Legislator Case Law & Legislation
913/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of public servants' equal pay claim.

Case Number 913/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by a waste management association against a first-instance judgment dismissing public servants' claims for equal pay. The lower court had rejected the claim because the plaintiffs lacked a specific request for the special allowance and failed to prove it was paid as a personal difference. The Court ruled that the lower court erred in interpreting the law, finding the plaintiffs' arguments valid regarding the principle of equality and ordering the case remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002 and §2 of Article 24 of Law 3205/2003; The lower court erred in rejecting a claim for equal pay when the plaintiff failed to demonstrate the allowance was paid as a personal difference, requiring remittal to examine the principle of equality.

Keywords

AI generated
public servants equal pay principle of equality special allowance claim remittal for further examination waste management association civil procedure appeal personal difference allowance

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24 §2 of Law 3205/2003
Article 560 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 913 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 913/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Ν. Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Α. του Ε., 2)Σ. Α. του Α., 3)Γ. Β. του Δ., 4)Γ. Β. του Π., 5)Γ. Γ. του Β., 6)Ν. Δ. του Χ., 7)Σ. Δ. - Κ. του Π., 8)Χ. Δ. του Ι., 9)Η. Ι. του Β., 10)Θ. Κ. του Ι., 11)Α. Κ. του Ι., 12)Π. Κ. του Β., 13)Κ. Κ. του Σ., 14)Σ. Κ. του Χ., 15)Τ. Λ. του Λ., 16)Χ. Μ. του Χ., 17)Δ. Ξ. του Χ., 18)Ι. Ο. του Χ., 19)Λ. Π. του Σ., 20)Κ. - Μ. Π. του Δ., 21)Χ. Π. του Κ., 22)Ι. Π. του Ε., 23)Σ. Π. του Ε., 24)Β. Σ. του Κ., 25)Ε. Σ. του Δ., 26)Δ. Σ. του Β., 27)Ν. Σ. του Ι., 28)Δ. Τ. του Θ., 29)Θ. Τ. του Ι., 30)Γ. Τ. του Ε., 31)Ν. Φ. του Γ. και 32)Ε. Χ. του Ι., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1393/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 6514/2010 μη οριστική και 22965/2012 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 8/9/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 31/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ι. Μ. με αριθ....18-10-2016, .../4-10-2016, .../5-10-2016, .../18-10-2016, .../4-11-2016, ...13-10-2016, .../12-10-2016, .../7-10-2016, .../13-10-2016, .../5-10-2016, .../14-10-2016, .../14-10-2016, .../6-10-2016, .../13-10-2016, .../14-10-2016, .../20-10-2016, .../14-10-2016, ...3-11-2016, .../7-10-2016, .../13-10-2016, ...4-10-2016, .../14-10-2016, .../12-10-2016, .../4-10-2016, .../13-10-2016, .../14-10-2016, .../4-11-2016, .../4-10-2016, .../13-10-2016, .../4-10-2016, καθώς και την .../1-11-2016 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ε. Λ., ακριβή αντίγραφα της ένδικης αναίρεσης και της από 20-5-2016 (αυτοτελούς) κλήσης προς παράσταση κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (ορισθείσα με την ως άνω κλήση ύστερ’ από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 12-4-2016) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο (εκτός από τον 21ο Χ. Π., για τον οποίο στην συνέχεια), και επομένως, εφόσον αυτοί και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ.576§2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.34, 35, 127 ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313§1 περ. δ’ , 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει ν’ απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει ν’ απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 874/2015, 625/2012, 1818/2011, 512/2011). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 22965/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του, φερομένου ως απόντος, 21ου αναιρεσιβλήτου ενάγοντος Χ. Κ. Π., διότι αυτός είχε ήδη πεθάνει κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και το αναιρεσείον γνώριζε το γεγονός αυτό, καθόσον ρητά και ειδικά αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα κατ’ αντιμολία όλων των διαδίκων, ότι ο ως άνω αρχικώς ενάγων πέθανε την 26-12-2008 και την δίκη συνεχίζει ο υιός και μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Χ. Π..

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ.68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των νικησάντων αντιδίκων του αναιρεσείοντος (ή των καθολικών διαδόχων τους κλπ.), διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 395/2011, 1169/2009, 1565/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη 22965/2012 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτήν δίκη) κατά του ν.π.δ.δ. "Σύνδεσμος ΟΤΑ Μείζονος Θεσσαλονίκης", μετονομασθέντος σε "Σύνδεσμο ΟΤΑ Ν.

Θεσσαλονίκης", στην θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτού το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας", απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες (η αρίθμησή τους ως αναιρεσιβλήτων) 8ο (Χ.

Δ.), 10ο (Θ. Κ.), 12ο (Π. Κ.), 14ο (Σ. Κ.), 15ο (Τ. Λ.), 16η (Χ. Μ.), 21ο (Χ. Π., με την επισήμανση ότι σε σχέση με αυτόν, ως προς τον οποίο η αναίρεση κρίθηκε ήδη απορριπτέα λόγω του θανάτου του πριν την άσκησή της, η κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής αναφέρεται προδήλως στον ως άνω κληρονόμο του Κ. Π. που υπεισήλθε στην θέση του και συνέχισε την δίκη ως καθολικός διάδοχός του), 23ο (Σ.

Π.), 27ο (Ν. Σ.), 31ο (Ν. Φ.) και 32η (Ε. Χ.) και επομένως ως προς αυτούς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον λόγο αυτόν.

IV. Κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ : (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν’ αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους §5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων το επίδομα του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 49 του Ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α’ ) χορηγείται και στους υπαλλήλους του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), κλιμακούμενο με βάση τα έτη υπηρεσίας τους. §6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλά διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες να επεκτείνουν ενόλω ή ενμέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από ΚΥΑ εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παρ.1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.

που δεν συμμετείχαν στην σύναψη συλλογικών συμβάσεων, σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων οι ως άνω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 176€.

Προϋπόθεση, δηλαδή, για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στο άρθ.14§3 ν.3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην σχετική αιτιολογική ρύθμιση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μην λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό, σε περίπτωση δε υπάλληλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό των 176€, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω ΚΥΑ, μόνον η διαφορά έως το ως άνω ποσό.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπομένη απ’ αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των 176€ (ΠλΟλΑΠ 16/2015).

Η τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθ.14§§3 και 4 ν.3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση ΚΥΑ για την χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.. συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτήν, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, την διακριτική ευχέρεια, υπό τις εκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για την χορήγησή της.

Ακολούθως, με το άρθ.28§4 ν.3205/2003 καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθ.56 αυτού), εκτός των άλλων, το άρθ.14 του ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του. Με το άρθ.24§3 του ίδιου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ.2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.14 του ν.3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου...Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθ.14 ν.3016/2002 καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μην χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176€, με βάση ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176€, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτήν, μειουμένη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης (ΠλΟλΑΠ 16/2015), η ρύθμιση δε αυτή έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων (εφόσον, βέβαια, αυτά ήδη καταβάλλονταν) μέχρι την μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομοθετικού καθεστώτος (ΑΠ 1394/2015, 699/2014).

Συνεπώς, προϋπόθεση της διατήρησης της ειδικής παροχής των 176€ (και γενικότερα των προβλεπομένων από τις ως άνω διατάξεις παροχών), ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη είτε η διατήρηση ενεργού αξίωσης για την λήψη της παροχής αυτής, ως μέρους των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου κατά την 31-12-2003, διότι, εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν.3205/2003, ουδεμία χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης τους θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθ.14 ν.3016/2002 όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότησή του και, κατ’ αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε την χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ’ εφαρμογή της κατ’ άρθ.4§1 και 22§1 εδ.

β’ του Συντάγματος αρχής της ισότητας, δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική θέση τους (ΑΠ 972/2011, 582/2011). Τέλος, από την διάταξη του άρθ.2§3 ν.3336/2005 που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 14 του Ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς της ειδικής παροχής των 176€ σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες όπου διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή αυτή, είναι να την λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της σ’ αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μην λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176€, που συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 (ούτε με βάση την αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία, πρβλ.ΠλΟλΑΠ 16/2015 1394/2015).

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ.14 ν.3016/2002, όσο ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντιστοίχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88€ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 178€ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997, και γενικά του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου των υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από την μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ύστερ’ από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) κατά του ν.πδ.δ. "Σύνδεσμος ΟΤΑ Ν. Θεσσαλονίκης", στην θέση του οποίου και τις συναφείς εκκρεμείς με αυτό δίκες υπεισήλθε σύμφωνα με το άρθ.16§2 ν.4071/2012 το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας", με την προσβαλλομένη 22965/2012 απόφασή του και όπως αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, έχοντας απασχοληθεί προηγουμένως στον αρχικά εναγόμενο Σύνδεσμο ΟΤΑ Μείζονος Θεσσαλονίκης με συμβάσεις έργου, εργάσθηκαν στην συνέχεια σ’ αυτόν με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (η αναφερομένη στην συνέχεια αριθμητική σειρά τους αντιστοιχεί στον αύξοντα αριθμό τους ως αναιρεσιβλήτων, παραλειπομένων, ως εικός, αυτών, ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης κρίθηκε, ως άνω, απορριπτέα) και δη (1) οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 6ος, 7η, 9ος, 11ος, 13ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 24ος, 26ος από 21-9-2001 (2) ο 5ος από 20-3-1998 έως 103-2010 (3) η 25η από 21-9-2001 έως 11-11-2010 (4) ο 28ος από 21-9-2001 έως 30-12-2004 (5) ο 29ος από 1-1-1998 έως 29-12-2010 (6) ο 30ος από 21-9-2001 έως 1-6-2006, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες με αριθ.1-7, 9, 11, 13, 17-20, 24-30 την 31-12-2003 ελάμβαναν επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας ποσού 131,75€ που από τον Αύγουστο του 2004 αναπροσαρμόσθηκε σε 132€, καθώς και επίδομα γάλακτος, πλην της 2ης (Σ.

Α.) ύψους 23,5€ και επομένως έπρεπε να λαμβάνουν από την ένδικη ειδική παροχή του άρθ.14§2 ν.3016/2002 την διαφορά που προέκυπτε με την αφαίρεση από το ποσό των 176€ των υπόλοιπων πρόσθετων παροχών, η οποία έπρεπε να εξακολουθήσει να χορηγείται ως προσωπική διαφορά μετά την κατάργηση του άρθ.14 ν.3016/2002, η οποία (διαφορά) ανέρχεται στα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση για κάθε έναν απ’ αυτούς ποσά, αφού δέχθηκε ότι έχουν παραγραφεί κατά ένα μέρος οι αξιώσεις των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή (και ως προς τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους ερευνάται πλέον η υπόθεση) και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτούς για την παραπάνω αιτία τα εκεί παρατιθέμενα για κάθε έναν απ’ αυτούς ποσά.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.14 ν.3016/2002 (ήδη καταργηθέντος) και 24§2 ν.3205/2003, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν σχετική αξίωση για την καταβολή της ειδικής παροχής, άρα ούτε και για την διαφορά μεταξύ αυτής και των λοιπών παραπάνω παροχών που ελάμβαναν, αφού δεν δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι καταβάλλονταν σ’ αυτούς η παροχή αυτή ή η ως άνω διαφορά μέχρι την 31-12-2003 (για όσους ειδικότερα είχαν αρχίσει να εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πριν το χρονικό αυτό σημείο), ώστε να την δικαιούνται και μετά ταύτα ως προσωπική διαφορά, ούτε περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραδοχή ότι η παροχή αυτή είχε διατηρηθεί και καταβαλλόταν ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, στην οποία εργάζονταν οι αναιρεσίβλητοι.

Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ενιαία λαμβανόμενοι.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει (α) ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς τους 8ο, 10ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16η, 21ο, 23ο, 27ο, 31ο και 32η αναιρεσιβλήτους (β) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και μόνο καθόσον μέρος της έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή (γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση, και δη προς έρευνα της αγωγής ως προς την βάση της από την παραβίαση της αρχής της ισότητας, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και (δ) να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η ένδικη αίτηση, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2015 (και με αριθ..../2015) αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΣΔΑ) Κεντρικής Μακεδονίας" για αναίρεση της 22965/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους 8ο, 10ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16η, 21ο, 23ο, 27ο, 31ο και 32η αναιρεσιβλήτους.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους λοιπούς (1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7η, 9ο, 11ο, 13ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 25η, 26ο, 28ο, 29ο και 30ο) αναιρεσιβλήτους και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο και ως προς τους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αναίρεση, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ