Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered evidence regarding unilateral detrimental employment changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision reinstating him to a London sales position. The appellant argued that this move constituted a unilateral detrimental change to his employment terms, citing a prior sworn affidavit and a council ruling clearing him of bribery charges. The court held that the lower court had duly considered all submitted evidence, including the documents the appellant relied upon, and found no error in its assessment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 1 of Law 2112/1920; A unilateral detrimental modification of employment terms constitutes a termination, and the appellate court's failure to specifically cite evidence is cured by a general assurance that all documents were considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 913 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 913/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωστόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-4-2000 και 19-9-2001 αγωγές και με την από 28-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2352/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7852/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2007 αίτησή του και με τον από 18-12-2007 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και εκείνου του δικογράφου του προσθέτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, που βλάπτει τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού. Μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση από τον εργοδότη των όρων εργασίας χωρίς τη συναίνεση του μισθωτού και χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα ο ίδιος από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.
Για την εφαρμογή δε της εν λόγω διατάξεως απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών μπορεί να αποτελέσει και η μετάθεση του μισθωτού σε άλλο τόπο από εκείνο που παρέχει την εργασία του, εφόσον έχει συμφωνηθεί το αμετάθετο ή έχει ανατεθεί στον υπάλληλο εργασία κατώτερη από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία συνδέει το μισθωτό με τον εργοδότη του.
Σε περίπτωση όμως που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη στο νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.
Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή τα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία από μέρους του της εργασιακής συμβάσεως και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 Α.Κ., 1, 3 του Ν.2112/1920 και 5 του Ν.3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, γνωστοποιητέα σ' αυτόν που απευθύνεται. Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά εκείνου που καταγγγέλλει τη σύμβαση και δεν χρήζει αποδοχής, πλην όμως αποκτά νομική ενέργεια αφότου εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται λάβει γνώση αυτής ή προσδοκάται από τον ίδιο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα λάβει γνώση αυτής.
Σιωπηρή καταγγελία, από την πλευρά του εργοδότη, συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία ο εργαζόμενος του προσφέρει προσηκόντως, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η δήλωσή του για λύση της συμβάσεως. Από την πλευρά δε του εργαζομένου σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως συνάγεται και από την αποχή αυτού από την εργασία του, που έγινε χωρίς σοβαρό λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε στις ...... από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος στο σταθμό της στο Λονδίνο και, μετά από διαδοχικές προαγωγές και μεταθέσεις σε διάφορους σταθμούς της στο εξωτερικό, τοποθετήθηκε ως περιφερειακός διευθυντής αυτής στην περιοχή της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής, ενώ το μήνα Μάϊο του έτους 1991 προήχθη σε διευθυντή διευθύνσεως.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. ...... απόφαση του γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης ανακλήθηκε στις υπηρεσίες της Αθήνας και παρέμεινε στη διάθεση της διοικήσεως, γιατί θεωρήθηκε ότι κατά τη διαχείριση των υποθέσεων αυτής στη Ν. Υόρκη είχε υποστηρίξει πλημμελώς με την ιδιότητά του ως διευθυντή τα οικονομικά συμφέροντα της αναιρεσίβλητης σε μία υπόθεση με συνέπεια να υποστεί η τελευταία μεγάλη οικονομική ζημία.
Επίσης, ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι είχε επιλήψιμη ανάμειξη στην εν λόγω υπόθεση, που αφορούσε στις διαπραγματεύσεις παραιτήσεως αυτής από το δικαίωμα χρήσεως του Ωνασείου κτιρίου στην 5η λεωφόρο της Ν. Υόρκης και αγοράς άλλου ακινήτου από την ΟΑ στην ίδια πόλη. Στην συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων παρέμεινε στη διάθεση της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης μέχρι τις 26-3-1993, οπότε με την υπ' αριθ. .......
απόφαση του γενικού διευθυντή αυτής ανακλήθηκε η εντολή της τοποθετήσεώς του ως περιφερειακού διευθυντή Β. και Ν. Αμερικής και επαναφέρθηκε στο Λονδίνο. Ακόμη, ο αναιρεσείων με την ίδια απόφαση εντάχθηκε στην ειδική κλίμακα "TOP MANAGEMENT" της οικείας ΣΣΕ της Αγγλίας με μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τη N.J.C. GRADE, ίσο με το ποσό των 2.674,52 λιρών Αγγλίας, καθώς επίσης καταγγέλθηκε η από 17-2-1964 ως άνω σύμβαση εργασίας αυτού, σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, με καταβολή αποζημιώσεως ποσού 10.717 λιρών Αγγλίας.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι με την υπ' αριθ. 1100/1999 αμετάκλητη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ότι η εν λόγω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού ήταν άκυρη για τους αναφερόμενους τυπικούς λόγους και συγχρόνως υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτόν, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-3-1993 έως 26-11-1993, τα αναφερόμενα ποσά, καθώς και να αποδέχεται τις προσφερόμενες απ' αυτόν υπηρεσίες.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 8397/2000 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αντίδικό της τα αναφερόμενα ποσά, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 31-12-1993 μέχρι και το μήνα Νοέμβριο 1996, μετ' αφαίρεση των συγκεκριμένων ποσών, τα οποία ο αναιρεσείων αφ' ενός μεν αποκόμισε εργαζόμενος σε άλλους εργοδότες, αφ' ετέρου δε θα αποκόμιζε, αν δεν απέφευγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να απασχοληθεί σε άλλους εργοδότες κατά το υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο 1996 έως τις 22-2-2000.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων με την από ..... απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν στις 28-2-2000, επανεντάχθηκε στη δύναμη του προσωπικού της και στο τμήμα της στο Λονδίνο με τα καθήκοντα του αντιπροσώπου πωλήσεων. Με την ίδια απόφαση κατέστη ενεργός εκ νέου η προαναφερόμενη από .....
απόφαση του γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ο αναιρεσείων εντάχθηκε στην ειδική κλίμακα "TOP MANAGEMENT" με τι αντιστοιχούσες σ' αυτή αποδοχές. Η αναιρεσίβλητη με την εν λόγω ενέργειά της συμμορφώθηκε με τη σχετική διάταξη της υπ' αριθ. 1106/1999 αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου περί αποδοχής των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος και συγχρόνως ήρε την υφιστάμενη από 26-3-1993 υπερημερία της.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων με την από 1-3-2000 δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην αντίδικό του, δήλωσε ότι αρνείται να αναλάβει εργασία στον τόπο και με τα καθήκοντα, που του υποδείχθηκαν απ' αυτή με την εν λόγω απόφασή της, διότι με την προσφερόμενη στον ίδιο θέση του αντιπροσώπου πωλήσεων επέρχεται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, αφού η θέση αυτή από πλευράς καθηκόντων και αποδοχών είναι κατά πολύ υποδεέστερη εκείνης του περιφερειακού διευθυντή Β.
και Ν. Αμερικής, που κατείχε κατά το χρόνο της απολύσεώς του, αλλά και από τη θέση του "TOP MANAGEMENT", που του είχε προσφερθεί και συνεπώς, δεν υφίσταται νόμιμη αποδοχή των υπηρεσιών του από μέρους της αναιρεσίβλητης. Όμως, κατέληξε το Εφετείο, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι βάσιμοι, διότι ο αναιρεσείων με την ανωτέρω απόφαση της .....
του γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης ανακλήθηκε από τη θέση του περιφερειακού διευθυντή, δηλαδή εξέπεσε από τη θέση αυτή και κατά την επανένταξή του επανήλθε αυτοδικαίως στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης στην προηγούμενη θέση του στο Λονδίνο, ενώ η εν λόγω θέση συνιστά αυτοδίκαιη ένταξή του στην ειδική κλίμακα "TOP MANAGEMENT".
Η ανάκληση δε του αναιρεσείοντος από τη θέση του περιφερειακού διευθυντή και η τοποθέτησή του στην κατώτερη θέση έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και είναι δικαιολογημένη, αφού, κατά την κρίση των αντιπροσωπευόντων αυτή οργάνων, από υπαιτιότητά του διαχειρίσθηκε πλημμελώς την ως άνω υπόθεση αυτής στη Ν.
Υόρκη, ανεξάρτητα της απαλλαγής του από την ποινική ευθύνη και από το λόγο αυτό κλόνισε την εμπιστοσύνη της εργοδότριάς του στο πρόσωπό του. Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη στις 18-8-2000 κοινοποίησε στον αντίδικό της το υπό την αυτή ημερομηνία έγγραφό της, με το οποίο καλούσε αυτόν να προσέλθει προς ανάληψη εντός δέκα πέντε ημερών από το χρόνο της επιδόσεως του εγγράφου αυτού, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά της απουσίας του, διαφορετικά θα τον διέγραφε από τη δύναμη του προσωπικού της, θεωρώντας την αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του ως σιωπηρή παραίτηση και καταγγελία από μέρους του της συμβάσεως εργασίας του, ο δε αναιρεσείων με την από 24-8-2000 δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτή αυθημερόν, ενέμεινε στους ως άνω ισχυρισμούς του και συνέχισε να μη προσέρχεται στην εργασία του.
Γι' αυτό η αναιρεσίβλητη με την αναφερόμενη απόφαση του Προέδρου του ΔΣ αυτής και διευθύνοντος συμβούλου της διέγραψε αυτόν από το προσωπικό της, τη δε ενέργειά της αυτή γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα στις 3-11-2000. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η άρνηση του αναιρεσείοντος να προσέλθει στον ορισθέντα τόπο της εργασίας του στο Λονδίνο και να αναλάβει τα ανατεθέντα σ' αυτόν καθήκοντα στην ορισθείσα θέση εργασίας κατέστησε τον ίδιο από 1-3-2000 υπερήμερο ως προς την παροχή της εργασίας του, η δε αυθαίρετη απουσία του από την εργασία του επί χρονικό διάστημα δέκα μηνών, που έγινε χωρίς σοβαρό λόγο, αλλ' αποκλειστικά για να επιτύχει τη διαιώνιση του καθεστώτος της λήψεως υψηλών μισθών υπερημερίας χωρίς πραγματική προσφορά εργασίας, ενόψει και της στάσεώς του κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά τα οποία απέφυγε αδικαιολόγητα και από κακοβουλία να ανεύρει απασχόληση σε άλλο εργοδότη, συνιστά σιωπηρή από μέρους του καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, η οποία έλαβε χώρα στις 31-8-2000.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε τις ένδικες από 26-4-2000, 19-9-2001 και 28-11-2003 αγωγές του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμες, Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζομένης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325 έως 329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Περαιτέρω, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση Για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού περί δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 1106/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεως αυτής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), το εν λόγω Δικαστήριο δέχθηκε ότι η σύγχρονη με την απόλυση του αναιρεσείοντος επάνοδος αυτού στο Λονδίνο έγινε προσχηματικά (εικονικά) και καταχρηστικά, αφού ο τελευταίος δεν μετακινήθηκε καθόλου από την Αθήνα και δεν επανήλθε πράγματι στο σταθμό της ΟΑ στην Αγγλία, η δε αναιρεσίβλητη προέβη στην ενέργεια αυτή, προκειμένου να επιτύχει την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του μισθωτού σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, με βάση την από 13-12-1990 συμβατική ρήτρα, που απαιτούσε προηγούμενη επάνοδο του αναιρεσείοντος στις υπηρεσίες της ΟΑ στην Αγγλία και να αποφύγει έτσι την εφαρμογή των ευνοϊκοτέρων για τον αναιρεσείοντα και αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με την επανένταξη του αναιρεσείοντος στη δύναμη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και στη θέση του αντιπροσώπου πωλήσεων στο τμήμα αυτής στο Λονδίνο δεν επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας αυτού, καθόσον με την από ......
απόφαση του Γενικού διευθυντή της ΟΑ, που κατέστη εκ νέου ενεργός με την από ..... απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, ο αναιρεσείων ανακλήθηκε από τη θέση του περιφερειακού διευθυντή, δηλαδή εξέπεσε από τη θέση αυτή και κατά την επανένταξή του στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης επανήλθε αυτοδικαίως στην προηγούμενη θέση του στο Λονδίνο, η δε θέση αυτή συνιστά αυτοδίκαιη ένταξή του στην ειδική κλίμακα "TOP MANAGEMENT", ενώ η ανάκληση αυτού από τη θέση του περιφερειακού διευθυντή και η τοποθέτησή του στην κατώτερη θέση έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλήτης και είναι δικαιολογημένη για τον αναφερόμενο λόγο, συνεπεία του οποίου κλόνισε την εμπιστοσύνη της εργοδότριάς του στο πρόσωπό του.
Ενόψει των παραδοχών αυτών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, δεν είναι τα ίδια με εκείνα που στηρίζουν τις μεταγενέστερες ένδικες αγωγές και για το λόγο αυτό δεν υπάρχει μεταξύ αυτών ταυτότητα ιστορικής αιτίας.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικού περιστατικού, που θα μπορούσε να έχει επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Περαιτέρω, η ένορκη βεβαίωση, που έχει ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζεται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που προβλέπεται από το άρθρο 671 παρ. 16 Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτής στην απόφαση, αλλ' αποτελεί απλό έγγραφο, που συνεκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι, η ένορκη αυτή βεβαίωση, που δεν έχει ληφθεί για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο σε συγκεκριμένη δίκη, αλλά λήφθηκε πριν από την έναρξη αυτής με αφορμή άλλη δίκη, δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση, αλλ' αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτή γενικά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαιώσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνο του δικογράφου του προσθέτου λόγου αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του την υπ' αριθ. 6287/23-3-2001 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ......, που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την περιεχόμενη στις κατατεθείσες αρμοδίως στην κατ' έφεση δίκη προτάσεις της αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία αυτής, καθώς επίσης και το υπ' αριθ. 154/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Αθηνών, που και τα τρία αποδεικτικά αυτά μέσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων και από τα οποία προέκυπτε ότι η πρόσκληση της αναιρεσίβλητης να μεταβεί ο ίδιος στο Λονδίνο προς ανάληψη εργασίας αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας αυτού, αφού ο μισθός του διευθυντή Αγγλίας, που του προσέφερε, ανερχόταν σε 2.674,52 λίρες Αγγλίας μηνιαίως, ενώ ο πραγματικός μισθός του διευθυντή Αγγλίας ανερχόταν σε 70.000 λίρες Αγγλίας ετησίως και σε 6.000 λίρες Αγγλίας περίπου μηνιαίως και επιπλέον, ο ίδιος με το ανωτέρω βούλευμα απαλλάχθηκε αμετάκλητα της αποδοθείσης σε βάρος του κατηγορίας για δωροδοκία, που αφορούσε την από υπαιτιότητά του πλημμελή χειρισμό της υποθέσεως πωλήσεως του ακινήτου της Νέας Υόρκης.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων και τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις ως άνω αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι με την επανένταξη του αναιρεσείοντος στη δύναμη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και στη θέση του αντιπροσώπου πωλήσεων στο τμήμα αυτής στο Λονδίνο δεν επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας αυτού για τους αναφερόμενους λεπτομερώς λόγους, ανεξάρτητα της απαλλαγής του από την ποινική ευθύνη, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (το βούλευμα μνημονεύεται ρητώς στην απόφαση), τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, ενώ η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση λήφθηκε πριν από την έναρξη της δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (23-3-2001) με αφορμή άλλη δίκη και όχι για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη και για το λόγο αυτό δεν απαιτείτο να μνημονευθεί ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.1.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 7852/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ