Supreme Court dismisses appeal as it concerns evidence evaluation, not legal interpretation or fact subsumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a sales contract dispute. The appellant argued the lower court erred in finding a sales contract instead of a loan agreement based on contradictory financial figures. The court ruled that these arguments merely challenged the court's assessment of evidence and did not question the legal interpretation of the facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558, 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground challenging the court's evaluation of evidence to determine the truth of facts is inadmissible as it does not concern the interpretation of legal provisions or the subsumption of facts under legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 914 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Α. P. & SONS LTD" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφειρίου Χατζηδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΟΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Π. Ε. Μ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στο ... . Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χαριλάου Βερβενιώτη και Πάρη Αναστασάκου, ο δε δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-1996 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/1997μη οριστική, 75/29006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 331-502010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 19-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 18-7-1996 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, την οποία εκπροσωπούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, συνήφθη σύμβαση πώλησης νωπών σταφυλιών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ( αγοράστρια ) από τη σύμβαση πώλησης, άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ο δεύτερος από αδικοπραξία, για το λόγο ότι παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στην ενάγουσα ότι η αγοράστρια ήταν φερέγγυα, να της καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 32.285.733 δρχ., που αποτελούσε υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 305/1997 απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, η οποία με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση απορρίφθηκε ως προς τον δεύτερο των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρία (αγοράστρια ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων τους, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1991), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992, Α.Π. 395/2011, Α.Π. 180/2011).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ήταν απλώς ομόδικος της αναιρεσείουσας και ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ του αναιρεσιβλήτου αυτού και σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, από της δημοσιεύσεως της οποίας στις 22-10-2009 και μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 1-6-2010 δεν έχει παρέλθει τριετία.
Η προβαλλόμενη με τις από 30-1-2012 προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση δηλαδή ενενήντα ημερών από της επικαλούμενης επιδόσεως στις 25-2-2010 της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ ), είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται με προτάσεις που δεν έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη, αφού δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη επίδοση της απόφασης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με έδρα το ..., στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας το έτος 1994 αγόραζε νωπά σταφύλια από Κορίνθιους παραγωγούς, τα οποία ακολούθως μεταπωλούσε στο εξωτερικό. Προς εξυπηρέτησή της είχε μισθώσει συσκευαστήριο στην περιοχή Προφήτης Ηλίας στο Βέλο Κορινθίας.
Στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας και με τη μεσολάβηση του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος την έφερε σε επαφή με την άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή πρώτη εναγόμενη, συνήψε η ενάγουσα προφορική σύμβαση με την πρώτη εναγομένη τον Ιούλιο 1994 στο ..., δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και παραδώσει στην τελευταία σταφύλια Κορινθιακής προέλευσης τύπου "ΤΟΜΠΣΟΝ".
Ειδικότερα συμφωνήθηκε να πωλήσει η ενάγουσα στην πρώτη εναγομένη τμηματικά από 13-8-94 έως 14-10-1994 τις παρακάτω ποσότητες σταφυλιών συσκευασμένες σε χαρτοκιβώτια παραδoτέες στο συσκευαστήριο της ενάγουσας στο Βέλο Κορινθίας αντί τιμήματος μιας λίρας Αγγλίας, αναγομένης σε δρχ. σύμφωνα με τη μέση τιμή λίρας Αγγλίας, όπως η τιμή θα προέκυπτε από τα δελτία τιμών εξωτερικών συναλλαγμάτων (Fixing) της τράπεζας Ελλάδας, με κρίσιμο χρόνο αυτόν κατά τον οποίο η ενάγουσα θα παρέδιδε στην πρώτη εναγομένη στο παραπάνω συσκευαστήριό της το αντίστοιχο φορτίο σταφυλιών.
Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην α' εναγομένη και εκείνη παρέλαβε ανεπιφύλακτα από το συσκευαστήριο της πρώτης, τις συμφωνηθείσες ποσότητες σταφυλιών, τις οποίες μετέφερε με δικά της έξοδα μεταφοράς οδικώς και δια θαλάσσης στην έδρα της στην Αγγλία, σε ειδικά φορτηγά - ψυγεία.
Έτσι η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην α' εναγομένη: 1) την 13-8-94, 3.328 χαρτοκιβώτια με σουλτανίνα βάρους 16.640 κιλών, 2) την 18-8-94, 3.328 χαρτοκιβώτια με το αυτό εμπόρευμα, βάρους 16.640 κιλών, εκδοθέντων των υπ' αριθ. ... Όλα τα παραπάνω φορτία συνοδεύονται επίσης από την οικεία φορτωτική και το οικείο αντίτυπο ελέγχου (Τ5) των εμπορευμάτων από το τελωνείο Συκυώνος.
Τα παραπάνω δε δελτία αποστολής και οι σχετικές φορτωτικές φέρουν και την υπογραφή του εκπροσώπου της αγοράστριας (α' εναγομένης). Το τίμημα για την πώληση των παρακάτω εμπορευμάτων ανήλθε στα παρακάτω ποσά ... Η τιμή της λίρας Αγγλίας σε δραχμές υπολογίζεται με βάση την επίσημη ισοτιμία αυτής σε δραχμές, όπως προκύπτει από το δελτίο επισήμων τιμών εξωτερικών συναλλαγμάτων τράπεζας της Ελλάδος κατά τον χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων.
Έτσι με βάση τα παραπάνω, η συνολική οφειλή (τίμημα από την προαναφερθείσα πώληση) της α' εναγομένης προς την ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των 117.476.756 δρχ. ... Έναντι της οφειλής αυτής η α' εναγόμενη έχει καταβάλει 85.191.023 δρχ. και επομένως οφείλει ακόμα το ποσό των 32.285.733 δρχ.... Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας συναφθείσα κρινόμενη σύμβαση δεν είναι σύμβαση πώλησης αλλά σύμβαση αντιπροσωπείας, η οποία εκτελέστηκε σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους και με βάση αυτήν η ενάγουσα έχει εξοφληθεί και ουδεμία oφειλή υπάρχει από την σύμβαση αυτή.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται ... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι την 29-11-1994 η ενάγουσα, η οποία αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα, δανείστηκε από την πρώτη εναγομένη το ποσό των 7.500.000 δρχ., για την εξασφάλιση δε της δανείστριας, η ενάγουσα της εκχώρησε ισόποση απαίτησή της από την επιδότηση μεταφορικών της ΔΙΔΑΓΕΠ Υπουργείου Γεωργίας.
Η ενάγουσα δεν μπόρεσε ν' ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση του δανείου αυτού και μάλιστα την 3-2-1995 εισέπραξε αυτή το ποσό της επιδότησης, κατέστη υπερήμερη, η δε πρώτη εναγόμενη προσέφυγε στην Ελληνική Δικαιοσύνη ζητώντας να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της καταβάλει το παραπάνω ποσό. Επί της σχετικής αγωγής της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 66/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν ο εναγόμενοι (ενάγουσα και ομόρρυθμοι εταίροι αυτής) να καταβάλουν στην εκεί ενάγουσα (πρώτη εναγόμενη) εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 7.500.000 δρχ.
με το νόμιμο τόκο από 4-2-95. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 492/99 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου απορρίφθηκε στην ουσία της η ασκηθείσα από τους εκεί εναγομένους κατά της παραπάνω απόφασης έφεση. Τέλος με την υπ' αριθμ. 49/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και κατόπιν αιτήσεως της πρώτης εναγομένης, την οποία συνομολόγησε ο εκ των εταίρων της ενάγουσας Μ.
Π., διατάχτηκε η συντηρητική κατάσχεση ακινήτου των εταίρων της ενάγουσας προς εξασφάλιση της παραπάνω από το δάνειο απαίτησής της. Η παραπάνω σύναψη της σύμβασης δανείου και η περαιτέρω εξέλιξη αυτής δεν ενισχύει την άποψη ότι μεταξύ ενάγουσας και πρώτης εναγομένης συνήφθη σύμβαση αντιπροσωπείας, από την οποία οι τυχόν απαιτήσεις της ενάγουσας είχαν εξοφληθεί κατά το χρόνο σύναψης του δανείου και όχι σύμβαση πώλησης, από την οποία κατά τον ίδιο χρόνο οφείλετο προς την ενάγουσα το αιτούμενο ποσό, διότι αν υφίστατο η παραπάνω οφειλή από τη σύμβαση πώλησης η ενάγουσα, δεν θα είχε κανένα λόγο να δανειστεί και να εξασφαλίσει την από το δάνειο απαίτηση της πρώτης εναγομένης με τον προαναφερθέντα τρόπo, όπως υποστηρίζει η πρώτη εναγομένη.
Τούτο δε διότι η σύμβαση δανείου είναι ανεξάρτητη από την σύμβαση πώλησης, η σύναψη της οποίας αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, που δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο. Η ενάγουσα δανείστηκε από την πρώτη εναγομένη την 29-11-1994 ενόψει του ότι αντιμετώπιζε άμεσο οικονομικό πρόβλημα, η δε απαίτησή της για το υπόλοιπο τιμήματος που οφείλετο από την πώληση, καθίστατο ληξιπρόθεσμη την 15-12-1994.
Τέλος, το γεγονός ότι η ενάγουσα άσκησε την αξίωσή της για το οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα με την κρινομένη αγωγή της και όχι νωρίτερα, δεν αναιρεί τα παραπάνω δεδομένου ότι εναπόκειται στην ευχέρειά της ο χρόνος άσκησης του δικαιώματός της". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των περί πωλήσεως διατάξεων των άρθρων 513 επ.
Α.Κ. Ειδικότερα, είναι επαρκής η αιτιολογία ότι η σύμβαση δανείου που το Εφετείο δέχθηκε ότι συνήφθη μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είναι ανεξάρτητη από τη σύμβαση πώλησης που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, από την οποία απορρέει η ένδικη αξίωση. Περαιτέρω, η προς απόκρουση του ισχυρισμού περί κατάρτισης σύμβασης αντιπροσωπείας και όχι πώλησης αναφορά του Εφετείου ότι "άλλωστε η εναγομένη, παρά το γεγονός ότι πώλησε όλη την ποσότητα που παρέλαβε, δεν προσκομίζει σχετικά παραστατικά (τιμολόγια, αποδείξεις), από τα οποία να προκύπτει ποια ήταν η αγοραία τιμή των σταφυλιών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ούτε επικαλείται ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση τυχόν τέτοιων περιστατικών, η οποία ευλόγως θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί σχετικά, αν επρόκειτο περί σύμβασης αντιπροσωπείας, ώστε να έχει την δυνατότητα ελέγχου", δεν αποτελεί παραδοχή που στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα περί κατάρτισης σύμβασης πώλησης και δεν έρχεται σε αντίθεση με άλλη παραδοχή, τέτοια δε παραδοχή δεν είναι η αναφορά στην απόφαση ότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα προσκομιζόμενα από την πρώτη εναγόμενη στην αγγλική γλώσσα, χωρίς μετάφραση, έγγραφα.
Η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται προδήλως στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου κατά το μέρος που αναφέρεται σε ανεπαρκή αιτιολογία είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που αναφέρεται σε αντιφατική αιτιολογία είναι απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.1 β' Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 24/05, 62/04).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία δανείστηκε από την αναιρεσείουσα στις 29-11-1994 το ποσό των 7.500.000 δρχ. και εκχώρησε σε εξασφάλιση της απαίτησής της από τη σύμβαση του δανείου ισόποση απαίτησή της ( αναιρεσίβλητης ) κατά του ΔΙΔΑΓΕΠ για λήψη επιδότησης μεταφορικών, καθώς και ότι ο εκ των ομορρύθμων μελών της αναιρεσιβλητης Μ.
Π. συνομολόγησε αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης ακινήτου των εταίρων της αναιρεσίβλητης σε χρόνο ( 8-1-1996 ) κατά τον οποίο η δήθεν εκ της πωλήσεως απαίτηση της αναιρεσίβλητης είχε υποτίθεται προ πολλού καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, παρά ταύτα δέχθηκε ότι μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας δεν καταρτίσθηκε σύμβαση παραγγελίας, όπως δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά σύμβαση πώλησης από την εκτέλεση της οποίας η αναιρεσίβλητη διατηρούσε απαίτηση ύψους 32.285.733 δρχ., η οποία θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη στις 15-12-1994, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "ουδείς εχέφρων συναλλασσόμενος δανείζεται 7.500.000 δρχ.
από εκείνον από τον οποίο έχει λαμβάνειν 32.285.733 δρχ. μετά από δεκαέξι ημερολογιακές ημέρες και δεν έχει κανένα νόημα η εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο με εκχώρηση απαίτησης η οποία θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη στις 3-2-1995, ήτοι πολύ αργότερα από τότε που θα είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη η ανταπαίτηση από τη σύμβαση πώλησης, αλλά θα ελάμβανε προκαταβολή έναντι της υποτιθέμενης οφειλής από την πώληση, καθώς, επίσης, εάν είχε πράγματι απαίτηση 32.000.000 δρχ.
από σύμβαση πώλησης οπωσδήποτε θα ασκούσε την αξίωσή του αυτή ευθύς ως η απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 16-12-1994, η από τον διαχειριστή δε της δήθεν πωλήτρια συνομολόγηση της αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης δεν θα ελάμβανε χώρα χωρίς ταυτόχρονη μνεία της ανταπαίτησης της πωλήτριας κατά της δήθεν αγοράστριας".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αφορούν την ερμηνεία νομικών διατάξεων, ουδέ την υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.1 β' του ΚΠολΔ αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Μετά απ' αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2010 αίτηση της εταιρίας A. P. & SONS LTD, που εδρεύει στο ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 387/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ