Supreme Court quashes lower court ruling limiting bank employee severance pay due to mixed public-private status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned a district court decision that capped severance pay for employees of the Bank of Greece. The appellants argued that the bank holds a unique dual status, functioning as a private entity regarding banking operations but exercising public authority over foreign exchange and printing privileges. The court held that because the bank does not belong to the broader public sector, its employees are entitled to full severance compensation under specific laws without the restrictive caps applied to standard public servants. Consequently, the lower court's limitation was found to violate substantive legal provisions, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 of Law 3198/1955 and 5 paragraph 1 of Law 435/1976; An employee of the Bank of Greece, possessing a unique dual character of private law person regarding banking activities and public law person regarding the management of foreign exchange and the exercise of the printing privilege, is entitled to the severance compensation provided for in the aforementioned articles without the restrictions of the articles of the Presidential Decree 173/1967 and Law 618/1970.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 915 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 915/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) χ1,2) χ2, 3) χ3, 4) χ4, 5) χ5, 6) χ6, 7) χ7, 8) χ8, 9) χ9, 10) χ10, 11) χ11, 12) χ12, 13) χ13, 14) χ14, 15) χ15, 16) χ16, 17) χ17, 18) χ18, 19) χ19, 20) χ20, 21) χ21, 22) χ22, 23) ψ23, 24) χ24, 25) χ25, 26) χ26, 27) χ27, 28) χ28, 29) χ29, 30) χ30, 31) χ31, 32) χ32, 33) χ33, 34) χ34, 35) χ35, 36) χ36, 37) χ37, 38) χ38, 39)χ39, 40) χ40, 41) χ41, 42) χ42, 43) χ43, 44) χ44, , 45) χ45, 46) χ46, 47) χ47, 48) χ48, 49) χ49, 50) χ50, 51) χ51, 52) χ2, 53) χ53, 54) χ54, 55) χ55, 56) χ56, 57) χ57, 58) χ58, 59) χ59, 60) χ60, 61) χ61, 62) χ62, 63)χ63, 64) χ64, 65) χ65, 66) χ66, 67) χ67, 68) χ68, 69) χ69, 70) χ70, 71)χ71, 72) χ72, 73) χ73, 74) χ74, 75) χ75, 76) χ76, , 77) χ77, 78) χ78, 79) χ79, 80) χ80, 81) χ81, 82) χ82, 83) χ83, 84) χ84, 85) χ85, 86) χ86, 87) χ87, 88) χ88, 89) χ89, 90) χ90, 91) χ91, 92) χ92, 93) χ93, 94) χ94, 95) χ95, 96) χ96, 97) χ97, 98)χ98, 99) χ99, 100) χ100, 101) χ101, 102) χ102, 103) χ103, 104) ψ104, 105) χ105, 106) χ106, 107) χ107, 108) χ108, 109) χ109, 110) χ110, 111) χ111, 112)χ112, 113) χ113, 114) χ114, 115) χ115, 116) χ116, 117) χ117, 118) χ118, 119) χ119, 120) χ120, 121) χ121, 122) χ122, 123) χ123, 124) χ124, 125) χ125, 126) χ126, 127) χ127, 128) χ128, 129) χ129, 130) χ130, 131) χ131, 132) χ132, 133) χ133, 134) χ134, 135) χ135, 136) χ136, 137) χ137, 138) χ138, 139) χ139, 140) χ140, 141) ψ141, 142) χ142, 143) χ143, 144) χ144, 145) χ145, 146) χ146, 147) χ147, 148) χ148, 149) χ149, 150) χ150, 151) χ151, 152) χ152, 153) χ153, 154) χ154, 155) χ155, 156) χ156, 157) χ157, 158) χ158, 159) χ159, 160) χ160, 161) χ161, 162) χ162, 163) χ163, 164) χ164, 165) χ165, 166) χ166, 167) χ167, 168) χ168, 169) χ169, 170) χ170, 171) χ171, 172) χ172, 173) χ173, 174) χ174, 175) χ175, 176) χ176, 177) χ177, 178) χ178, 179) χ179, 180) χ180, 181) χ181, 182) χ182, , 183) χ183, 184) χ184, 185) χ185, 186) χ186, 187) χ187, 188) χ188, 189) χ189, 190) χ190, 191) χ191, 192) χ192, 193) χ193, 194) χ194, 195) χ195, 196) χ196, 197) χ197, 198) χ198, 199) χ199, , 200) χ200, 201) χ201, 202) χ202, 203) χ203, 204) χ204, 205) χ205, 206) χ206, 207) χ207, 208) χ208, 209) χ209, 210) χ210, 211) χ211, 212) χ212, 213) χ213, 214) χ214, 215) χ215, , 216) χ216, 217) χψ217, 218) χ218, 219) χψ219, 220) χ220, 221) χ221, 222)χ222, 223) χ223, 224) χ224, 225) χ225, 226) χ226, 227) χ227, 228) χ228, 229) χ229, 230) χ230, 231) χ231, 232) χ232, 233) χ233, 234) χ234, 235) χ235, 236) χ236, 237) χ237, 238) χ238, 239) χ239 και 240) χ240.
Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βάϊα Λάμπρου και Κωνσταντίνο Ρήγο, οι οποίοι δήλωσαν ότι: Α.α) εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο της 7ης αναιρεσείουσας "....." αντί του ορθού "....", β) του 9ου αναιρεσείοντος "...." αντί του ορθού ".....", γ) της 15ης αναιρεσείουσας "...." αντί του ορθού "....", δ) του 18ου αναιρεσείοντος "...." αντί του ορθού "......", ε) της 38ης αναιρεσείουσας "....." αντί του ορθού ".....", στ) της 62ης αναιρεσείουσας "....." αντί του ορθού "...." ζ) της 64ης αναιρεσείουσας "..." αντί του ορθού "....", η) της 73ης αναιρεσείουσας "...." αντί του ορθού "....", θ) του 92ου αναιρεσείοντος "....." αντί του ορθού "....", ι) της 137ης αναιρεσείουσας "...." αντί του ορθού ".....", ια) του 157ου αναιρεσείοντος "...." αντί του ορθού "....." και ιβ) της 188ης αναιρεσείουσας "....." αντί του ορθού ".....".
Β.α) το όνομα του πατρός της 79ης αναιρεσείουσας είναι "..." αντί του εσφαλμένου "......", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο και β) το όνομα του πατρός της 101ης αναιρεσείουσας είναι "....." αντί του εσφαλμένου ".....", που ομοίως αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο. Γ.α) το όνομα του 129ου αναιρεσείοντος είναι "....." αντί του εσφαλμένου "....", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Δ.α) ο 111ος αναιρεσείων χ111 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του ....., ..... και ....., β) η 123η αναιρεσείουσα χ123, απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι της ..... και ....., γ) ο 141ος αναιρεσείων χ141 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του ......, ......, .....
και ......, δ) ο 142ος αναιρεσείων χ142 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του ......, .... και ......., ε) ο 151ος αναιρεσείων χ151 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του ......., ....., ....... και ......, στ) ο 152ος αναιρεσείων χ152 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του ....., .....
και ......., ζ) ο 209ος αναιρεσείων χ209 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του .... και ..... και η) ο 233ος αναιρεσείων χ233 απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι ........, ...... και ......., οι οποίοι, όπως και οι λοιποί, υπό στοιχείο Δ α, β, γ, δ, ε, στ και ζ νόμιμοι κληρονόμοι των ήδη αποβιωσάντων αναιρεσειόντων, εκπροσωπούνται από αυτούς βάσει πληρεξουσίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9789/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-2-2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1094/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 9789/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2006 αίτησή τους και με τους από 17-7-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη του ετέρου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/-18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.
αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Νόμου αυτού. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του εν λόγω Νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/-1976, ορίζονται τα εξής:
Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του Ν.3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου και τη θέσπιση από το τελευταίο, με τη συνδρομή των τασσομένων σ' αυτό λοιπών προϋποθέσεων, δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως, λόγω και της ρητής σ' αυτή σχετικής αναφοράς, προϋποθέτει μισθωτούς, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου.
Σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό, που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζόμενου με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ.Α.Π. 1110/1986), δηλαδή σε σύμβαση της οποίας δεν είναι ορισμένος ο χρόνος λύσεως αυτής. 2) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. 3) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.
Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στο μισθωτό δικαίωμα παραιτήσεως σε οποιοδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή να αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται και συνεπώς, να παρέχει τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.435/-1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή της απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρ. 8 εδ.
β'του Ν.3198/-1955). Η τελευταία διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν.435/1976, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 Α.Κ., 3 παρ.1 του Ν.3239/-1955, 7 παρ.2 του Ν.1876/1990, 8 παρ.1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α'του Ν.3198/1955, που, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 Α.Κ., αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν.3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς πέραν της συμφωνηθείσας και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι αναιρεσείοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ο καθένας είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ' αυτή ως υπάλληλοί της μέχρι τις 31-12-1994, οπότε είχαν συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας δέκα εννέα και πλέον ετών.
Το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ενδιαφερόμενο για την ανανέωση του προσωπικού της, αποφάσισε στις 15.12.1994να απευθύνει πρόσκληση προς τους υπαλλήλους της για την υποβολή ανεκκλήτων δηλώσεων οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία τους στις 31-12-1994 και λήψης των παροχών, που αναφέρονταν στην πρόσκληση, ήτοι α) εφάπαξ αποζημιώσεως, β) αποζημίωσης από το Ταμείο Αυτασφάλειας, γ) μισθών τριών μηνών, που προέβλεπε το άρθρ. 32 του Γενικού Κανονισμού και δ) αποδοχών έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότησή τους για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό, ενώ επιφύλαξε για τη Τράπεζα το δικαίωμα να εξετάσει εκάστη από τις δηλώσεις αυτές και να προβεί, μετ' εκτίμηση των συμφερόντων της, στην έγκριση ή όχι των παραιτήσεων των ενδιαφερομένων υπαλλήλων της.
Μεταξύ εκείνων, που υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις για την οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία τους, καταλέγονται και οι αναιρεσείοντες, στο πρόσωπο των οποίων συνέτρεχαν όλες οι προς τούτο προϋποθέσεις, όπως προσδιορίζονταν στην άνω απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της με την υπ' αριθ. .....
εγκύκλιο της Διοικήσεώς της. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, που έχει συμβατική ισχύ και οι όροι αυτού, τους οποίους έχουν αποδεχθεί και οι αναιρεσείοντες, έχουν καταστεί όροι των ατομικών εργασιακών συμβάσεων αυτών, οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτής απολύονται μόνο:
α) ένεκα συμπληρώσεως του 63ου έτους της ηλικίας για τους διευθυντές κ.λ.π., του 62ου έτους για τους εντεταλμένους τμηματάρχες κ.λ.π., του 60ου έτους για τους τμηματάρχες και το προσωπικό των λοιπών βαθμών, β) ... οι κατά τη διάρκεια του έτους συμπληρώσαντες το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας τιθέμενοι υπό σύνταξη, εφόσον δικαιούνται, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ότι οι εργασιακές συμβάσεις, που υπήρχαν πριν από τις 31-12-1994 μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ήταν ορισμένου χρόνου, αφού ο Κανονισμός προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους, κατά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το άρθρο 18 του ίδιου Κανονισμού: 1) ο υπάλληλος δικαιούται της παραιτήσεως χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει τους λόγους αυτής, 2) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, μόνον δε διά της αποδοχής της λύεται η υπαλληλική σχέση, 3) η αποδοχή της παραιτήσεως είναι υποχρεωτική εντός μηνός από της υποβολής της....,4) η παραίτηση λογίζεται ως αυτοδικαίως γενόμενη δεκτή αν παρέλθει η προθεσμία της παρ.3 και δεν γίνει δήλωση περί αναβολής της αποδοχής της, 5) επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραιτήσεως προ της αποδοχής της.
Με τις διατάξεις αυτές, που ορίζεται η δυνατότητα λύσεως της εργασιακής συμβάσεως πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της, τίθεται διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας η εργασιακή αυτή σύμβαση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου. Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αποδέχθηκε ρητά τις δηλώσεις παραιτήσεως από την υπηρεσία των αναιρεσειόντων και έτσι έληξαν στις 31-12-1994 οι εργασιακές συμβάσεις τους, ενώ μετατράπηκαν παράλληλα σε αορίστου χρόνου.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, εισέπραξαν α) την εφάπαξ αποζημίωση, που ορίσθηκε με την ως άνω απόφαση του Γενικού Συμβουλίου ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή τους από την υπηρεσία, που είναι μεγαλύτερη από το ποσό των 1.500.000 δρχ., β) τη χορηγούμενη από το Ταμείο Αυτασφάλειας αποζημίωση, που υπερκαλύπτει το ποσό των 1.500.000 δρχ., γ) τους μισθούς τριών μηνών, των οποίων η καταβολή προβλέπεται από το άρθρο 32 του Γενικού Κανονισμού και δ) τις αποδοχές τους έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότησή τους για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό.
Οι ανωτέρω παροχές της αναιρεσίβλητης προς τους αντιδίκους της συνιστούν προφανώς καθεστώς αποζημιώσεως κατά πολύ ευνοϊκότερο από την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, με συνέπεια να μη δικαιούνται οι αναιρεσείοντες την αποζημίωση αυτή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι διατήρησαν το εν λόγω δικαίωμά τους κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση τέτοιου δικαιώματος, το δε στοιχείο αυτό δεν επικαλούνται ούτε οι ίδιου, ενώ δεν αρκεί η ανυπαρξία τέτοιου δικαιώματος σχετικής συμβατικής δέσμευσης, ούτε η μη παραίτησή τους από την αγωγική αυτή αξίωση.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και οι τρεις πρώτοι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σχετικά με τα αιτούμενα ποσά της οφειλόμενης αποζημιώσεως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2112/-1920 και του Ν.3198/1955 και τα καταβληθέντα από την αναιρεσίβλητη ποσά ως κίνητρα για την οικειοθελή αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία τους.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Επειδή, με το άρθρο 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις, που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ., η από το Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ.
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 σε 600.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν.1082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν.1545/1985 σε 1.150.000 δρχ. και με το άρθρο 33 του Ν.1876/1990 σε 1.500.000 δρχ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 του Ν.1232/1982, 1 παρ.6ε του Ν.1256/1982 και 51 του Ν.1892/1990, δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου (άρθρ.1 παρ.1 και 8 παρ.4 του καταστατικού της ανωτέρω Τράπεζας, που κυρώθηκε με το Ν.3427/1927 και έχει ισχύ νόμου).
Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ.1 εδ. α' έως ζ' και 4 παρ.1 του καταστατικού αυτής αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων, που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενέστερα και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η εν λόγω Τράπεζα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλ' έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου, ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Συνεπώς, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ.1 του Ν.435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ.1-2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.Α.Π. 1/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επιπλέον ότι η αιτούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση του άρθρου 8 του Ν.3198/-1955, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του Α.Ν.173/1967, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.Δ.207/1974, 24 του Ν.1082/1980, 24 του Ν.1545/1985, 1 παρ.1 του Ν.Δ.618/1970 και 33 του Ν.1876/1990, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 1.500.000 δρχ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι αναιρεσείοντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που δεν ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δικαιούνται την ως άνω αποζημίωση των άρθρων 8 του Ν.3198/1955 και 5 παρ.1 του Ν.435/1976 χωρίς τους προαναφερόμενους περιορισμούς, ενώ στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθεται το ποσό της αποζημιώσεως, που δικαιούτο έκαστος αναιρεσείων με βάση τις εν λόγω διατάξεις, ώστε, αντιπαραβαλλόμενο με το ποσό, το οποίο κατέβαλε στον καθένα απ' αυτούς η αναιρεσίβλητη για την οικειοθελή αποχώρησή του από την υπηρεσία, να κριθεί αν το τελευταίο αυτό καθεστώς αποζημιώσεως είναι ευνοϊκότερο από την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ. 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ