξόφλητα. Οι ενάγοντες προκειμένου ν' αποφύγουν την πληρωμή των παραπόνου ισχυρίζονται ψευδώς ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή τους χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν χωρίς εντολή τους ότι η δεύτερη εναγομένη υπεξέρεσε το ποσό των 500.000 δραχμών, για το οποίο είχε εκδοθεί από τον πρώτο ενάγοντα η υπ' αριθμ. ...
επιταγή της τράπεζας ΑΒΝ ΑΜRO ΒΑΝΚ εκδόσεως κατά την 17.10.1999 σε διαταγή του ίδιου, η οποία ενώ εισπράχθηκε κατά την 20.10.1999 δεν πιστώθηκε στον λογαριασμό του πρώτου ενάγοντα. Όμως, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η παραπάνω επιταγή αποτελούσε Δώρο του πρώτου ενάγοντα προς την πρώτη εναγομένη (αντικρύστρια) στα πλαίσια των επαγγελματικών, φιλικών και κοινωνικών σχέσεων που συνέδεαν τους ενάγοντες και την παραπάνω αντικρύστρια.
Με τα δεδομένα αυτά, 1) οι παραπάνω απαιτήσεις ποσών: α) 2.255,588 δρχ στο όνομα του πρώτου ενάγοντος, β) 17.820.535 στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας δρχ και γ) 16.644.006 δρχ στο όνομα της τρίτης ενάγουσας υφίστανται σε βάρος τους και 2) δεν έχει διαπραχθεί αδικοπραξία, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων, κατά τα εκτεθέντα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη, σε βάρος των εναγόντων και γι' αυτό η ένδικη αγωγή είναι καθ' ολοκληρίαν αβάσιμη".
Στην συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποίαν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και αφού εδίκασε την τελευταία, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις, έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τους αναιρεσείοντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ως προς την έγγραφη ή μη πληρεξουσιότητα των δύο τελευταίων αναιρεσειουσών προς τον πρώτον αναιρεσείοντα, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση και περιέχει πλήρεις αιτιολογίες ως προς τα γενόμενα δεκτά και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου ως άνω, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, ως και οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, είναι αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εσχημάτισε την δικανική πεποίθησή του, επί λέξει, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα που λήφθηκαν όλα υπόψη". Μάλιστα δε, η προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύει τα δύο από τα τρία έγγραφα για τα οποία παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, ήτοι: 1) την από 31-8-2000 εξώδικη κλήση των αναιρεσειόντων και 2) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τραπέζης ABN AMRO BANK, εκδόσεως της 17-10-1999. Τα λοιπά αναφερόμενα ως συμπεράσματα τα οποία εξάγονται ή έπρεπε να εξαχθούν από το σώμα της επιταγής πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ακολούθως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπειαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.6983/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ