Legislator Case Law & Legislation
915/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal is based on a false legal premise.

Case Number 915/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court of Larissa. The appellant argued that the lower court failed to apply unjust enrichment and administration of alien assets laws, claiming the defendants should have borne the debt entirely. The court rejected this, finding the appellant's claim rested on a false legal premise because the parties' contract explicitly allocated the debt to the defendants. Consequently, the appeal was deemed unfounded and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a false legal premise is unfounded and inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal false legal premise unjust enrichment contractual allocation procedural inadmissibility civil procedure code costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 904 et seq. of the Civil Code
Articles 730 et seq. of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 915 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 915/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Ρ. του Κ. και 2. ..., το γένος Ι. Ρ., κατοίκων ... αλλά και …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο του Αθανάσιο Παπαθανάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Αυγούστου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/ΤΜ 79/2003/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 103/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του ως και με τους με ιδιαίτερο, από 11 Απριλίου 2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 30/15.11.2007 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 20/11.4.2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 103/14.5.2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 30/15-11-2007 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 90/11-4-2001, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 103/14-5-2007 απόφασή του Εφετείου Λαμίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 635/ΤΜ79/29-8-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, απορρέουσα από την βαρύνουσα τους τελευταίους υποχρέωση καταβολής, κατά την αναλογία της μερίδας τους, των δαπανών, που εκείνος πραγματοποίησε επί του περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, με θεμελίωσή της κύρια στην περί τούτου συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, και επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητάς της, στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, η 16/ ΤΜ/79/2003/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, και σε δεύτερο βαθμό, κατά παραδοχή της 63/29-8-2005 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσία της υποθέσεως, με κατ' ουσίαν αυτής απόρριψη κατ' αμφότερες τις βάσεις της, η 103/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κρίση της, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Ο ενάγων, ο πρώτος εναγόμενος, αδελφός του και η β' εναγομένη, θυγατέρα του πρώτου είναι συγκύριοι μιας παλαιάς ισόγειας οικίας με τους βοηθητικούς χώρους και συνεχόμενη αποθήκη, συνολικού εμβαδού 140 τ.μ. περίπου, καθώς και του οικοπέδου όπου βρίσκονται τα κτίσματα, συνολικού εμβαδού 470,26 τ.μ.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στο Τ. Δ. και συνορεύει γύρω δυτικά και βόρεια με κήπο ιδιοκτησίας Χ. Β., ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών. Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1970 διανεμητηρίου συμβολαίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ευπαλίου, ο ενάγων έλαβε το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου και ο πρώτος εναγόμενος τα 2/3 εξ αδιαιρέτου.

Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος με το υπ' αριθ. .../2001 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ευπαλίου Γεωργίας Κωνσταντινίδη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των 2/3 εξ αδιαιρέτου στην κόρη του, δεύτερη εναγομένη, κρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία των 2/3 που αντιστοιχούν στο μερίδιο του.

Μετά τον σεισμό του Αιγίου η οικία των διαδίκων υπέστη ζημίες, ήταν δε δυνατή η υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις περί χορηγήσεως στεγαστικού δανείου από το Ταμείο Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων Φωκίδας. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ ενάγοντος και πρώτου εναγομένου, που κατοικεί μόνιμα στις Η.Π.Α., συμφωνήθηκε να αποστείλει ο τελευταίος ένα πληρεξούσιο στον ενάγοντα, προκειμένου να κινηθούν οι διαδικασίες λήψεως του δανείου.

Πράγματι ο πρώτος εναγόμενος απέστειλε στον αδελφό του το υπ' αριθ. .../23-7-1997 πληρεξούσιο της δημόσιας συμβολαιογράφου της Πολιτείας του Illinois Όλγας Ρούσου, με βάση το οποίο δόθηκε στον ενάγοντα η εντολή να προχωρήσει στη λήψη του παραπάνω δανείου. Μετά τη λήψη του δανείου, ύψους 2.322.362 δραχμών, ο ενάγων εξέδωσε άδεια επισκευής σεισμοπλήκτου και άρχισε τις σχετικές εργασίες.

Οι δαπάνες για τις εργασίες αυτές και την επίπλωση του ακινήτου ανέρχονται, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, σε 35.399,43 ευρώ, από αυτές δε ζητήθηκε το ποσό των 16.784 ευρώ που αναλογεί στις μερίδες των εναγομένων, αφαιρουμένου του ποσού του δανείου, που οι τελευταίοι ανέλαβαν να καταβάλουν εξ ολοκλήρου. Τις επισκευές όμως που αναφέρονται στην αγωγή και τις σχετικές γι' αυτές δαπάνες ο ενάγων τις διενήργησε παρά την αντίθετη γνώμη του πρώτου εναγομένου, αδελφού του, και αργότερα και της δεύτερης εναγομένης, ανεψιάς του.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος συμφώνησε με τον ενάγοντα να καταβάλει αυτός αποκλειστικά ολόκληρο το ποσό του δανείου και τα υπόλοιπα χρήματα να τα καταβάλλει εξ ιδίων ο ενάγων, ο οποίος "άλλωστε χρησιμοποιούσε τον περισσότερο χρόνο το κοινό ακίνητο. Τούτο άλλωστε αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 7-3-2001 επιστολή του ενάγοντα προς τον α' εναγόμενο, όπου παραδέχεται ότι η μόνη υποχρέωση του τελευταίου ήταν η καταβολή του δανείου, κάποιες δόσεις του οποίου και ζητεί να του αποσταλούν, αναφέρει δε περαιτέρω ότι το σπίτι είναι ένα δώρο προς τις κόρες και τους εγγονούς του α' εναγομένου.

Και παραπέρα σε μια άλλη επιστολή του προς τους εναγομένους αναφέρει ότι το σύνολο των εξόδων που απαιτήθηκαν για την εν γένει επισκευή του κοινού ακινήτου ανέρχεται σε 11.164.243 δραχμές και ότι η β' εναγομένη πληρώνει το δάνειο ύψους 2.322.362 δραχμών, ενώ ο ίδιος το υπόλοιπο 8.841.881 δραχμές, συμπληρώνει δε επί λέξει: "Δεν είστε ικανοποιημένοι;

Εάν όχι, τότε αφήστε με να πληρώσω ναι το παραπάνω δάνειο επίσης" (βλ. ακριβή μετάφραση του ως άνω εγγράφου που προσκομίζεται). Από την ερμηνεία των ως άνω εγγράφων προκύπτει ότι οι εναγόμενοι είχαν αντίρρηση στην καταβολή χρημάτων για την επισκευή του ακινήτου, έτσι όπως αυτή διενεργούνταν από τον ενάγοντα, ο τελευταίος δε το μόνο που απαιτούσε από αυτούς ήταν να καταβάλουν εξ ολοκλήρου το ληφθέν δάνειο και τίποτε περισσότερο.

Προς ενίσχυση των ανωτέρω πρέπει να λεχθεί ότι και όταν ο ενάγων επιχείρησε να ανεγείρει πρόσθετο δωμάτιο στο δώμα του ακινήτου, οι εναγόμενοι αντέδρασαν, ασκώντας αγωγή νομής, κατά τη συζήτησης της οποίας οι διάδικοι συμβιβάστηκαν με τον νυν ενάγοντα να αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανεγείρει, κάποιο κτίσμα στο κοινό ακίνητο, χωρίς τη συναίνεση των σημερινών εναγομένων και τότε εναγόντων (βλ.

υπ' αριθ. 15/2003 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ευπαλίου). Τέλος και ο μάρτυς αποδείξεως κατέθεσε ότι "δεν γνωρίζω αν η συμφωνία τους ήταν να καλυφθούν οι εργασίες μέχρι το ύψος του δανείου ή παραπέρα".

Συνεπώς ο ενάγων, που προέβη σε επισκευές της οικίας που ανήλθαν στο ύψος που αναφέρεται στην αγωγή πραγματοποίησε τις δαπάνες αυτές παρά την αντίθεση του α' εναγομένου αδελφού του. και αργότερα της β' εναγομένης, ανιψιάς του, για το πέραν του δανείου ποσό, το οποίο κατά την μεταξύ τους συμφωνία οι προαναφερόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν εξ ολοκλήρου, ενώ ο ενάγων θα κατέβαλε εξ ιδίων τις οποίες περαιτέρω δαπάνες στις οποίες θα προέβαινε για την επισκευή του κοινού ακινήτου. Περαιτέρω υπάρχει νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού των εναγομένων κατά το ποσό της αξίας των επισκευών, αφού ο ενάγων με τη θέλησή του ωφέλησε τους εναγομένους, οι οποίοι δεν μπορούν να υποχρεωθούν σε απόδοση του πλουτισμού που προήλθε από δαπάνες στη διενέργεια των οποίων αντιτάχθησαν και την αντίρρηση τους αυτή γνώριζε ο ενάγων. Με τα δεδομένα αυτά ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού υπάρχει αξίωση του τελευταίου για απόδοση του ποσού των σχετικών δαπανών κατά την αναλογία της μερίδας των εναγομένων".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι προβαλλόμενες με τους διατυπούμενους λόγους του κυρίου και πρόσθετους δικογράφου αναιρετικές αιτιάσεις.

(Ι) Κύριο δικόγραφο

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολδ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου -πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν, με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787 επ. και 794 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 1113 του ίδιου κώδικα και στη συγκυριότητα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 730 επ., 904 επ. και 1101 έως 1107, συνάγεται ότι προκειμένου για δαπάνες που έγιναν σε κοινό πράγμα από ένα από τους συγκύριους, μπορεί αυτός να επιδιώξει την ανάληψή τους από τους λοιπούς συγκύριους, κατά την αναλογία της μερίδας τους, όχι μόνο όταν πραγματοποίησε τις δαπάνες μετά από σύμφωνη απόφαση της πλειοψηφίας ή σχετική δικαστική απόφαση ή για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου και για τη συντήρηση του πράγματος, αλλά και όταν υποβλήθηκε στις δαπάνες αυτές, χωρίς να υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά με τη συνδρομή των όρων της διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ειδικότερη εφαρμογή του οποίου αποτελεί η διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 904 § 1 εδ. 1 ΑΚ ουσιαστική δικαιολόγηση του πλουτισμού και επομένως νόμιμη αιτία της διατηρήσεώς του είναι η προς τούτο βούληση του ζημιωθέντος, αυτού δηλαδή από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του έλαβε χώρα ο πλουτισμός. Ειδικότερα αυτός που με τη ελεύθερη βούληση του ωφέλησε άλλον, δεν μπορεί, παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του, να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας.

Πρόκειται για τον επιβαλλόμενο πλουτισμό, ο οποίος δεν αναζητείται, καθώς ο λήπτης αυτού, στον οποίο επιβάλλεται χωρίς τη θέλησή του, δεν θα προέβαινε στην πραγματοποίηση της δαπάνης αυτής. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με πληρότητα και χωρίς αντίφαση διαλαμβάνεται ότι κατά τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων κοινωνών σύμβαση, οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν εξ ολοκλήρου το ποσό του δανείου και ο αναιρεσείων τις υπερβαίνουσες το εν λόγω ποσό δαπάνες επί του επίκοινου ακινήτου.

Η εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής απέκλειε την διωκόμενη προς καταψήφιση αξίωση του αναιρεσείοντος για τις πέραν του ποσού του δανείου δαπάνες, που εκείνος πραγματοποίησε στο επίκοινο ακίνητο, κατά το λόγο της μερίδας των αναιρεσίβλητων και την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της κατ' αυτών απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά τη θεμελίωσή της και κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με άμεση δικονομική συνέπεια την προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εξ πλαγίου παραβιάσεως των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων από την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας κατά τούτο των αιτιολογιών της να ελέγχεται ως αβάσιμη.

Η κυρίαρχη αιτιολογία αυτή της αποφάσεως, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και κατά συνέπεια αλυσιτελώς πλήττεται με την αυτή αναιρετική αιτίαση η παράλληλη παραδοχή της για εναντίωση των αναιρεσίβλητων για τις πέραν του ποσού του δανείου δαπάνες, με την έννοια της μη συμμετοχής τους στις εν λόγω δαπάνες.

(ΙΙ) Πρόσθετο δικόγραφο

Ι. Κατά τους ορισμούς και την έννοια της διατάξεως του άρθρου 457§1 ΚΠολΔ η γνησιότητα των ιδιωτικών εγγράφων για τα οποία δεν υπάρχει τεκμήριο γνησιότητας αυτών αντίστοιχο εκείνο των δημοσίων, πρέπει να αναγνωρισθεί ή να αποδειχθεί, εφόσον αμφισβητείται. Ανεξάρτητα από το είδος εγγράφου, το πρόσωπο, διάδικο ή τρίτο, από τον οποίο προέρχεται ή την εκτίμηση αυτού προς άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το αναιρετήριο, ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος αμφισβητήσεως της γνησιότητας των αναφερομένων στις αιτιολογίες της αποφάσεως επιστολών του, αλλ' αντιθέτως ρητή γίνεται επίκληση αυτών και αναφορά στο περιεχόμενο αυτών με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις του, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την γνησιότητά τους.

Επομένως, επιτρεπτώς λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με το τρίτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 και 12 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και εντεύθεν προσήκουσα μόνο εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η διατυπούμενη με το υπό την αρίθμηση σκέλος αναιρετική αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος (α) της χωρίς αρίθμηση αναφερομένης στις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του αναιρεσείοντος και στο αναιρετήριο ένορκης βεβαιώσεως του αδελφού των διαδίκων Σ.

Ρ., χωρίς παράλληλα να επικαλείται ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της διατάξεως του άρθρου 270§2 εδ. 3 ΚΠολΔ, προϋπόθεση για το υποστατό αυτής ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς το δικονομικό αυτό ελάττωμα να καλύπτεται με την επίκλησή της με τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος, ενσωματούμενες σε φωτοτυπία σε εκείνες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 240 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 9/2000), (β) των 15/2003 πρακτικών συνεδριάσεως του Ειρηνοδικέιου Ευπαλίου, στα οποία αναφέρεται η παράλληλα προβαλλόμενη σωρευτικώς, χωρίς τη διατύπωση επικουρικότητας, και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό και απαραδέκτως με το πρώτο σκέλος τους υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτών, ήδη δε ο αναιρεσείων ανταποκρίνεται στη δικονομική του υποχρέωση του προσκομίσεώς τους, αναγκαία για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της τελευταίας αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικής αιτιάσεως, η οποία εντεύθεν ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη και (γ) της καταθέσεως του μάρτυρα αποδείξεως, πλην από την αντίθετη περί τούτου βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως με ειδική αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου της, ως και των 15/2003 πρακτικών συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ευπαλίου, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολίας, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

ΙΙ. Οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίσή του, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για τα έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων η δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών.

Με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή ρύθμιση λόγου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου των αναφερομένων στις αιτιολογίες της επιστολών του αναιρεσείοντος, το οποίο όμως δεν αξιολογήθηκε ως δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων και ειδικότερα του αναιρεσείοντος, αλλ' ως πραγματικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της κυρίαρχης περί πραγμάτων κρίσεώς της ότι κατά τη συνομολογηθείσα προηγουμένως μεταξύ των διαδίκων κοινωνών σύμβαση, οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν εξ ολοκλήρου το ποσό του δανείου και ο αναιρεσείων τις υπερβαίνουσες το εν λόγω ποσό δαπάνες επί του επίκοινου ακινήτου.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Σε συνέπεια με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης νομικές παραδοχές, η μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι κατά τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων κοινωνών σύμβαση οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση εξολοκλήρου καταβολής του ποσού του δανείου και ο αναιρεσείων τις υπερβαίνουσες το εν λόγω ποσό δαπάνες επί του επίκοινου ακινήτου αποκλείει την εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.

ΑΚ) και περί διοικήσεως αλλοτρίων (άρθρ. 730 επ. ΑΚ) διατάξεων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προσβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δευτέρου και τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, συνισταμένης στην παράλειψη εφαρμογής τους καίτοι συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, να ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.

Αντίθετα δεν προσήκει στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων η παράλληλα διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος των υπό την αυτή αρίθμηση λόγων αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Τέλος η αιτιολογία αυτής της αποφάσεως περί συμφωνίας των διαδίκων κοινωνών καθιστά χωρίς αντικείμενο την ένσταση των αναιρεσίβλητων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες από τον απομέναντα προς έρευνα τέταρτο και τελευταίο, κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 30/15-11-2007 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 90/11-4-2001, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 103/14-5-2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ