Supreme Court dismisses appeal on property transfer, ruling factual evaluation and document interpretation are reviewable only if based solely on the alleged document.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court distorted a 1965 lease agreement to prove a hidden sale, while the respondent claimed the lease was genuine. The court rejected the appeal because the lower court based its conclusion on a holistic evaluation of all evidence, not solely on the alleged document, making the factual assessment unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(20) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal based on alleged document distortion is inadmissible if the lower court's conclusion relies primarily on a holistic evaluation of all evidence rather than solely on the contested document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 913 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 913/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Λ. του Μ. και 2)Ν. Χ. συζ. Β., το γένος Μ. Λ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Τσούκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. (P. V.) του A., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαδήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/1996 μη οριστική, 201/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, 214/2004, 44/2007 μη οριστικές, 157/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 166/2010 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/9/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 13/1/2014 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους.
Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ’ αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας των εναγόντων Μ. Λ. του Κ., είχε στην κατοχή του ένα οικόπεδο εμβαδού 1.836,80 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής Παλαιοκαστρίτσας, της πρώην Κοινότητας Λακώνων Κέρκυρας, συνορεύει δε σύμφωνα με το από Φεβρουάριο 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Τ., βόρεια με ακίνητα Α. Μ., Α. Κ., Κ. Λ. και ακίνητο πρώην Ζ., ανατολικά και νότια με ακίνητα κληρονόμων Κ. και δυτικά με την εθνική οδό .... Το ακίνητο αυτό περιήλθε στη νομή και κατοχή του Μ. Λ. από τον πατέρα του Κ. Λ., με άτυπη παραχώρηση προ του έτους 1955. Εντός του επιδίκου υπάρχει ισόγεια οικία εμβαδού 55 τ.μ. περίπου που κατασκευάσθηκε υπ’ αυτού προ του έτους 1955 και αποτελείται από τρία δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους καθώς και μία αποθήκη.
Με το επίδικο συνορεύει ένα αγροτεμάχιο εμβαδού έως 100 τ.μ. το οποίο ανήκε στη σύζυγο του Μ. Λ. και μητέρα τον εναγόντων, Σ., που το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της Α. Σ. και η οποία δεν είχε κάποιο άλλο ακίνητο στη θέση αυτή. Εκ του ως άνω ακινήτου, επίδικο είναι τμήμα αυτού, εμβαδού 1400 τ.μ..περιέχοντος την ως άνω παλιά ισόγεια οικοδομή και ακόμη, ένα φρέαρ, έξι ελαιόδενδρα, δύο πορτοκαλιές μία λεμονιά και πέντε αμπέλια.
Όλη αυτή η έκταση συμπεριλαμβανομένης της ως άνω ισόγειας παλιάς οικίας, φέρεται με τα από 25-2-1965 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά (το δεύτερο συμπληρωματικό του πρώτου,, συνταχθέντων αυθημερόν), εκμισθωθείσα από τον πατέρα των εναγόντων Μ. Λ. προς τον εναγόμενο για χρονικό διάστημα τριών ετών, που άρχιζε από την 25-2-1965 και έληγε την αντίστοιχη, μετά παρέλευση της τριετίας, ημερομηνία (δηλαδή στις 25-2-1968), με δικαίωμα του μισθωτή (δηλαδή του εναγομένου) να παρατείνει ανά τριετία τη μίσθωση με μονομερή αυτού δήλωση προς τον εκμισθωτή, και αυτός να τη δεχθεί, μέχρι τη συμπλήρωση τριακονταετίας από την έναρξη αυτής.
Το μίσθωμα ορίσθηκε σε 30.000 δραχμές για την πρώτη τριετία χωρίς να τεθεί στο μισθωτήριο, πρόβλεψη αναπροσαρμογής του. Ο εναγόμενος που είναι Γάλλος υπήκοος και γιατρός στο επάγγελμα, την εποχή εκείνη δηλαδή προ του έτους 1964, ερχόταν στην Κέρκυρα για διακοπές με την οικογένεια του. Έτσι είχε γνωρισθεί με τον πατέρα των εναγόντων και είχαν αναπτύξει σπάνια και ειλικρινή φιλική σχέση που διήρκεσε μέχρι το θάνατο αυτού (Μ.
Λ.) και μάλιστα ο εναγόμενος του είχε βαπτίσει και την κόρη του Ν., σύζυγο Β. Χ. το γένος Μ. Λ. ήτοι τη δεύτερη ενάγουσα. Όταν δε ο πατέρας τους βρισκόταν στο νοσοκομείο και λίγο πριν αποβιώσει, ζήτησε να δει τον εναγόμενο, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα για να τον επισκεφθεί, σεβόμενος την επιθυμία του. Ο εναγόμενος επειδή του άρεσε υπερβολικά το νησί της Κέρκυρας, ήθελε εξ αρχής να αγοράσει στην ίδια περιοχή, κάποιο ακίνητο για να κάνει μόνιμα τις διακοπές του με την οικογένειά του.
Επίσης ήθελε να επενδύσει χρήματα και σε άλλα ακίνητα για εκμετάλλευση. Όμως λόγω της απαγόρευσης των πωλήσεων ακινήτων σε αλλοδαπούς, με βάση τον αναγκαστικό νόμο 1366/1938 "Περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους περιοχάς", στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η Κέρκυρα, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να αγοράσει στην Κέρκυρα ακίνητο στο όνομα του.
Ο Μ. Λ. ο οποίος τότε (έτος 1964) ήθελε να πωλήσει ένα τμήμα από το ως άνω ακίνητο του, είχε ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο να του πωλήσει το επίδικο με την παλιά ισόγεια οικία. Στις διαπραγματεύσεις τους χρησιμοποιούσαν ένα διερμηνέα ναύτη στο επάγγελμα, ονομαζόμενο Ν. Γ., αφού δεν γνώριζε ο εναγόμενος Ελληνικά και ο Μ.
Λ. Γαλλικά. Ο σκοπός του δικαιοπαρόχου των εναγόντων να μεταβιβάσει την κυριότητα του επιδίκου αποδεικνύεται χωρίς καμμία αμφιβολία από την από 1-10-1964 επιστολή του προς τον εναγόμενον την οποία τον ενημέρωνε ότι το ακίνητό του εξακολουθούσε να παραμένει μέχρι τότε απούλητο και ότι εφόσον ακόμη ενδιαφερόταν για την αγορά του, τον παρακαλούσε να τον ενημερώσει, ως εκ του ότι ενδιαφερόταν (όπως του έγραφε) και άλλος αγοραστής από την Ιταλία.
Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ως άνω επιστολή γίνεται λόγος από τον Μ. Λ. και για τον ως άνω διερμηνέα που τον αναφέρει ως "ναύτη" και όχι με το όνομα του, με τον οποίο συζήτησαν για την αγορά του επιδίκου. Επίσης, από σειρά και άλλων επιστολών, σταλμένων την ίδια εποχή προς τον εναγόμενο από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, συνάγεται πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι μεταξύ αυτών υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη και βαθειά φιλία αφού ο εναγόμενος μετά τη συμφωνία τους να του μεταβιβάσει την κυριότητα του επιδίκου, ο τελευταίος άρχισε να επισκευάζει την ισόγεια οικία και τον περιβάλλοντα χώρο της (το πέριξ αυτής οικόπεδο) και του είχε αναθέσει να διεκπεραιώνει κάθε εργασία που ήθελε να γίνει (επισκευές, μετατροπές στην ισόγεια οικία, επέκταση με κατασκευή βοηθητικών χώρων, περιποίηση δένδρων και αμπελιού τοποθέτηση τηλεφώνου, περίφραξης, φύτευσης νέων δένδρων και καλλωπιστικών φυτών κλπ).
Επίσης, του είχε δώσει εντολή να διαπραγματευθεί για λογαριασμό του, την αγορά και άλλων ακινήτων που αγόρασε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων στο όνομα του ενώ ίσχυε η μεταξύ τους συμφωνία ότι τα συμβόλαια είναι εικονικά ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι στην πραγματικότητα, αγοραστής ήταν ο εναγόμενος, ο οποίος σε εκτέλεση των εντολών του, του έστελνε τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά για το τίμημα.
Χαρακτηριστικό είναι το υπ’ αριθ. ...1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το διορθωτικό τούτου υπ’ αριθ. ...1968, που ενδεικτικά αναφέρονται, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βοντετσιάνου, με βάση τα οποία ο Μ. Λ. αγόρασε από τους Λ., Α. και Λ. Λ. του Δ. (εξαδέλφια του), τέσσερα ελαιόδενδρα με την έκταση των 280 τ.μ.
που αυτά καταλάμβαναν κείμενα στην ίδια περιοχή στη θέση "..." της πρώην Κοινότητας Λακώνων, στη θέση δηλαδή που βρίσκεται το επίδικο. Για την αγοραπωλησία αυτή γίνεται λόγος στην χωρίς ημεροχρονολογία επιστολή που επικαλείται ο εναγόμενος ως φέρουσα αριθ. 1 των επικαλουμένων εγγράφων. Επίσης στην από 10-12-1964 επιστολή του προς τον εναγόμενο γίνεται λόγος για αγορά δυο οικοπέδων στην Παλαιοκαστρίτσα για λογαριασμό του εναγομένου, για τα οποία του έλεγε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ότι έλαβε τα χρήματα (τίμημα) για την αγορά τους, τα οποία του έστειλε ο εναγόμενος μέσω της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος.
Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται σαφώς, ότι εξ αιτίας της απαγόρευσης εκ του ως άνω αναγκαστικού νόμου, της δικαιοπραξίας της πώλησης του επιδίκου, λόγω του ότι ο εναγόμενος ήταν και είναι Γάλλος υπήκοος, δεν κατέστη δυνατή η αγοραπωλησία τούτου δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής. Έτσι, οι δύο συμβαλλόμενοι, προκειμένου να εξασφαλισθεί η νομή και κατοχή του εναγομένου επί του προς πώληση ακίνητου (επιδίκου), κατέληξαν στη λύση του μακροχρονίου μισθωτηρίου, το οποίο ήταν εικονικό ως προς τη μίσθωση και στην πραγματικότητα, υπέκρυπτε μεταβίβαση κυριότητας με αιτία την πώληση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων προς τον εναγόμενο.
Περί τούτου ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, δεδομένου ότι όπως αποδεικνύεται από τις παραπάνω επιστολές, τόσο ο εναγόμενος, όσο και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, ενδιαφερόταν κατά το χρόνο που συντάχθηκαν τα ως άνω μισθωτήρια, να συνάψουν αγοραπωλησία και όχι μίσθωση, την οποία (αγοραπωλησία) όμως δεν είχαν τη νομική δυνατότητα να καταρτίσουν με νόμιμο τρόπο δηλαδή δια του υπό του ΑΚ προβλεπόμενου συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής του, αφού ήταν απαγορευμένη για τον προαναφερόμενο εκ του ως άνω αναγκαστικού νομού, λόγο στοιχεία δε που ενισχύουν την κρίση αυτή είναι κατ’ αρχήν η μεγάλη και ασυνήθης διάρκεια αυτής της μίσθωσης, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη ότι ο εναγόμενος ήταν τότε ηλικίας 45 έως 50 ετών και συνεπώς δεν είναι λογικό να είχε συνάψει μία μίσθωση που θα έληγε το έτος 1995, δεδομένου ότι προϋπέθετε ότι θα ζούσε έως το 80° έτος της ηλικίας του ώστε να απολαμβάνει το δικαίωμα χρήσης του, επί του επιδίκου.
Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται εκ των ως άνω μισθωτηρίων που φέρουν την υπογραφή των δύο συμβαλλομένων, ενώ ως χρόνος διάρκειας της αρχικής μίσθωσης ορίσθηκε τριετία με το πρώτο μισθωτήριο, αμέσως (την ίδια ημέρα) συντάχθηκε και δεύτερο μισθωτήριο με την ίδια ημερομηνία, στο οποίο συμφωνήθηκε χρόνος διάρκειας τριάντα ετών, αναφέρονται δε σ’ αυτό, αυτολεξεί, τα εξής: "Ήδη δια του παρόντος συνεφωνήθη όπως ο εκμισθωτής Μ.
Λ. αναλάβει την ρητήν υποχρέωσιν της ανά τριετίαν ανανεώσεως της ανωτέρω μισθώσεως, και μέχρις εξαντλήσεως της τριακονταετίας, ήτοι μέχρι της 24ης Φεβρουαρίου 1995". Επίσης είναι αξιοσημείωτος ο μονομερής τρόπος ανανέωσης της μίσθωσης, η οποία (ανανέωση - παράταση) αναγόταν αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του εναγομένου χωρίς διαπραγμάτευση εκ μέρους του φερομένου ως εκμισθωτή, πατρός των εναγόντων και ακόμη το υπερβολικό ύψος του μισθώματος, ποσού 30.000 δραχμών για τα την πρώτη τριετία και για όλη την 30ετία, ποσού 300.000 δραχμών ήτοι για κάθε μήνα 833 δραχμές, το οποίο (μίσθωμα) ήταν για την εποχή εκείνη (έτος 1965), όχι απλώς υψηλό αλλά εξωπραγματικό, λαμβανομένης υπόψη της κοινής πείρας και λογικής αλλά και των μαρτυρικών, περί του ζητήματος τούτου, καταθέσεων.
Αν δε ληφθεί υπόψη η εκτεθείσα περί του ύψους του μισθώματος άποψη των εναγόντων στην από 24-7-1991 αγωγή έξωσης λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων από δυστροπία, που άσκησαν κατά του εναγομένου, μόλις δύο χρόνια από το θάνατο του πατέρα τους, με σκοπό όχι να εισπράξουν τα δήθεν οφειλόμενα μισθώματα αλλά για να περιέλθει το επίδικο στην κατοχή τους, το ποσό των 300.000 δραχμών αφορούσε την πρώτη τριετία των ετών 1965-1968 δηλαδή 100.000 δραχμές ετησίως και μηνιαίως 8.334 δραχμές (300.000 δραχ. : 36 μήνες), το οποίο, με βάση τα οικονομικά δεδομένα της εποχής είναι αδύνατο να είναι πραγματικό, λαμβανομένου υπόψη ότι το μέσο ημερομίσθιο εκείνη την εποχή (έτος 1965) δεν ήταν μεγαλύτερο από 30 δραχμές.
Μάλιστα, ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το ότι, όπως ρητά αναφέρεται στο από 25-2-1965 μισθωτήριο, το μίσθωμα για ολόκληρη την τριετία, ύψους 30.000 δραχμών, είχε καταβληθεί την ίδια ημέρα της κατάρτισης του μισθωτηρίου, εξ ολοκλήρου υπό του μισθωτού, δηλαδή προκαταβολικά, πράγμα που επίσης δεν συνηθίζεται και οδηγεί στην βεβαιότητα ότι επρόκειτο για προκαταβολή του τιμήματος της πώλησης.
Μετά δε απ’ αυτήν την καταβολή, δεν καταβλήθηκε άλλο ποσό ως μίσθωμα αν και ο εναγόμενος συνέχιζε να βρίσκεται στην κατοχή του ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν ούτε εμφάνισαν κάποια απόδειξη καταβολής μισθώματος για καμμία χρονική περίοδο μέχρι την άσκηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου ούτε μέχρι τη φερομένη λήξη της μίσθωσης (24-2-1995).
Αντίθετα, καταβλήθηκε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος τμηματικά, και εξοφλήθηκε. Ο εναγόμενος, αφότου περιήλθε στη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, ήτοι κατά το Φεβρουάριο του έτους 1965, σε εκτέλεση της προαναφερομένης πραγματικής συμφωνίας του με το δικαιοπάροχο των εναγόντων, που δεν ήταν η μίσθωση αλλά η μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής αιτία πώλησης, άρχισε να εκτελεί σειρά εργασιών προς βελτίωση και συντήρηση του επιδίκου, τόσο επί της ισόγειας οικίας όσο και στον περιβάλλοντα χώρο (οικόπεδο), οι οποίες (επισκευές και βελτιώσεις) προσιδιάζουν σε κύριο ήτοι δικαιολογούνται και συνηθίζονται μόνο αν κανείς είναι ιδιοκτήτης κάποιου ακινήτου και όχι μισθωτής έστω και για τριακονταετία.
Ειδικότερα άλλαξε τη στέγη από λαμαρίνες και έφτιαξε κανονική στέγη, από κεραμίδια, κατασκεύασε μία κουζίνα, άλλαξε τη διαρρύθμιση στα δωμάτια, τοποθέτησε καινούργιες πόρτες έφτιαξε καινούργιο λουτρό, τοποθέτησε τηλέφωνο, περιποιόταν τα δένδρα, τα οποία κλάδευε και λίπαινε, φύτευε συνεχώς νέα φυτά, και ανανέωνε τα καλλωπιστικά φυτά και δένδρα και έφτιαξε δύο καλύβες από άχυρο εντός του οικοπέδου.
Τις εργασίες αυτές αναλάμβανε να διεκπεραιώσει με την ανεύρεση εργατών και υλικών, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και πλήρωνε με χρήματα που του έστελνε ο εναγόμενος από τη Γαλλία όπου ζούσε και εργαζόταν, όταν δε βρισκόταν στην Κέρκυρα ο εναγόμενος, συνήθως για διακοπές, πλήρωνε ο ίδιος τους εργάτες και τους τεχνίτες.
Η ανάθεση υπό του εναγομένου, των κάθε είδους εργασιών στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, και γενικά της επίβλεψης και φροντίδας του επιδίκου, είχε γίνει εξ αρχής, δηλαδή από τότε που αυτός αγόρασε το επίδικο (έτος 1965) και συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1989 που απεβίωσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, καθόλο δε αυτό το χρονικό διάστημα, ουδέποτε η φιλική τους σχέση, που στο μεταξύ διάστημα, είχε αναπτυχθεί και σε οικογενειακή, είχε διαταραχθεί, όπως ευχερώς διαφαίνεται από το πλήθος των επιστολών που αντάλλαξαν και αποτελούσαν, όπως είναι γνωστό από την κοινή πείρα, το συνηθισμένο μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων εκείνη την εποχή, κατά τα χρονικά διαστήματα που ο εναγόμενος βρισκόταν στη Γαλλία.
Αντίθετα, εξ αυτών (επιστολών) διαφαίνεται με απόλυτη σαφήνεια ότι υπήρχε από πλευράς εναγομένου, πλήρης και απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Μ. Λ., αφού ο τελευταίος φρόντιζε για το καθετί που αφορούσε το κτήμα για να διευκολύνει τον εναγόμενο και διαχειριζόταν τα χρήματα που του έστελνε με απόλυτη ευθύνη, εντιμότητα, συνέπεια και κατά τον συμφερότερο, για αυτόν (τον εναγόμενο), τρόπο.
Ήταν δε τέτοια η εμπιστοσύνη που είχε προς αυτόν, ο εναγόμενος που έφθανε μέχρι του σημείου να αγοράσει ο δικαιοπάροχος τους στο όνομα του και άλλα ακίνητα για λογαριασμό του εναγομένου εξ αιτίας της ως άνω νομικής απαγόρευσης, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους. Με τον ίδιο τρόπο, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες ανταπόδειξης, αγόραζαν και άλλοι αλλοδαποί ακίνητα στην Κέρκυρα, και ειδικότερα υπό του μάρτυρος του εναγομένου, Ζ.
Μ. Ρ., και φίλου του από το έτος 1959, ο οποίος είχε ιδία αντίληψη για τη σχέση του εναγομένου με το Μ. Λ. και για τη σύμβαση τους ως προς το επίδικο, ο οποίος, κατέθεσε ότι η μίσθωση που τη χαρακτήρισε "ψευδομίσθωση", έγινε εικονικά, συνταχθέντος του σχετικού μισθωτηρίου, ως εκ του ότι ο Μ. Λ. είχε προβλήματα με την τουριστική αστυνομία σχετικά με τον δικαιολογητικό λόγο παραμονής του εναγομένου στο επίδικο.
Περαιτέρω, κατέστη σαφές ότι ο εναγόμενος από τότε που περιήλθε στην νομή και κατοχή του επιδίκου, συμπεριφερόταν ως κύριος και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων τον αναγνώριζε ως κύριο όλα αυτά τα χρόνια που το κατείχε και το επέβλεπε σαν δικό του υπό την έννοια ότι το φρόντιζε για λογαριασμό του εναγομένου, μέχρι που αυτός (Μ.
Λ.) απεβίωσε. Η μητέρα των εναγόντων Σ., ήταν απόλυτη ενήμερη για τη μεταβίβαση του επιδίκου και ουδεμία είχε ανάμιξη ούτε στο μισθωτήριο ούτε στις λοιπές ενέργειες και νομικές πράξεις του συζύγου της προς διευκόλυνση του εναγομένου, αλλά η σχέση τους ήταν οικογενειακή ιδίως από τότε που ο εναγόμενος βάπτισε την κόρη τους Ν..
Επίσης, όλοι γνώριζαν στο χωριό ότι ο εναγόμενος είχε αγοράσει το επίδικο και ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης της άτυπης αγοραπωλησίας, ο Μ. Λ. αγόρασε δύο καταστήματα και δύο διαμερίσματα στην περιοχή των Τεχνικών Λυκείων της Κέρκυρας και ότι η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν ιδιαίτερα ανθηρή αφού ο ίδιος εργαζόταν ως σερβιτόρος η δε σύζυγος του Σ., δεν εργαζόταν.
Για την αγορά δε του ενός από τα καταστήματα, είχε ζητήσει οικονομική διευκόλυνση από τον εναγόμενο, ύψους 160.000 δραχμών και ο τελευταίος ανταποκρίθηκε, όπως σαφώς αποδεικνύεται από τις από 13-9-1965 και 21-10-1965 δύο επιστολές του Μ. Λ., προς τον εναγόμενο. Σ’ αυτές αφού τον προσφωνεί με τη χαρακτηριστική σε όλες τις επιστολές, προσφώνηση "Αγαπητέ Π.", ζητά τα χρήματα με τη μία και με τη δεύτερη τον ευχαριστεί και εκ μέρους της οικογένειάς του για την οικονομική διευκόλυνση, γράφοντας τα εξής;"ακριβώς χθες το βράδυ έλαβα τα χρήματα και δι’ αυτό σας έκανα αυτό το γράμμα δια να μάθετε ότι τα έλαβα τα χρήματα, το ποσόν είναι -363.577- και σε δραχμές 149.627 δραχμές, σας ευχαριστώ πάρα πολύ δια την ευγενική και θερμήν χάριν που μου κάνατε και πάλι σας ευχαριστώ, καλημέρα σας, Μ." και ακολουθεί δυσανάγνωστη υπογραφή του.
Οι ενάγοντες, όσο ζούσε ο πατέρας τους Μ. Λ., ουδέποτε αμφισβήτησαν την πώληση του επιδίκου ούτε είχαν προβάλει κατά του εναγομένου οποιαδήποτε αξίωση χρηματική ή δικαίωμα κυριότητας. Αξιώσεις προέβαλαν το πρώτον μετά το θάνατο του πατέρα τους που συνέβη στις 6-7-1989 με την ως άνω αγωγή έξωσης, που άσκησαν ως κληρονόμοι του Μ.
Λ., συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας τους, ζητώντας την απόδοση της χρήσης του επιδίκου λόγω δήθεν δυστροπίας ισχυρισθέντες ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου (ισόγειας και του πέριξ αυτής οικοπέδου εμβαδού 1400 τ.μ.), ως κληρονόμοι κατά το 1/4 καθένας εξ αδιαιρέτου του Μ.
Λ. (η πρώτη ως σύζυγος και οι λοιποί δύο ως τέκνα του), διαδεχθέντες αυτόν στη μισθωτική σχέση του επιδίκου που ανήκε σ’ αυτόν (το δικαιοπάροχο τους) κατά κυριότητα νομή και κατοχή.
Συνεπώς, ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο ανήκε στη μητέρα τους, και ότι το νεμόταν και το κατείχε από το έτος 1958 ως προικώο που της παραχωρήθηκε άτυπα από τον πατέρα της Α. Σ., είναι παντελώς αβάσιμος καθόσον, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά είναι αντίθετος με τον ισχυρισμό τους στην ως άνω αγωγή απόδοσης μισθίου, στο οποίο εξέθεσαν ότι το επίδικο δήθεν μίσθιο, ανήκε κατά κυριότητα νομή και κατοχή στον σύζυγο και πατέρα τους Μ.
Λ., του οποίου αυτοί είναι μοναδικοί κληρονόμοι, που τον διαδέχθηκαν στη μισθωτική σχέση. Εξ άλλου, η μητέρα τους Σ., χήρα Μ. Λ., ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο αλλά μόνο ο σύζυγος της και πατέρας των εναγόντων Μ. Λ. ασκούσε πράξεις νομής μέχρι του χρόνου (έτους 1965) που μεταβίβασε τη νομή στον εναγόμενο, ο δε τελευταίος μετά τη μεταβίβαση σ’ αυτόν της νομής και κατοχής, τον είχε καταστήσει εντολοδόχο του για κάθε πράξη .που την εκτελούσε για λογαριασμό του, για χρονικά διαστήματα που ο ίδιος ή η οικογένεια του απουσίαζαν στη Γαλλία, αφού το επέβλεπε και το φρόντιζε ο Μ.
Λ. για λογαριασμό του και αυτός (εναγόμενος) του έδινε εντολές για κάθε τι που αφορούσε το επίδικο και χρήματα για την πληρωμή κάθε είδους εργασίας συντήρησης επισκευής και περιποίησης αυτού, όπως σαφώς αποδεικνύεται σαφέστατα από μεγάλο αριθμό επιστολών που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος, γραμμένες υπό του Μ.
Λ. και απευθυνόμενες προς αυτόν, των οποίων το γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του δικαιοπαρόχου τους δεν αμφισβήτησαν οι ενάγοντες. Επίσης, τόσο οι οικοδομικές άδειες επισκευών της οικίας όσο και όλοι οι λογαριασμοί της ΔΕΗ και του νερού, ανέκαθεν ήταν στο όνομα του Μ. Λ. αφού ο εναγόμενος ως μη έχων τίτλο κυριότητας, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να ζητήσει από τους εν λόγω οργανισμούς την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων στο όνομα του.
Συνεπώς, δεν αποτελούν απόδειξη περί του αντιθέτου οι προσκομισθείσες από τους ενάγοντες σχετικές αποδείξεις υπέρ των αγωγικών ισχυρισμών, ότι το επίδικο ανήκε στη μητέρα τους. Πλέον των ανωτέρω, έτερο ενισχυτικό στοιχείο ότι το επίδικο πουλήθηκε στον εναγόμενο άτυπα, είναι η ασκηθείσα προσφυγή της μη διαδίκου, συγκληρονόμου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιά του Μ. Λ. (αδελφής των εναγόντων) Α. συζ. Ι. Ζ., ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ζήτησε ν’ απαλλαγεί από το φόρο δωρεάς που της επιβλήθηκε από τη ΔΟΥ Κέρκυρας από αφορμή το υπ’ αριθ. ...1981 δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η μητέρα τους Σ. της δώρισε 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, και στην οποία αυτή (προσφεύγουσα) ισχυρίστηκε ότι το επίδικο που φέρεται ως δωρηθέν, ανήκε κατά το χρόνο της δωρεάς, στον εναγόμενο ο οποίος το είχε αγοράσει ατύπως κατά ένα τμήμα του από τον πατέρα τους και εν μέρει από τους Σ. Λ. του Α. (350 τ.μ.), Λ. Λ. Α. Λ. και Λ. Λ. του Δ., 360 τ.μ. και από τον Π. Λ. του Σ., 20 τ.μ. και ότι ούτε η ίδια ούτε η μητέρα τους Σ. είχαν ποτέ ασκήσει επ’ αυτού οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής. Εξ άλλου, η συγγενική σχέση του πατέρα τους με τους ως άνω πωλητές (εξάδελφοι), που είναι εμφανής και εκ της συνωνυμίας του επιθέτου, ενισχύει την κρίση ότι το ακίνητο πάλαι ποτέ ανήκε στην πατρική οικογένεια του πατέρα τους Μ. Λ. και όχι στη μητέρα τους.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων περί του ότι το επίδικο ανήκε στην μητέρα τους και το νεμόταν από το έτος 1958 μέχρι του χρόνου που προέβη στη δωρεά τούτου (έτος 1981) με βάση το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο. Αντίθετα, αποδείχθηκε πέραν από κάθε αμφιβολία ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στη νομή και κατοχή του επιδίκου συνεχώς από του έτους 1965 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1994), και ως εκ τούτου, έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνακολούθως το υπ’ αριθ. ...5-10-1981 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Επιλιμνίων Κέρκυρας Ζαχαρία Γιαννακούρη, νομίμως μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ‘ Ορους (τόμ. ...
και αριθ. ...) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι ενάγοντες ως τίτλο κτήσης της κυριότητάς τους επί του επιδίκου, με δωρεά εν ζωή από τη μητέρα τους Σ. Λ., ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ήτοι δεν μεταβιβάστηκε με αυτό κυριότητα στους ενάγοντες, καθότι η μητέρα τους, ουδέποτε είχε την κυριότητα, αφού δεν την απέκτησε με πρωτότυπο ή με παράγωγο τρόπο, ούτε αυτοί (οι ενάγοντες) έκτοτε το νεμήθηκαν με καλή πίστη και διάνοια κυρίων επί δεκαετία ήτοι με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.
Αντίθετα το νεμόταν συνεχώς ο εναγόμενος μετά την, κατά το έτος 1965 άτυπη πώληση μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή πλέον της εικοσαετίας και επομένως έγινε κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι επίδικο το μεταβίβασε ο πατέρας τους στη μητέρα τους άτυπα σε αντάλλαγμα προικώων ακινήτων που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, τα οποία είχε πωλήσει ο πατέρας τους για την αντιμετώπιση σοβαρής ασθένειας ενός τέκνου τους και αδελφού αυτών, που τελικά απεβίωσε, καθόσον αν υπήρχε πρόθεση, μεταβίβασης του επιδίκου στη μητέρα τους, το πιθανότερο θα ήταν να προέβαιναν οι γονείς τους σε σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής, δεδομένου ότι δεν είχε ιδιαίτερη σημασία να μεταβιβάσει ο πατέρας τους το επίδικο άτυπα στη μητέρα τους, αφού ζούσαν μαζί σ’ αυτό μέχρι του έτους 1965, που περιήλθε στη νομή ο εναγόμενος.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμη και κατ’ ουσία η ένσταση του εναγομένου ότι έγινε αυτός κύριος του επιδίκου, καθότι νεμήθηκε αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήτοι για χρόνο υπέρ την εικοσαετία, αφού βρίσκεται στη νομή και κατοχή του από του έτους 1965 μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 1994). Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η αγωγή, εφόσον αποδείχθηκε βάσιμη η ως άνω καταλυτική του αξιουμένου με αυτήν δικαιώματος των εναγόντων, ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στην ίδια κρίση για την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας την ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, λόγω της παραδοχής της ένστασης περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία απέρριψε την από 20-5-2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ.157/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα ότι η δωρήτρια μητέρα των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία και της απόκτησης της κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως οι από τους αριθμ.1 και 19 δεύτερος, πέμπτος, έκτος, έβδομος κατά ένα μέρος, ένατος και δέκατος εν μέρει και ενδέκατος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους ίδιους λόγους προβάλλονται αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνεται και το έθιμο. Εξ άλλου για τη δημιουργία του εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλ.
με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο μέρος δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, επειδή το Εφετείο παραβίασε το έθιμο της άτυπης μεταβίβασης, μεταβίβασης ακινήτου μεταξύ συγγενών δηλαδή χωρίς την σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως συνέβη στην μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα των αναιρεσειόντων προς την μητέρα τους.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης υπό τις οποίες επήλθε η ως άνω παραβίαση εθίμου καθώς και τα ως άνω στοιχεία που απαιτούνται για τη δημιουργία εθίμου. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά (οι λέξεις ..
ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά .. διαγράφηκαν με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 κατ’ άρθρο 15 του ν. 2943/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε αυτό πριν από την ως άνω τροποποίησή του, πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη και δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά ότι το παραχωρηθέν από τον πατέρα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων μητέρα τους Α.
Σ. είχε έκταση μόνο 100 τ.μ. και όχι 700 τ.μ. όπως ισχυριζόνταν στην αγωγή και ότι το ακίνητο αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στο μείζον επίδικο ακίνητο αλλά γειτνίαζε με αυτό. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω σχετική κρίση του μετά από συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των επικληθέντων και προσκομισθέντων εγγράφων, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του ότι "δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά" δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί από την 16-12-1999 είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι της πλημμέλειας αυτής έγινε επίκληση με λόγο έφεσης στο Εφετείο, όπως έπρεπε κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο από τον αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγον έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι "Ο πατέρας των εναγόντων Μ. Λ. του Κ., είχε στην κατοχή του ένα οικόπεδο εμβαδού 1836,80 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Παλαιοκαστρίτσας, της πρώην Κοινότητας Λακώνων Κέρκυρας, συνορεύει δε σύμφωνα με το από Φεβρουάριο 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Τ., βόρεια με ακίνητα Α. Μ., Α. Κ., Κ. Λ. και ακίνητο πρώην Ζ., ανατολικά και νότια με ακίνητα κληρονόμων Κ. και δυτικά με την εθνική οδό ... και ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στη νομή και κατοχή του Μ. Λ. από τον πατέρα του Κ. Λ. με άτυπη παραχώρηση, προ του έτους 1955" υπέπεσε στην από τον αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δέχθηκε τα ως άνω ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που δεν τα πρότειναν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση των αγωγικών ισχυρισμών τους ως προς την κτήση της κυριότητας απ’ αυτούς επί του επιδίκου ακινήτου, ενώ αντίθετα δεν έλαβε υπ’ όψη τους παρακάτω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίους πρότειναν και απέδειξαν, ότι δηλαδή:
το όλο κτήμα, κατά το έτος 1958 έως και το 1965, δεν είχε έκταση (1.836,8) τ.μ. αλλά 1.500 συνολικά και απετελείτο από τα (700) τ.μ. που ήταν το προικώο της μητέρας τους Σ. και τα 800 τ.μ. του πατέρα τους που προήρχοντο από την κληρονομιά του πατέρα τους από τον πατέρα του Κ., που όμως μετέπειτα μετεβίβασε άτυπα στην μητέρα τους εις αντάλλαγμα της πωληθείσης προίκας της (ελαιοπερίβολα εις άλλην θέση) απ’ αυτόν για αντιμετώπιση της δαπάνης για την ασθένεια του αδελφού τους, ο οποίος τελικά απεβίωσε.
Μετά το έτος 1965 ο πατέρας τους Μ. Λ. αγόρασε μικρά παρακείμενα αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης 336 τ.μ. και τα ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία της μητέρας τους Σ.ς η οποία ενέμετο με τον πατέρα τους το όλο κτήμα εν συνεχεία μέχρι και του έτους 1981, ότε τούτο μετεβιβάσθη από τους γονείς τους (από την μητέρα συναινούντος και του παρασταθέντος στο συμβόλαιο δωρεάς (...) πατέρα τους Μ. Λ., εξ ού χρόνου έκτοτε άσκησαν νομή διανοία κυρίων με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, αποκτήσαντες το όλο ακίνητο δια τακτικής άλλως δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, προσμετρούντες τον χρόνον χρησικτησίας μας επ’ αυτού στον χρόνο χρησικτησίας της μητρός τους Σ., καταστάντες αποκλειστικοί συγκύριοι τούτου, αποδεχόμενοι την από του έτους 1965 μίσθωση μέρους του όλου κτήματος στον αναιρεσίβλητο, μέχρι του Αυγούστου 1990, ότε αυτός άρχισε να αντιποιείται την νομήν και την κυριότητα επί του επιδίκου τμήματος.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, αφού κατά το πρώτο σκέλος του πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, αφού τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς το Εφετείο τους έλαβε υπ’ όψη του και τους απέρριψε.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχηματίσει, το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το δίκασαν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25-2-1965 έγγραφης σύμβασης μίσθωσης μεταξύ του πατέρα των αναιρεσειόντων Μ. Λ. και του αναιρεσιβλήτου με τον τίτλο ιδιωτικό Συμφωνητικό δεχόμενο ότι το περιεχόμενο της είναι εικονικό και πραγματικά υποκρύπτεται σύμβαση πώλησης του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν στήριξε το πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο αλλά σε συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αναίρεσης αιτιάσεις είναι απαράδεκτες αφού με αυτές πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και είναι αόριστες ελλείψει αντίστοιχου πραγματικού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2011 αίτηση των Σ. Λ. κλπ για αναίρεση της 166/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ