Legislator Case Law & Legislation
914/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation damages, upholding appellate court's free evaluation of evidence and social circumstances.

Case Number 914/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding damages for defamation. The appellant argued that the court improperly considered the defendant's academic status and social circumstances when determining the compensation amount. The court ruled that these factors are within the free evaluation of evidence and do not require specific justification in the judgment, thus validating the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 539(8)(a) and 539(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's assessment of social and economic circumstances in setting defamation damages is subject to free evaluation and cannot be challenged on appeal without proof of direct violation.

Keywords

AI generated
defamation damages free evaluation of evidence social circumstances appellate review Code of Civil Procedure personal rights compensation amount

Cited Legislation

AI generated
Article 539(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 539(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 19(3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 914 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 914/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φίλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2092/2000 προδικαστική, 4811/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6500/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 227/4-3-2010 αιτήσεως, για αναίρεση της 6500/25-11-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 227/4-3-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6500/25-11-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 2648/23-3-1998 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη δι' αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα άδικη και υπαίτια από πρόθεση πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως, με την οποία προσέβαλε την προσωπικότητά του.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 2092/2000 μη οριστική κατά τούτο απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, η απορριπτική αυτής 4811.2006 οριστική αυτού απόφαση, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2972/24-3-2008 εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της, η 6500/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η Δ. Π., θυγατέρα του ενάγοντος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Αττικής Ό. Ζ.-Κ., αγόρασε από την Ε. Γ., αδελφή του εναγόμενου, ένα ακίνητο που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ..., το οποίο αποτελείται από το ισόγειο διαμέρισμα, προικώο της πωλήτριας, καθώς και το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου που η πωλήτρια είχε αποκτήσει από κληρονομιά της μητέρας της Μ.

συζ. Ι. Γ., δυνάμει της υπ' αριθ. .../3-9-1987 συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της προαναφερθείσας Συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγραφείσας της πράξεως αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 96 και υπ' αύξ. Αριθ. 237 (βλ. σχετ. και υπ' αριθ. 4120/11-1-1990 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου). Ο εναγόμενος αδελφός της πωλήτριας Ε.

Γ. Γ., κληρονόμος εξ αδιαθέτου του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου του πρώτου ορόφου και επί του δικαιώματος του υψούν, του προαναφερθέντος ακινήτου, θεωρώντας ότι η πωλήτρια - αδελφή του όφειλε να συνεισφέρει στην κληρονομιαία περιουσία και την προίκα που είχε λάβει ήδη και αφορούσε το ισόγειο της οικοδομής, αντί να απευθυνθεί στην αδελφή του εξωδίκως προς επίλυση της διαφοράς τους, ή, σε περίπτωση αποτυχίας, να προσφύγει στα δικαστήρια με τις οικείες αγωγές συνεισφοράς κλπ, ξεκίνησε μια βιομηχανία μηνύσεων σε βάρος δεκάδων προσώπων, αρμοδίων ή μη και για πολλά αδικήματα.

Ειδικότερα αυτός (εναγόμενος), ξεκινώντας από την 23-10-1990, υπέβαλε περίπου δέκα πέντε (15) μηνύσεις, στρεφόμενες κατά διαφόρων προσώπων, και δη σε βάρος του ήδη ενάγοντος (πατέρα της αγοράστριας του ακινήτου ο οποίος είχε παραστεί κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγορά), όπως θα εξειδικευθεί παρακάτω, της πωλήτριας αδελφής του Ε.

Γ., της αγοράστριας Δ. Π., των Συμβολαιογράφων Κ. Γ., Ό. Ζ., του Διευθυντή Εφορίας ..., των Δικαστικών Επιμελητών Κ. Κ., Ν. Χ., του Υποθηκοφύλακα ..., των Δικηγόρων Χ. Λ., Ν. Α., ο οποίος και ήταν δικηγόρος του εναγομένου, Χ. Μ. - Β. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Γ. Ζ. Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, Θ. Κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Μ.

Κ. Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, Δικαστών του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και άλλων προσώπων τμηματαρχών και υπαλλήλων Δημοσίων Υπηρεσιών, μαρτύρων κλπ για διάφορα αδικήματα όπως απάτη, πλαστογραφία, ψευδορκία, παράβαση καθήκοντος, κατάχρηση εξουσίας κλπ. Τα πρόσωπα αυτά απηλλάγησαν με βουλεύματα, δικαστικές αποφάσεις κλπ, ενώ κάποιες μηνύσεις και αναφορές του τέθηκαν στο Αρχείο.

Ο άξονας των κατηγοριών που ο εναγόμενος κυρίως απέδιδε στα μηνυόμενα πρόσωπα ήταν ότι αυτοί συγκάλυπταν ή ευνοούσαν την πωλήτρια αδελφή του, την αγοράστρια Δ. Π. και τον ενάγοντα, στο να πωληθεί το ακίνητο, που προπεριγράφηκε, ενώ ο ίδιος, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε δικαιώματα επ' αυτού προερχόμενα από την συνεισφορά του προικώου ακινήτου της αδελφής του στην κληρονομιαία περιουσία και την εντεύθεν διαφοροποίηση της κληρονομικής του μερίδας.

Μεταξύ των μηνύσεών του αυτών, ο εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά α) του ενάγοντος β) Χ. Μ. Β. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και γ) Γ. Ζ. Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και την από 5-7-1993 μήνυση με Α.Β.Μ. Γ93-2645, η οποία επί λέξει έχει ως εξής: "Ο πρώτος των μηνυόμενων κ. Μ. Π. ως εκ της Γ92/4619 μηνύσεώς μου εναντίον του κατέθεσεν εις την Πταισματοδίκη του 14ου Τμήματος την 11η Δεκεμβρίου 1992, απολογητικόν υπόμνημα.

Εις το υπόμνημά του αυτό αναφέρει, δια το παρανόμως μεταβιβασθέν ακίνητον ότι "... όπως φαίνεται εις το συμβόλαιο αυτό (έχει ήδη μνημονεύσει το .../1989 συμβόλαιο) το πωληθέν ήταν προικώο από το έτος 1965 ..." αντιφάσκων ούτω τόσον με το περιεχόμενο της από 7.8.1991 ενόρκου καταθέσεως του ενώπιον του Πταισματοδίκου του 31ου τμήματος, δια την οποίαν και ησκήθη η Γ92/4619 μήνυσις, όσον και με το περιεχόμενον του καταγγελθέντος ως πλαστού .../1989 συμβολαίου.

Και εις μεν την από 7.8.1991 ένορκον κατάθεσιν του, ως μάρτυρος αναφέρει μετά πλήρους σαφήνειας ότι κατά την ιστορούμενη αγοραπωλησίαν μεταβιβάσθηκαν το προικώον ακίνητο τούτο δε επιβεβαιώνεται και από τα αναγραφόμενα εις το .../89 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ό. Ζ.-Κ., τον οποίον έχει καταγγελθεί ως πλαστό ακριβώς διότι περιγράφει μια παράνομον μεταβίβασιν από μη δικαιούχο κληρονομικών ακινήτων δια τα οποία υφίσταται σύστασις οικογενειακού καταπιστεύματος.

Ως εκ της επικλήσεως του .../89 συμβολαίου εις το από 11.12.1992 απολογητικόν του υπόμνημα, ο κ. Μ. Π. διαπράττει το πρόδηλον και πασιφανές αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Σημειώνω πάντως ενταύθα ότι λίαν παραδόξως, η πλαστότης του .../89 συμβολαίου δεν έχει κριθεί εισέτι, παρατηρούμενης μιας επιλήψιμου νωθρότητας εκ μέρους της Δικαιοσύνης επί του θέματος αυτού, καίτοι οι σχετικές καταγγελίες μου έχουν γίνει πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους.

Είναι προφανές ότι πρέπει πάραυτα να κριθεί και το ζήτημα της πλαστότητας του .../890 συμβολαίου.

Το ανωτέρω χονδροειδές και τόσον ευκόλως διαπιστούμενον ψέμα όπως αυτό διατυπούται εις το από 11.12.1992 απολογητικόν υπόμνημα του κ. Μ. Π., ότι δηλαδή τα μεταβιβασθέντα, δια του .../89 συμβολαίου, ακίνητα, αποτελούν προικώα παροχή άρα καλώς μεταβιβάσθηκαν και επομένως οποία σχέσιν δύνανται να έχουν με κληρονομικά ζητήματα, αποτελούν την εσχάτην των δικαιολογιών με απώτερο στόχο την απόκρυψιν του παρανόμου της ιστορουμένης μεταβιβάσεως, εφόσον δι' αυτής μεταβιβάσθηκαν ως ελέχθει και κληρονομικά ακίνητα, λόγω οικογενειακού καταπιστεύματος.

Κατ' ακολουθίαν είναι προφανής εκ του περιεχομένου του από 11.12.1992 υπομνήματος, ο δόλος του κ. Μ. Π.. Η απόκρυψις άλλωστε εις την από 7.8.91 κατάθεσιν του Μ. Π. του αναφερόμενου εις το .../65 συμβολαίου κτήσεως του Α. Χ. οικογενειακού καταπιστεύματος, απετέλεσεν την αιτία της ασκήσεως της Γ 92/4619 μηνύσεως μου. Ούτω ο ανωτέρω μνημονευόμενος κ.

Μ. Π. έχει διαπράξει, μέσω του από 11.12.1992 απολογητικού του υπομνήματος και της εις αυτό αναφοράς του ότι άπαντα τα μεταβιβασθέντα ακίνητα απετελούν προικώα παροχή το αδίκημα της ψευδούς ανωμοτής καταθέσεως. Πέραν αυτού εις το υπ' όψιν απολογητικόν του υπόμνημα αναφέρει δια τον υποφαινόμενον και διάφορα άλλα μεταξύ των οποίων επί λέξει ότι "...

τεχνουργή τέτοιου είδους μηνύσεις ... προς ικανοποίησιν ... όχι νομίμων σχεδίων και προθέσεων ..." δηλαδή αναφέρει ότι επιδιώκω να επιτύχω κάτι το οποίον είναι παράνομο. Τούτο σαφώς θίγει την υπόληψιν μου και εφόσον το υπόμνημα αυτό το ανέγνωσαν δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς κ.λ.π. έχουν ήδη συντελεσθεί τα αδικήματα της δυσφημήσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Η δευτέρα των μηνυομένων Αντιεισαγγελεύς Πρωτοδικών κ. Χ. Μ. - Β., εισάγαγεν την σχηματισθείσα ως εκ της Γ 92/4619 μηνυτήριας αναφοράς μου και δια της οποίας ησκήθη ποινική δίωξις κατά του Μ. Π. δια το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, δικογραφία ομου μετά της ΕΓ 49-92/494/6 εγγράφου προτάσεως της, εις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Εις την πρότασιν της αυτής και η ίδια αντιεισαγγελεύς, αναγράφει ότι η εις το .../89 συμβόλαιο, ιστορουμένη μεταβίβασης αφορούσε ΠΡΟΙΚΩΟΝ της πωλήτριας από το έτος 1965, διαστρεβλώνοντας και παραποιώντας ούτω, τόσον το περιεχόμενον της από 7.8.91 ψευδούς ενόρκου καταθέσεως του κ. Μ. Π., δια την οποίαν ως ήδη ελέχθει υπεβλήθει η Γ 92/4619 μήνυσις μου όσον και τα εις το .../89 συμβόλαιο αναγραφόμενα όπου σαφώς διατυπούται ότι μεταξύ των μεταβιβασθέντων περιλαμβάνονται και το ήμισυ εκ κληρονομικών ακινήτων.

Είναι προφανές ότι η Εισαγγελεύς προσπαθεί, με την προδήλως ψευδή έγγραφον πρότασιν της, να καλύψει τας παρανόμους πράξεις του κ. Μ. Π. παραβαίνουσα ούτω το καθήκον της και προβαίνοντας εις κατάχρησιν της προς αυτήν χορηγηθείσας εξουσίας πέραν του γεγονότος ότι δια της καλύψεως της ψευδομαρτυρίας αυτής βλάπτει τα περιουσιακά μου στοιχεία διαπράττουσα ούτω και το αδίκημα της απάτης.

Επίσης είναι προφανές ότι δολίως παραποιεί το περιεχόμενον της από 7.8.91 ενόρκου καταθέσεως του ανωτέρω, προκειμένου να απαλλάξει αυτόν εκ των κατηγοριών των εισαγομένων δια της Γ 92/4619 μηνυτήριας αναφοράς μου.

Αλλά πέραν από τον δόλον ο οποίος χαρακτηρίζει τας πράξεις της, η ανωτέρω εισαγγελεύς δεν αρκείται εις αυτό μόνον το ψεύδος εφόσον εν συνεχεία αναφέρεται και εις την προγενεστέρα μήνυσιν μου, την Β 90/3186 βεβαιώνουσα και πάλιν ψευδώς ότι εις την μήνυσιν μου αυτήν ο υποφαινόμενος "... αναφέρει ότι πράγματι το εν λόγω ακίνητο είχεν μεταβιβασθεί λόγω προίκας το 1965 στην αδελφή μου ΑΝΤΙΦΑΣΚΩΝ ...".

Όμως από πουθενά δεν προκύπτει, εκ των αναγραφομένων εις την Β 90/3186 ότι ολόκληρο το ακίνητο ήτο προικώα παροχή και σαφώς αναφέρεται, εις την μήνυσιν αυτήν, ότι το προικώον ήτο ΜΟΝΟΝ ο ισόγειος όροφος μετά του 1/3 του όλου οικοπέδου ενώ άπαντα τα λοιπά μεταβιβασθέντα ακίνητα είναι εκ κληρονομιάς και η μεταβίβασης αυτή είναι άκυρος ως διάθεσις από μη δικαιούχο.

Εξ απάντων των ανωτέρω προκύπτει ότι η ενταύθα μηνυόμενη Αντιεισαγγελεύς κ. Χ. Μ.-Β. βεβαιώνει ψευδώς και μάλιστα δις, εις την πρότασιν της προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι έλαβε χωράν μεταβίβασις ΠΡΟΙΚΩΑΣ παροχής μόνον, με απώτερο σκοπό ως ήδη ελέχθει να απαλλάξει τον κ. Μ. Π. εκ των κατηγοριών ως εκ της Γ 92/4619 μηνυτήριας αναφοράς μου, ότι δηλαδή, ούτε απέκρυψεν εις την από 7.8.91 κατάθεσιν του, την παράνομον μεταβίβασιν κληρονομικών ακινήτων και επομένως η ανωτέρω εισαγγελεύς έχει διαπράξει τα αδικήματα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθησιν, της παραβάσεως καθήκοντος, της καταχρήσεως εξουσίας και πίστης.

Πέραν των αδικημάτων αυτών, επειδή εις την πρότασιν της με κατηγορεί ως αντιφάσκοντα, δηλαδή άλλοτε λέγω την αλήθειαν και άλλοτε ψέμματα ή πάντα λέγω ψέμματα, τούτο σαφώς θίγει την υπόληψιν μου και εφόσον πολλά άτομα έλαβον γνώσιν αυτής της συκοφαντίας είναι προφανές ότι έχουν συντελεσθεί και τα αδικήματα της δυσφημήσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Ο τρίτος των μηνυομένων, πρόεδρος πρωτοδικών κ. Γ. Ζ. και πρόεδρος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξέδωσεν το 1832/1993 βούλευμα, επί της βάσει της ανωτέρω ψευδούς προτάσεως της αντιεισαγγελέως κ. Μ. -Β., χωρίς να ερευνήσει επί τη βάσει των προσκομισθέντων εγγράφων, την αλήθειαν του περιεχομένου της προτάσεως της.

Δεδομένου δε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ανεξαρτήτως της Εισαγγελικής Αρχής και ηδύνατο είτε να αποδεχθεί είτε να απορρίψει την πρότασιν της αντιεισαγγελέως εκφράζοντας εν συνεχεία, ιδίαν άποψιν επί του θέματος και δεδομένου επίσης του περιεχομένου του 1832/1993 βουλεύματος δια του οποίου το Συμβούλιο αποδέχεται πλήρως την εισαχθείσα ψευδή πρότασιν της αντιεισαγγελέως, προκύπτει ότι ο ανωτέρω πρόεδρος Πρωτοδικών έχει διαπράξει ομοίως τα αυτά αδικήματα, δηλαδή το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθησην της παραβάσεως καθήκοντος και καταχρήσεως της προς αυτόν χορηγηθείσης εξουσίας, βλάπτοντας μέσω της συγκαλύψεως της ψευδομαρτυρίας τα περιουσιακά μου στοιχεία, καθώς και της δυσφημήσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Ως δε εκ των κατά συρροή ψευδών βεβαιώσεων οι οποίες αναφέρονται εις το 1832/1993 βούλευμα, το έγγραφο αυτό προσβάλλεται ενταύθα ως πλαστό". Επί της μηνύσεως αυτής του ήδη εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/1994 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια, επί προσφυγής του εναγομένου εναντίον της, η υπ' αριθ. 319/1994 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που απέρριψε την προσφυγή του εναγομένου.

Από την ανάγνωση του κειμένου της προπαρατεθείσας μηνύσεως του εναγομένου προκύπτει ότι ο τελευταίος αυτός κατηγόρησε τους παραπάνω μηνυομένους δικαστικούς λειτουργούς για την τέλεση βαρύτατων ποινικών εγκλημάτων όπως της παραβάσεως καθήκοντος, της κατάχρησης εξουσίας, της ψευδούς βεβαιώσεως, της απάτης και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εγκλημάτων που για την υποκειμενική υπόστασή τους απαιτούν τη συνδρομή άμεσου δόλου ή και υπερχειλούς τοιούτου, και ότι τις αποδιδόμενες αυτές πράξεις, αυτοί τέλεσαν προκειμένου να απαλλάξουν τον ενάγοντα από τις κατηγορίες εκ της υπ' αριθ.

Γ 92/4619 προηγούμενης σε βάρος του μηνύσεως. Ο δε επικαλούμενος, από τον εναγόμενο, τοιούτος σκοπός των δικαστικών λειτουργών μνημονεύεται επανειλημμένως σε περισσότερα σημεία της μηνύσεως και μάλιστα ευθέως, ενώ κατά τρόπο άμεσο και ευκρινή συνδέει τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών με τον ήδη ενάγοντα (μηνυόμενο) - στον οποίο αποδίδει κατ' αρχήν τη χρήση του υπ' αριθ. .../1989 συμβολαίου, που χαρακτηρίζει ως πλαστό - σε πολλά σημεία της μηνύσεως και ειδικότερα και στην αποστροφή αυτής: "...

ο κ. Μ. Π. διαπράττει το πρόδηλον και πασιφανές αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Σημειώνω πάντως ενταύθα ότι λίαν παραδόξως, η πλαστότης του .../1989 συμβολαίου δεν έχει κριθεί εισέτι, παρατηρούμενης μιας επιλήψιμου νωθρότητας εκ μέρους της Δικαιοσύνης επί του θέματος αυτού καίτοι οι σχετικές καταγγελίες μου έχουν γίνει πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα δηλαδή χρονικόν διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους ...".

Ακόμα και η θέση που εκφέρεται η προπαρατεθείσα παράγραφος στη μήνυση του εναγομένου, ήτοι στο τέλος του τμήματος όπου αυτός καταφέρεται κατά του ήδη ενάγοντος και πριν από το τμήμα όπου αρχίζει να αποδίδει κατηγορίες σε βάρος των δικαστικών λειτουργών, και δη ως προοίμιο και εισαγωγή σχετικά με το τι πρόκειται να επακολουθήσει, σε συνδυασμό με τις καθ' εκάστη κατηγορία που αυτός αποδίδει σε κάθε μηνυόμενο αλλά και εκτιμώμενο το κείμενο στο σύνολό του, προσδίδουν σε κάθε αναγνώστη, την εικόνα μίας επιλήψιμης συναλλαγής του ενάγοντος (μηνυόμενου) με τους δικαστικούς λειτουργούς οι οποίοι, ενεργώντας με άμεσο δόλο, διαστρεβλώνουν και παραποιούν τα υποβληθέντα σ' αυτούς έγγραφα με σκοπό να τον απαλλάξουν από κατηγορίες.

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι το περιεχόμενο της παραπάνω μηνύσεως του εναγομένου ήταν ψευδές, ο εναγόμενος εγνώριζε το ψευδές των γεγονότων που απέδιδε στους μηνυόμενους, και δη στον ενάγοντα, και προέβη στην πράξη του αυτή προκειμένου να θίξει την τιμή και την υπόληψή του. Η απόδοση δε τόσο βαρείας κατηγορίας στον ενάγοντα ότι δήθεν αυτός ευρίσκετο σε τουλάχιστον επιλήψιμη συναλλαγή με τους δικαστικούς λειτουργούς προκειμένου οι τελευταίοι να τον απαλλάξουν από κατηγορίες, απαιτούσε σύνεση και εντεύθεν βεβαιότητα για τα καταγγελόμενα, ζητήματα όμως που δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του εναγομένου.

Η επίκληση από τον τελευταίο τούτο ότι δεν είχε κανένα σκοπό ούτε και διανοήθηκε να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος αλλά απλώς αυτός "εξέφρασε το παράπονο του ότι δεν προσέχθηκε η υπόθεσή του" ή ότι την μήνυση υπέβαλε "με την ακράδαντη πεποίθηση ότι είναι απολύτως αληθινή" (βλ. σελ. 6 παρ. 8 των προτάσεών του) προσκρούει σε κάθε έννοια κοινής εμπειρίας και λογικής, όταν σε συντεταγμένη νομικώς πολιτεία, ο εναγόμενος όντας (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στις προτάσεις του) επιστήμονας βιολόγος, Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και επί τριάντα χρόνια ασκεί τα καθήκοντα του πανεπιστημιακού δασκάλου, αγνοεί ή εν πάση περιπτώσει δεν προστρέχει σε νομικό παραστάτη προκειμένου να προασπίσει τα όποια δικαιώματά του αλλά αντ' αυτού καταφεύγει σε ψευδείς μηνύσεις σε βάρος δικαστικών λειτουργών και του αντιδίκου του (ήδη ενάγοντος) τους οποίους και εμπλέκει δήθεν σε από κοινού εγκληματικές δραστηριότητες προκειμένου (κατά τους ισχυρισμούς του) να καταστρατηγήσουν τα δικαιώματά του.

Άλλωστε, δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι αυτός μόλις το έτος 1998 ήτοι πέντε (5) και πλέον έτη μετά την υποβολή της επίμαχης μηνύσεώς του, (και οκτώ έτη από την υποβολή της από 23-10-1990 πρώτης μηνύσεώς του) άσκησε την από 6-11-1998 και υπ' αριθ. καταθ. 9420/1998 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της αδελφής του Ε.

Γ. και της αγοράστριας του ακινήτου Δ. Π., με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης τούτων προς συνεισφορά της προίκας που είχε λάβει στην κληρονομιαία περιουσία αυτής και του εναγομένου - αδελφού της. Τέλος, ας σημειωθεί, ότι δεν διαφοροποιεί την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δήθεν αυτός συνέταξε την επίδικη μήνυση (καθώς και όλες τις άλλες) χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου και τούτο, πέραν του ότι είναι ήκιστα πειστικός, ενόψει της δομής της μηνύσεως, των νομικών όρων που αυτός χρησιμοποιεί καθώς και των οικείων για κάθε αδίκημα νομικών διατάξεων, δεν αμβλύνει τον αποδειχθέντα σκοπό δυσφημήσεως που είχε, αφού κατά τα ήδη προαναφερθέντα, η απόδοση τόσο ατιμωτικών κατηγοριών, οι οποίες ήσαν ψευδείς, σε βάρος του ενάγοντος (και των δικαστικών λειτουργών) ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ένα ζήτημα που ο εναγόμενος κατανοούσε ενόψει και τη επιστημονικής του κατάρτισης και της μορφώσεως την οποία και ο ίδιος πανηγυρικώς επικαλείται.

Συνακόλουθα τούτων, ο εναγόμενος με την ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά του προσέβαλε παράνομα την τιμή και την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα του ενάγοντος, από την οποία παράνομη αυτή προσβολή, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση", καταλήγοντας "αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη προσβολή της τιμής και υπολήψεώς του, με την εκ μέρους του εναγομένου υποβολή της από 5-7-1993 και υπ' αριθ.

Α.Β.Μ. Γ93/2645 μηνύσεως σε βάρος του, η οποία και περιελάμβανε ψευδή γεγονότα κατά τα αναλυτικώς ήδη εκτεθέντα. Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος αυτός δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει της εντάσεως και της εκτάσεως της σχετικής προσβολής, της συμπεριφοράς του εναγομένου κατά και μετά την τέλεση της παραπάνω άδικης πράξης, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών πρέπει να καθοριστεί στο χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, όπως μετατρέπεται κατ' άρθρο 1, 2 του ν. 2842/2000, από 1-1-2002, το αντίστοιχα αιτούμενο με την αγωγή ποσό σε δραχμές".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - εναγόμενος και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δι' αυτών ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Ομοίως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού απαραδέκτου, αορίστου ή μη νόμιμου, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και όταν λήφθηκε υπό και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω κατά την προϊσχύουσα του δικονομικού καθεστώτος του ν. 2915/2001 διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10β ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι' αυτά.

Με την διάταξη αυτή ελεγχόταν αναιρετικώς η συμμόρφωση του δικαστηρίου της ουσίας προς την υποχρέωσή του να διατάσσει τακτική απόδειξη για κάθε αμφισβητούμενο γεγονός με τα προβλεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Κατά τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, στην θετική αξιολόγηση του οποίου από νομική και ουσιαστική άποψη θεμελιώνεται, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η παραδοχή της αγωγής, "Ο Κ.

Γ. κατέθεσε την από 5.1.1993 ΑΒΜ Γ.93/2645 ψευδομήνυση εναντίον 1) εμού του Μ. Π., 2) της Χ. Μ. - Β., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Γ. Ζ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών για απάτη, πλαστογραφία κλπ και έγραφε αυτός ο κατ' επάγγελμα συκοφάντης και ψευτομηνυτής ότι δήθεν εγώ πλήρωσα τους Δικαστές και με αθώωσαν με το υπ' αριθμ. 1832/93 Βούλευμα.

Δεν παραλείπω να προσθέσω ότι στο τέλος της ως άνω ψευδομηνύσεώς του γράφει ότι το Απαλλακτικό Βούλευμα 1832/93 για το Μ. Π. είναι πλαστό και γράφει επί λέξει στο τέλος της μηνύσεώς του: "Δια ταύτα Μηνύω ενώπιόν σας τους ανωτέρω και προσβάλλων ως πλαστό το 1832/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποδίδοντας την πλαστογραφία τόσον εις την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κ. Χ. Μ. - Β., όσον και εις τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών κ. Γ. Ζ.". Και γράφει στη συνέχεια: "Αιτούμαι 1) Την Ποινικήν δίωξιν και κατά Νόμον τιμωρίαν αυτών δια τα ακολούθους παραβάσεις: α) Μ. Π.ν δια παράβασιν των άρθρων 216, 2, 3, 125, 1 362 και 363 του Π.Κ.

β) Χ. Μ. - Β. δια παράβασιν των άρθρον 216, 1-3, 239, 242 1-3, 259, 386, 362 και 363 του Π. Κ. του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών κ. Γ. Ζ..

2) Δηλώ ότι παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγων δι' αποζημίωσιν ποσού εκ 15.000 δρχ. δι' έκαστον εκ των καταμηνυομένων αδικημάτων παρ' εκάστου.

3) Να διαταχθεί προανάκρισις ώστε να προσκομίσω και καταθέσω τα επικαλούμενα έγγραφα.

4) Την ταχυτάτην κρίσιν της καταγγελομένης πλαστογραφίας του εγγράφου του 1832/93 Βουλεύματος και κήρυξιν αυτού δια διατάξεως ή Βουλεύματος ως πλαστού.

Αθήναι 5 Ιουλίου 1993 Ο Μηνυτής Κ. Γ.." Επειδή στην ψευδομήνυσή του αυτή, μαζί μ' εμένα ήσαν κατηγορούμενοι Δικαστές και Εισαγγελείς, η δικογραφία πήγε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών, για ανάκριση, περατωθείσης της ανακρίσεως στο Πρωτοδικείο Θηβών και υποχρεώθηκα εγώ να μεταβαίνω στα δικαστήρια της Θήβας και να ταλαιπωρούμαι και να υποβάλλομαι σε τεράστιες οικονομικές δαπάνες χωρίς αιτία.

Επειδή απεδείχθη ότι η μήνυση ήτο ψευδεστάτη και αθωωθήκαμε όλοι από την ψευδομήνυση του Κ. Γ. 1) με την υπ' αριθ. 1/1994 διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών και 2) με την υπ' αριθ. 319/94 διάταξη του κ. Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών (η οποία γράφει ότι πρέπει να γίνονται αυτεπάγγελτες μηνύσεις εναντίον του Κ.

Γ. για τις ψευδομηνύσεις που καταθέτει) (Σχετικά 17-18-19) και μας κατασυκοφαντεί κατά το χειρότερο τρόπο". Επί του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού τάχθηκε με την 2092/2000 μη οριστική κατά τούτο απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως, και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά του αναιρεσιβλήτου και άλλων προσώπων την από 5-7-1993 μήνυσή του, στην οποία ανέφερε ψευδώς, τελώντας σε γνώση της αναληθείας του, ότι ο αναιρεσείων πλήρωσε τους δικαστές και τον αθώωσαν με το υπ' αριθμ. 1832/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, γεγονός το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του.

Στον αγωγικό αυτό ισχυρισμό και το αντίστοιχο θέμα αποδείξεως εμπίπτει και η κυρίαρχη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι με την εν λόγω έγκληση του αναιρεσείοντος αποδίδεται ψευδώς στον αναιρεσίβλητο, τελώντας σε γνώση της αναληθείας του, ότι ο τελευταίος "ευρίσκετο τουλάχιστον σε επιλήψιμη συναλλαγή με τους δικαστικούς λειτουργούς προκειμένου οι τελευταίοι να τον απαλλάξουν από κατηγορίες", αξιολογώντας επιτρεπτώς το δικαστήριο της ουσίας το όλο περιεχόμενο της εγκλήσεως και το λοιπό υπάρχον στη διάθεσή του αποδεικτικό υλικό.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο και τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την παραδοχή της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και για τον οποίο δεν είχε ταχθεί θέμα αποδείξεως, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με την προβλεπόμενη από τα άρθρα 362, 363 ΠΚ αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Το έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτο γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου.

Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις, (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (§1). Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (§2).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέλος, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης.

Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες (ηλικίας θανόντος και δικαιούχου, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται (α) ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 5-7-1993 έγκληση, με την οποία απέδωσε ψευδώς στον αναιρεσίβλητο, τελώντας σε γνώση της αναληθείας του, ότι ο τελευταίος βρισκόταν τουλάχιστον σε επιλήψιμη συναλλαγή με τους δικαστικούς λειτουργούς του απαλλακτικού για εκείνον 1832/1993 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, γεγονός το οποίο μπορούσε να βλάψει, και έβλαψε, την τιμή και υπόληψή του, με προσβολή εντεύθεν της προσωπικότητάς του και (β) ότι προς αποκατάσταση της από την αιτία αυτή ηθικής βλάβης του δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, την οποία προσδιόρισε κατά μετατροπή του δραχμικού ισόποσου σε 20.000,00 ευρώ, επιτρεπτώς λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη, πλην άλλων, "την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων", με βάση τα υπάρχοντα στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά, με αναφορά στον αναιρεσείοντα, επιστήμονα βιολόγο, επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να είναι αναγκαίος ο περαιτέρω προσδιορισμός του στοιχείου αυτού για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων παραδοχή της απευθυνόμενης κατά του αναιρεσείοντος αγωγής του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 539 αρ. 8 (α' σκέλος 4ου λόγου), 1 (α' σκέλος 3ου λόγου), 19 (β' σκέλος 3ου και 4ου λόγου) ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της λήψεως υπόψη του μη προβληθέντος ισχυρισμού περί της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων και (β) της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 227/4-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 6500/25-11-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ