Supreme Court overturns environmental crime conviction due to lack of expert opinion and contradictory facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the lower court's conviction for environmental pollution based on the defendant's appeal. The defendant argued that mere accumulation of old materials in his private yard did not constitute pollution without expert testimony on pollutant levels. The court found the lower court's reasoning insufficient as it relied solely on a witness statement and contained contradictory findings regarding the vehicle's placement, necessitating a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 28 para. 1a of Law 1650/1986; Art. 510 para. 1 items D and E of the Code of Criminal Procedure: The mere accumulation of materials in a private area does not constitute environmental pollution or degradation absent expert opinion on pollutant levels and contrary to contradictory factual findings in the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 913 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 913/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Α. του Α., κατοίκου ... (οδός ...), που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λαφαζάνου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 112/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 205/2016.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1α του ν. 1650/1986 "Για την προστασία του περιβάλλοντος", με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ’ εξουσιοδότηση του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, παρ. 1 "Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση θεμελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και μηχανισμών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, μέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητός του ..." και παρ. 2 "οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις...".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. "Ρύπανση" δε είναι "η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του".
Τέλος, ως "υποβάθμιση" νοείται "η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες" και ως "οικολογική ισορροπία" η σταθερή σχέση που διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου ανάμεσα στους παράγοντες και τα στοιχεία ενός οικοσυστήματος. "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι "το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωσή του". "Φυσικοί πόροι" είναι "κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο". "Απόβλητα" είναι "κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση". "Ουσίες" είναι "χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς". "Επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι "οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα, καθώς και το φυσικό περιβάλλον".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 και 28 του Ν. 1650/1986 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μεικτού εγκλήματος της ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρυπάνσεως" ή "υποβαθμίσεως" του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2.
Επιπλέον, η περί ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος γνωμάτευση διατυπούται από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται και γνωματεύουν με βάση τις κείμενες διατάξεις και δεν αφίεται στην αντίληψη του "μέσου κοινωνικού ανθρώπου".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 112/2016 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, της καταθέσεως της μάρτυρος κατηγορίας και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Στον ..., στις 7.5.2008, ο κατηγορούμενος - εκκαλών Π.
Α. του Α., έχοντας την αποκλειστική χρήση ακάλυπτου χώρου επί των οδών ... εναπόθεσε εντός αυτού στερεά απόβλητα και ειδικότερα ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό φορτηγό χωρίς πινακίδες, οκτώ βαρέλια, δυο παλιές σιδερένιες πόρτες, διάφορα οικοδομικά υλικά, όπως ξύλα, τούβλα, τσιμεντόλιθοι και σιδερόβεργες, καθώς και σωρούς από μπάζα.
Η ως άνω συσσώρευση παλαιών αντικειμένων, μερικά από τα οποία απομακρύνθηκαν από συνεργεία του Δήμου ..., δημιουργούν ανθυγιεινές καταστάσεις, προκαλούν μεταβολή στο περιβάλλον που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την αισθητική αξία του τόπου, την ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων της περιοχής, καθόσον αποτελούν εστία μόλυνσης και δυσοσμίας.
Περί τούτων, σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Α. Κ., η οποία ως κάτοικος της περιοχής έχει ιδία αντίληψη, η οποία κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι όλη η γειτονιά διαμαρτύρεται. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος - εκκαλών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, απορριπτομένης της ένστασης εκκρεμοδικίας, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης (τέλεση πράξης σε διαφορετικό χρόνο)" Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για εκ προθέσεως υποβάθμιση περιβάλλοντος και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) Ευρώ, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι στον ... στις 7.5.2008 με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του ν.1650/1986 και συγκεκριμένα τυγχάνοντας κύριος ακαλύπτου χώρου επί των οδών ... εναπόθεσε εντός αυτού εναπόθεσε εντός αυτού στερεά απόβλητα και δή ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό φορτηγό χωρίς πινακίδες, οκτώ βαρέλια (δυο απ’ αυτά περιείχαν κομμάτια ξύλων), δυο παλιές σιδερένιες πόρτες, διάφορα οικοδομικά υλικά (ξύλα, τούβλα, τσιμεντόλιθοι και σιδερόβεργες) και σωρούς από μπάζα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανθυγιεινές καταστάσεις προκαλώντας με τον τρόπο αυτό μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην αισθητική αξία του τοπίου, την ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής".
Όμως με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται από την κατοχή και εναπόθεση από τον αναιρεσείοντα φυσικών υλικών [ενός παλιού εμπορικού φορτηγού αυτοκινήτου χωρίς πινακίδες, έξι βαρελιών κενών, δυο βαρελιών περιεχόντων κομμάτια ξύλων, δύο παλιών σιδερένιων πορτών, διαφόρων οικοδομικών υλικών (ξύλων, τούβλων, τσιμεντόλιθων και σιδεροβεργών)] εντός ακαλύπτου χώρου οικοπεδικής εκτάσεως αποκλειστικής χρήσεως αυτού (αναιρεσείοντος), η παραδοχή της "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος κατά την προπεριγραφείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αφού κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Ν. 1650/1986 "υποβάθμιση" είναι, ως προελέχθη, "η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες" και τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτίθενται παντάπασιν πραγματικά περιστατικά, ούτε με βάση αυτά αναπτύσσονται σκέψεις ώστε να εξηγείται με ποιόν τρόπο η εναπόθεση των παραπάνω υλικών αντικειμένων και μάλιστα σε χώρο αποκλειστικής χρήσεως του ιδίου, στον οποίο δηλαδή χώρο, χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη (αναιρεσείοντος), δεν έχει πρόσβαση τρίτος, είναι ικανή να προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις στους τομείς αυτούς.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι κατοχή ή η άτακτη τοποθέτηση των ως άνω φυσικών υλικών δεν προσκρούει σε καμμιά απαγορευτική διάταξη νόμου, η μόνη επικαλεσθείσα από την προσβαλλόμενη απόφαση μαρτυρία της μάρτυρος κατηγορίας Α. Κ. προς απόδειξη της υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος δεν αρκεί για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, καθόσον ουδόλως δύναται να θεωρηθεί γνωμάτευση ειδικού, ο οποίος έχει ορισθεί να γνωματεύσει με βάση τις κείμενες διατάξεις, προαπαιτούμενο για τη διαπίστωση της ύπαρξης υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2. Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο στο σκεπτικό της απόφασης ότι η συσσώρευση των προαναφερθέντων παλαιών αντικειμένων αποτελεί εστία μολύνσεως και δυσοσμίας, δεν προσδιορίζει τα επίπεδα των προκληθέντων ρύπων κατά ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια στο περιβάλλον της περιοχής, από τα οποία συγκεκριμένα επίπεδα θα ήταν δυνατόν να προκληθούν "αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στο οικοσύστημα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του".
Ακόμη υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών ότι το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο είχε "εναποτεθεί" από τον αναιρεσείοντα μέσα στον ακάλυπτο χώρο αποκλειστικής χρήσεώς του και ότι το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο ήταν "εγκαταλελειμμένο" από τον αναιρεσείοντα μέσα στον ακάλυπτο χώρο αποκλειστικής χρήσεώς του.
Και τέλος, η ως άνω κατοχή και εναπόθεση των προαναφερθέντων παλαιών αντικειμένων που αναφέρεται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή καθ’ εαυτή, χωρίς να συνδέεται με την δημιουργία απαγορευμένων ρύπων, δηλαδή ρύπων καθ’ υπέρβαση των επιτρεπομένων ορίων, δεν στοιχειοθετεί ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή(άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 112/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ