Legislator Case Law & Legislation
914/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to pursue a secondary ground of appeal.

Case Number 914/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a workplace injury case. The appellant argued for a secondary ground of appeal regarding a prior judgment but failed to pursue it during the hearing. The court ruled that because this secondary ground was not actively pursued, the appeal was procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to pursue a secondary ground of appeal during the hearing, the appeal is declared inadmissible.

Keywords

AI generated
secondary ground of appeal inadmissible appeal failure to pursue procedural default workplace injury case Code of Civil Procedure dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 914 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου της Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Β. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17/9/2008 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης - παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4053/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20/9/2012 αίτησή της και τον από 7/2/2013 πρόσθετο λόγο αυτής, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 670/2014 και 834/2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες κήρυξαν απαράδεκτη τη συζήτηση. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως των ως άνω αποφάσεων του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας δήλωσε ότι παραιτείται από τον ως άνω πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 2/3/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού (κύριου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του πρόσθετου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά την προσδιορισμένη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί και δεν 'συμμετάσχει κατά τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται σε συζήτηση με νέα κλήση. Μάλιστα αν ο απολειπόμενος διάδικος είναι αναιρεσίβλητος δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσεως προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4053/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, φέρεται σε συζήτηση με την από 9-11-2015 κλήση της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης μετά από αναβολή της αρχικώς ορισθείσης με την κλήση αυτή δικασίμου 22-3-2016 και αφού προηγουμένως η συζήτηση της αναίρεσης αυτής που είχε προσδιοριστεί να γίνει σε προηγούμενες δικάσιμους κηρύχθηκε απαράδεκτη δύο φορές με ισάριθμες αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα αρχικά κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 670/1974 απόφαση του Αρείου Πάγου επειδή δεν προέκυπτε ούτε ότι ο αναιρεσίβλητος επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο της 12-3-2013 από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 12-11-2013,ούτε ότι αυτός κλητεύθηκε για να εμφανιστεί σε αυτήν ή στην αρχική δικάσιμο και ακολούθως κηρύχθηκε και πάλιν απαράδεκτη με την υπ' αριθμό 834/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου η συζήτησή της που είχε προσδιορισθεί με την από 2-9-2014 κλήση της αναιρεσείουσας να γίνει αρχικά στις 9-12-2014 και μετά από αναβολή στις 26-5-2015 επειδή δεν προέκυπτε εξ ουδενός στοιχείου επίδοση, αντιγράφου του αναιρετηρίου στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο ούτε και επικαλείτο αυτήν η αναιρεσείουσα.

Από την υπ' αριθ. .../30-11-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ε. Μ.-Κ. και τις επισυναπτόμενες σε αυτό απόδειξη παραλαβής αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου και βεβαίωση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας κατ' άρθρο 128 παρ. 4 εδ. γ ΚΠολΔ, τις οποίες προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά.

τη δικάσιμο της 12-3-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον απολειπόμενο και κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο αναιρεσίβλητο. Περαιτέρω από την υπ' αριθμό .../30-12-2015 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 9-11-2015 κλήσης της αναιρεσείουσας με την κάτω από αυτή πράξη της Αντιπροέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορισμού δικασίμου στις 22-3-2016 για την εκδίκαση της ως άνω αναιρέσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη σύνοικο μητέρα του αναιρεσίβλητου επειδή η δικαστική επιμελήτρια δεν βρήκε τον ίδιο στη διεύθυνσή του.

Την εν λόγω δικάσιμο η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής της δίκης, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Επομένως, και με δεδομένο ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, επειδή κατά το άρθρο 568 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία η παρ.4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος άλλωστε έλαβε και γνώση της συζήτησης της αναίρεσης την ως άνω δικάσιμο και κλήθηκε να παραστεί κατ' αυτή, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου της από 5-4-2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου … βεβαίωσης αναβολής, της κας Αγγελικής Ανυφαντή Γραμματέα του Αρείου Πάγου με την οποία βεβαιώνεται ότι, όπως φαίνεται από το Πινάκιο Β2 Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου, η από 20-9-2012 αίτηση της εταιρείας "..." κατά του αναιρεσιβλήτου, για αναίρεση της 4053/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε προσδιοριστεί για να δικασθεί στις 22-3-2016 αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-1-2017 με αριθμό πινακίου …, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../20-5-2016 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας.

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) συνάγεται ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, η παραίτηση δε αυτή, έχει ως αποτέλεσμα ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως θεωρούνται πως δεν ασκήθηκαν και επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς αυτούς (Ολ ΑΠ 20/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως, ο αναιρεσείων με δήλωση του παραπάνω πληρεξούσιου δικηγόρου του, που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την 670/2014 απόφαση πρακτικά αυτού, παραιτήθηκε από το δικόγραφο του από 7-2-2013 πρόσθετου λόγου αναίρεσης της 4053/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει ασκηθεί

3.- Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.

Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λ.π.), και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 300 παρ. 1α του ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.

Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 622/1983). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007).

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 502/2007).

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εργαζόταν ως εργάτης γενικών καθηκόντων με ωράριο 7.30-5.00 σε οικοδομικό εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης επιχείρησης "..." (ήδη αναιρεσείουσας), κείμενο στο Λαύριο και συγκεκριμένα στην ανέγερση …, το οποίο στις 9-10-2006 (οπότε έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα) βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της κατασκευής του, λίγο πριν παραδοθεί από την κατασκευάστρια εταιρεία, πρώτη εναγομένη, στον δικαιούχο … .

Στις 9-10-2006 ο ενάγων μαζί με άλλους εργαζόμενους είχαν μόλις ολοκληρώσει την συναρμολόγηση της στέγης του εσωτερικού αίθριου του κτιρίου. Η συγκεκριμένη στέγη ήταν μία κατασκευή έχουσα ως υποδομή μεταλλικό δικτύωμα από κοιλοδοκούς, επί των οποίων (κοιλοδοκών) είχαν τοποθετηθεί και βιδωθεί με κατάλληλες πλαστικές βίδες, φύλλα πολυκαρμπονικού υλικού διαστάσεων 2,10 μ.

κ' 1,12 μ. πλάτους και 7 μέτρων μήκους, που ενώνονταν μεταξύ τους με διαμήκεις πλαστικούς συνδέσμους στους οποίους "θηλύκωναν" τα φύλλα του υλικού.... Περί ώρα 10.45 της 9-10-2006 ο παθών εργαζόμενος (ενάγων) στα πλαίσια της εργασίας του, ανέβηκε στο επάνω μέρος της προαναφερόμενης στέγης, προκειμένου να μεταφέρει ξύλινα μαδέρια που βρίσκονταν στη στέγη του κτιρίου, στο προαύλιο χώρο.

Κατά την υπό του ενάγοντος διενέργεια της ως άνω ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας τα συναποτελούντα την στέγη αυτή προπεριγραφέντα φύλλα πολυκαρμπονικού υλικού υποχώρησαν και "άνοιξαν" από το βάρος του εργαζόμενου στο σημείο όπου αυτά ενώνονται μεταξύ τους με πλαστικό σύνδεσμο, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος (ενάγων) να καταπέσει από την ως άνω στέγη και συγκεκριμένα από ύψος 7,25 μέτρων στο δάπεδο του αίθριου και να τραυματιστεί σοβαρά, υποστάς πολλαπλά κατάγματα, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και τραυματισμούς εσωτερικών οργάνων....

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόσβαση στο επάνω μέρος της προαναφερθείσας στέγης του αίθριου ήταν ιδιαίτερα εύκολη μέσω της "ταράτσας" του ως άνω κτιρίου, που είχε διαμορφωθεί ως προαύλιος χώρος αναψυχής με υπαίθριο θέατρο κλπ. διαχωριζόμενος από την λίαν εύθραυστη στέγη του αίθριου μόνο από ένα χαμηλού ύψους τοιχίο, ύψους 0,60 μ. , τα δε ξύλινα μαδέρια (που στα πλαίσια της εργασίας του ο ενάγων εργαζόμενος έπρεπε να μεταφέρει από την στέγη στον προαύλιο χώρο) βρίσκονταν στην στέγη προκειμένου να τα χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι για να πατούν επ' αυτών κατά την διάρκεια της τοποθέτησης των φύλλων του πολυκαρμπονικού υλικού στη στέγη και στηρίζονταν στο μεταλλικό δικτύωμα της στέγης αυτής.

Κατατοπιστικό σε σχέση με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος είναι ιδιαίτερα ότι στην υπ' αρ.πρωτ…./07 έκθεση αυτοψίας οι Τεχνικοί Επιθεωρητές του Υπουργείου Απασχόλησης διασαφηνίζουν μετά λόγου γνώσεως α) ότι όπως διαπίστωσαν κατά την έρευνά τους, την ώρα του ατυχήματος δεν υπήρχε πλησίον του εργαζόμενου που εκτελούσε επικίνδυνη εργασία, κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο προκειμένου να επιβλέπει την ασφαλή εργασία του εργαζόμενου, κατά παράβαση του αρ. 111 του Π.Δ. 1073/1981, κατά το οποίο "οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζόμενους περί των, κατά φάσιν εργασίας απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας β) ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση του ενδίκου ατυχήματος δεν τηρήθηκαν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 40 του Π.Δ. 1073/1981, κατά το οποίο "Επί στεγών και φωταγωγών με ελαφράν επικάλυψιν (υαλωτήν, πλαστικήν, αμιαντοτσιμέντου κ.λ.π.) η άνοδος επιτρέπεται μόνον όταν υπάρχουν ανθεκτικοί διάδρομοι επισκέψεως και ασφαλής πρόσβασις προς τούτους".

Εξάλλου δεν είχαν ληφθεί από την εργοδότρια - α' εναγομένη Α.Ε. ούτε τα κατά το Π.Δ. 305/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ" (ΦΕΚ 212/Α/29-8-1996) και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα στο άρθρο 12, παράρτημα ιν, Μέρος Β, Τμήμα 11, εδάφιο 14, 2 προβλεπόμενα, κατά το οποίο (άρθρο 12) "Όταν οι εργαζόμενοι πρέπει να εργαστούν επί ή πλησίον στέγης ή οποιαδήποτε άλλης επιφάνειας από εύθραυστο υλικό διά μέσου του οποίου κινδυνεύουν να πέσουν, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, έτσι ώστε να μην βαδίσουν από απροσεξία στην επιφάνεια των εύθραυστων υλικών ούτε να πέσουν στο έδαφος".

Όπως εξάλλου χαρακτηριστικά σημειώνεται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας "προστατευτικά μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν είναι είτε ασφαλείς διάδρομοι κυκλοφορίας που να εδράζονταν πάνω στη στέγη είτε, για σύντομες εργασίες, να γίνεται χρήση κατάλληλων ζωνών ασφαλείας". Οι ως άνω προϋποθέσεις ωστόσο δεν τηρήθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση υπό της εργοδότριας- πρώτης εναγομένης.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός της α' εναγομένης ΑΕ ότι ο ενάγων δεν ανέβηκε στη στέγη για να πραγματοποιήσει κάποια ανατεθείσα σε αυτόν εργασία και ότι την ώρα του ενδίκου ατυχήματος "γινόταν διάλειμμα" ελέγχεται ως ανακριβής ιδιαίτερα από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη Δήλωση του ενδίκου ατυχήματος προς το ΙΚΑ υπό της εργοδότριας (α' εναγομένης) και την σ' αυτήν συνημμένη κατάθεση - εξέταση μάρτυρα στην οποία (δήλωση ατυχήματος) η α' εναγομένη εργοδότρια δηλώνει ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα, που συνέβη στις 9.10.06 ώρα 10:45 "στο χώρο της επιχείρησης ή κατά τη διάρκεια της εργασίας", ότι επρόκειτο για "πτώση μέσω αποπερατωμένου στεγάστρου από πολυκαρμπονικό υλικό" και ότι "προκάλεσε διακοπή εργασίας" και ουδέν αναφέρει περί διαλείμματος.

Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η προαναφερθείσα πτώση του ενάγοντος - εργαζομένου από την ύψους 7,25 μέτρων στέγη του προαναφερθέντος κτιρίου στο πλακόστρωτο δάπεδο αυτού και ο εξ αυτής σοβαρότατος τραυματισμός του, συνέβη κατά την διάρκεια και εξ αφορμής της εργασίας του στην εργοδότριά του α' εναγομένη, αποτελεί συνακόλουθα εργατικό ατύχημα, και οφείλεται κατά τα προεκτεθέντα σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία ως υπεργολάβος της ως άνω οικοδομής και εργοδότης του, υπό τις οδηγίες και εντολές των υπ' αυτής προστηθέντων οργάνων εργαζόταν ο ενάγων, από αμέλειά της προκάλεσε το ένδικο ατύχημα, καθόσον επέτρεψε την εργασία του ενάγοντος- εργαζομένου της επί της άνω στέγης (μεταφορά ξύλινων μαδεριών) χωρίς την υπ' αυτής λήψη των αναγκαίων και αναφερόμενων ανωτέρω προστατευτικών μέτρων ασφαλείας και συγκεκριμένα χωρίς να υφίστανται επί της στέγης ασφαλείς διάδρομοι κυκλοφορίας εδραζόμενοι σ' αυτήν, χωρίς να υπάρχουν προς χρήση και χωρίς να χορηγήσει στον ενάγοντα προς χρήση κατάλληλη ζώνη ασφαλείας, χωρίς να μεριμνήσει ώστε να υφίσταται πλησίον του ενάγοντος-εργαζόμενου (που εκτελούσε επικίνδυνη εργασία) κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο που να επιβλέπει την ασφαλή εργασία του εργαζομένου αυτού, επέτρεψε δε την άνοδό του επί της ως άνω στέγης, έχουσας ελαφρά επικάλυψη, χωρίς να υπάρχει σ' αυτήν ανθεκτικός διάδρομος επισκέψεως και ασφαλής πρόσβαση σ' αυτόν.

Από όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα εξάλλου υπό των διαδίκων προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι καμμία υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα δεν βαραίνει τον ενάγοντα εργαζόμενο που ακολούθησε κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπό της εργοδότριας του εργασίας τις εντολές των υπ' αυτής προστηθέντων.

Πρέπει λοιπόν, κατέληξε το Εφετείο, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ένσταση της α' εναγομένης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του έχει ποσοστό αναπηρίας 80%. Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μετ' απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας και αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το παραπάνω εργατικό ατύχημα, αντί του ποσού των 100.000 ευρώ που είχε δεχθεί για τον ίδιο λόγο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στον τραυματισμό του, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εφαρμογής των άρθρων 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, 914, 932 και 300 του Α.Κ., γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων άρθρων και ειδικότερα του άρθρου 300 του Α.Κ. το οποίο και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να μην επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα που προκάλεσε η άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου ελλείψει αιτήματος του απολειπόμενου αναιρεσιβλήτου, και ο οποίος, άλλωστε, ως εκ της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι δεν έχει ασκηθεί ο από 7-2-2013 πρόσθετος λόγος για αναίρεση της 4053/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την, από 20-09-2012 αίτηση αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης 818/2012 κατά της υπ' αριθ. 4053/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ