Legislator Case Law & Legislation
912/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for negligence, upholding sentencing criteria and causation findings.

Case Number 912/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance criminal conviction for negligence. The appellant argued the trial court failed to properly assess fault and causation, yet the court found the lower court's reasoning on sentencing criteria and the causal link to the victim's injury was sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32(1), 138(2), 171(1)(b), 369(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 510(1)(A), 583(1) of the Code of Criminal Procedure: The court must grant the prosecutor the floor after the evidence phase concludes; failure to do so causes absolute nullity, while sentencing must fully consider all statutory criteria including fault intensity and causation.

Keywords

AI generated
criminal negligence sentencing criteria causal link appeal dismissal legal costs procedural nullity fault assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 32(1), 138(2), 171(1)(b), 369(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 510(1)(A), 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 79 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 912 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 912/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Β. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 295/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον M. V. του I., κατοίκου ... που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1111/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β’ και 369 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του και να προτείνει ως προς την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου για την κατηγορία που του αποδίδεται και ακολούθως, αν συντρέχει περίπτωση, και ως προς την ποινή. Διαφορετικά, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ .

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 11-12), που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η διευθύνουσα τη συζήτηση κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε τον λόγο στον εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε "να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, αθώος ο τρίτος και όσον αφορά για τον πρώτο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) θεωρεί ότι υπεύθυνη είναι η ΔΕΗ " Από την περικοπή αυτή των πρακτικών, σε συνδυασμό με την περικοπή που περιέχει όσα ακολούθησαν την εισαγγελική πρόταση ως προς την ενοχή, κατά την οποία "Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων έλαβαν διαδοχικά το λόγο, ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου συντάχθηκε με την πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση του, ζήτησε από το Δικαστήριο να μην του αποδοθούν ποινικές διώξεις", συνάγεται με σαφήνεια και βεβαιότητα ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα και διατυπώθηκε από αυτόν απαλλακτική πρόταση, με την οποία συντάχτηκε και ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Μεταβολή κατηγορίας, που συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα καταδικαστικής απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη (άρθρα 27, 43 και 171 παρ. 1 περ. β’ ΚΠΔ) και παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ, θεμελιώνει δε λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ., υπάρχει όταν με τη σχετική απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε πράξη ουσιωδώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο, και όχι από εκείνη που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, η οποία με την τυπική παραδοχή της έφεσης ατονεί και κάθε ακυρότητα της καλύπτεται από την απόφαση της ουσίας του εφετείου, το οποίο επανεξετάζει την υπόθεση σε νομική και ουσιαστική βάση, δεσμευόμενο μόνο να μην εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο.

Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, βάσει των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν κατά την αποδεικτική] διαδικασία ενώπιον αυτού, τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνονται ή συμπληρώνονται και βελτιώνονται κάποια ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της σχετικής πράξης ή όταν απλώς δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός σ’ αυτή από το δικάζον δικαστήριο, το οποίο οφείλει, κατά την άσκηση της εξουσίας του, να εξετάζει την πράξη υπό όλες τις μορφές που καλύπτει το δεδικασμένου της απόφασης του και να προβαίνει στον ορθό χαρακτηρισμό αυτής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο νέα και διαφορετική πράξη από εκείνη που έχει αποδοθεί σ’ αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται, η διάταξη για άσκηση ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, ούτε βλάπτονται, ούτε εμποδίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί τη φύση και τον λύγο της εναντίον του κατηγορίας και να έχει τη χρονική δυνατότητα για προετοιμασία της υπεράσπισης του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφουν της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και ακολούθως αυτός καταδικάστηκε τόσο με την πρωτόδικη 4777/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, όσο και με την προσβαλλόμενη 295/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας για την ίδια πράξη, δηλαδή για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης μεταβολής της κατηγορίας, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε για τη θεμελίωση ενοχής πραγματικά περιστατικά, που δεν περιέχονται στο κατηγορητήριο, ούτε στην πρωτόδικη απόφαση, τα οποία συνδέει με νομικές διατάξεις που δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και στην πρωτόδικη απόφαση.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 14) το Τριμελές Εφετείο θεμελίωσε την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τη σωματική βλάβη του παθόντος εργαζόμενου M. V., που επήλθε από πτώση του κατά την υπεργολαβική εκτέλεση εργασιών αντικατάστασης φθαρμένων καλωδίων σε ξύλινο στύλο της ΔΕΗ στο ...

από την υπεργολήπτρια εταιρεία "....", στις εξής παραδοχές : "...Σύμφωνα με τους προεκτιθέμενους όρους της σύμβασης αλλά και το άρθρο 26 Γενικών όρων της ενδίκου Σύμβασης, η ΔΕΗ Χαλκίδας, της οποίας ο α’ κατηγορούμενος (αναιρεσείων) ήταν προϊστάμενος συντήρησης και Επιθεώρησης των δικτύων της ως άνω περιοχής, είχε διατηρήσει το δικαίωμα ελέγχου και σε περίπτωση που κατά την κρίση του η εκτέλεση των εργασιών γινόταν με τρόπο που δεν τηρούντο οι όροι ασφαλείας μπορούσε να δώσει εντολή να αναστείλει τις εργασίες.

Στην ενέργεια αυτή παρέλειψε να προβεί ο κατηγορούμενος. Ακόμη ο α’ κατηγορούμενος, υπό την προεκτιθέμενη ιδιότητα, δεν είχε προβεί σε έλεγχο και συντήρηση των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ πριν παραδώσει στην ανάδοχο εταιρία το κατασκευαστικό σχέδιο, που αφορά την εκτέλεση του έργου αυτού (αρ. 19 παρ. 1 Ν. 1568/86 και αρθ. 9 παρ. 3 ΠΔ 17/96), ούτε ενημέρωσε την ανάδοχο εταιρία για την κατάσταση, στην οποία ευρίσκετο το δίκτυο, προκειμένου να λάβουν αυτοί τα κατάλληλα μέτρα (αρ. 12 παρ. 3 ΠΔ 17/96) (βλ.

προεκτιθέμενη έκθεση έρευνας). Μετά τις άνω παραδοχές, προκύπτει ότι υπαίτιοι για τις ως άνω παραλείψεις και συνακόλουθα για τον τραυματισμό του εργαζομένου είναι όλοι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρέλειψαν, να λάβουν τα προεκτιθέμενα μέτρα αποτροπής του προεκτιθεμένου αποτελέσματος".

Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, καίτοι είχε λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας του σχετική ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, παρέλειψε : α) να ενεργήσει, ώστε να γίνει επιθεώρηση και συντήρηση του δικτύου πριν αρχίσει η εκτέλεση του έργου από την υπεργολήπτρια εταιρία, β) να ενημερώσει την ανάδοχο και την υπεργολήπτρια εταιρία για την κατάσταση του δικτύου, ώστε να λάβουν εκείνες τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και γ) να ελέγχει την εκτέλεση των εργασιών από την υπεργολήπτρια και να αναστείλει την εκτέλεση τους, αν δεν τηρούνταν από αυτή οι όροι ασφαλείας.

Η παραδοχή με στοιχείο γ’ δεν περιέχεται στην πρωτόδικη απόφαση, ούτε διαλαμβάνεται αντίστοιχη παράλειψη στο κλητήριο θέσπισμα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τους. Η παραδοχή αυτή διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι ως στοιχείο συμπληρωματικό και αναγκαίο των λοιπών παραδοχών (α’ και β) - βάσεων ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, αλλά ως αυτοτελής και ανεξάρτηση σε σχέση με αυτές.

Δεν ασκεί δε καμία έννομη επιρροή στο κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού, όπως σαφώς συνάγεται από την απόφαση, η κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται αυτοτελώς και πλήρως στις ουσιαστικές και νομικές παραδοχές καθεμίας από τις άλλες δύο βάσεις ποινικής ευθύνης, ως προς τις οποίες δεν υπάρχει ουσιώδης διαφοροποίηση με όσα περιέχονται στην πρωτόδικη απόφαση και στο κλητήριο θέσπισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγο3 παράνομης μεταβολής της κατηγορίας.

Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών ενώ, κατά το άρθρο 315 παρ. 1 εδ. α’ και β’ ΠΚ, η ποινική δίωξη για την πράξη του άρθρου 314 ασκείται αυτεπαγγέλτως, αν ο υπαίτιος ήταν υπόχρεος, λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή.

Επίσης, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) είτε ψ προέβλεψε ως δυνατό, αλλά πίστεψε ότι αυτό δεν θα επερχόταν (ευσυνείδητη αμέλεια).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί ή αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) Να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) Να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.

Και γ) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης (ενέργειας ή παράλειψης) του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, όταν η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την σωματική βλάβη από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 ΠΚ) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του (με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρέωσης, ούτε γενικής νομικής υποχρέωσης για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής κατάστασης, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα (και όχι βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας και στα εγκλήματα δόλου), θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κλπ.), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε.

Για τη θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια, που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου (κατά το άρθρο 15 ΠΚ) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προέλευσης της ειδικής νομικής υποχρέωσης και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρέωσης ή από ποία προηγούμενη συμπεριφορά προκλήθηκε το αποτέλεσμα.

Ως προς τα αποδεικτικά^ μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση τη^ κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός’ προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται, να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η διάφορος στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των περιστατικών που δέχτηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με την προσβαλλόμενη 295/2014 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήρια τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά απ’ όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχτηκαν τα ακόλουθα :

Η εταιρεία με την επωνυμία "..." ανέθεσε με την .../03-11-2004 σύμβαση στην εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Γ. Ρ. Α.Ε." την εκτέλεση του έργου "...", όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται στο εν λόγω συμφωνητικό. Με το άρθρο 3.1 αυτού, που αφορά στη διοικητική περιοχή Χαλκίδας, ορίστηκε ότι οι εργασίες της Εργολαβίας Κατασκευής Έργων Δικτύων Διανομής που εκτελούνται μέσα στα όρια αυτής της διοικητικής περιοχής θα παρακολουθούνται, σαν Επιβλέπουσα Υπηρεσία, από την διοικητική περιοχή Χαλκίδας της ΔΕΗ, που έχει έδρα την πόλη Χαλκίδα, της οποίας ο α’ κατηγορούμενος ήταν υποτομεάρχης - προϊστάμενος συντήρησης και επιθεώρησης των Δικτύων της ως άνω περιοχής (βλ.

το με αριθμό πρωτ. ...03-11-2008 έγγραφο του Δ/ντη της ΔΕΗ περιοχής Χαλκίδας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 §2 των Γενικών Όρων της ως άνω συμβάσεως ορίζεται ότι η επιβλέπουσα υπηρεσία θα εφοδιάζει έγκαιρα τον Ανάδοχο με όλα τα σχέδια κατασκευής του έργου. Απαγορεύεται στον Ανάδοχο να χρησιμοποιεί σχέδια κατασκευής εάν δεν είναι υπογεγραμμένα από το αρμόδιο όργανο της επιχείρησης και δεν είναι σφραγισμένα με τη σφραγίδα "Κατάλληλο για κατασκευή".

Εξάλλου, στο άρθρο 5 ορίζεται ότι "η παρακολούθηση και ο έλεγχος αυτού ασκούνται από την επιχείρηση, μέσω της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας και Προϊστάμενο Υπηρεσίας". Περαιτέρω, με την 118 οδηγία της ΔΕΗ ορίζεται ότι πριν εκτελεστεί εργασία σε ξύλινους στύλους, αυτοί θα πρέπει να εξεταστούν για τυχόν σήψη και αν κριθεί απαραίτητο να ενισχύονται κατάλληλα, ενώ κατά την εκτέλεση της εργασίας, ο επικεφαλής δίνει τις απαραίτητες οδηγίες και παρακολουθεί την καλή εκτέλεση της εργασίας, επιβλέποντας τις κινήσεις των ανδρών του συνεργείου, ώστε να προλάβει τυχόν αδέξιους χειρισμούς.

Τέλος, από το εγχειρίδιο ασφαλών μεθόδων εργασίας της ΔΕΗ, στο κεφάλαιο της που αφορά στις πινακίδες σήμανσης ξύλινων στύλων, προκύπτει ότι από την πυρογραφία του στύλου φαίνεται το έτος εμποτισμού του και ορίζεται ότι αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μικρότερο των 15 ετών αυτός θεωρείται κατάλληλος και εφόσον δεν υπάρχει κάποια φανερή ζημία επιτρέπεται να εργαστούν επ’ αυτού.

Αντίθετα, αν έχουν περάσει περισσότερα από 15 χρόνια από το έτος εμποτισμού, πρέπει να μην ανεβαίνουν για εργασία αν δεν τον επιτονώσουν ή αντιστηρίξουν, εργασίες που γίνονται με την ειδική συσκευή GROSE, με συρματόσχοινα ή σχοινιά μεγάλης διατομής που στερεώνονται σε κατάλληλες αγκιστρώσεις, είτε με δίκρανα ή και μικτά, δηλαδή και με δίκρανα και με επιτονώσεις.

Επίσης, στο ίδιο εγχειρίδιο ορίζεται ότι τα τελευταία προφυλακτικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται πριν την αναρρίχηση στο στύλο και ανάλογα με την κατάσταση αυτού, αν η εργασία που θα εκτελεστεί επηρεάζει τη φόρτιση ή τη δομή του δικτύου (προσθήκη, αφαίρεση ή μετατόπιση αγωγού). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Μ. (M.) Β. (V.), προσλήφθηκε από την "....", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία ανέλαβε ως υπεργολάβος από την ως άνω ανάδοχο εταιρεία την εκτέλεση του ανατεθέντος σε αυτή ως άνω έργου, νόμιμος δε εκπρόσωπος της υπεργολάβου ήταν ο β’ κατηγορούμενος, ενώ ο γ’ κατηγορούμενος ήταν επιβλέπων εργοδηγός της ως άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση του έργου αυτού.

Στις 22-12-2006, ο προαναφερόμενος Μ. Β., εργαζόμενος ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη εναέριων δικτύων, συμμετείχε σε εργατοτεχνικό κλιμάκιο της προαναφερόμενης υπεργολάβου, που εκτελούσε εργασίες στην περιοχή ..., Ν. Εύβοιας. Παρέχοντας τις υπηρεσίες του ο προαναφερόμενος εργαζόμενος, είχε αναλάβει να αντικαταστήσει τμήμα του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος που αποτελούνταν από μετασχηματιστή, δύο ενδιάμεσους στύλους και έναν τερματικό στύλο, τους τέσσερις προϋπάρχοντες αγωγούς (καλώδια) από έναν συνεστραμμένο (πλεξούδα) αποτελούμενο από πέντε μεμονωμένα καλώδια, συνεργαζόμενος με τον συνάδελφο του Π.

Μ.. Προς το σκοπό αυτό είχε αναρριχηθεί στην κορυφή του στύλου εργασίας του, ο οποίος δεν έφερε πυρογραφία από την οποία να προέκυπτε ο χρόνος συντήρησης του, είχε όμως εμποτισθεί το 1964 και δεν υπήρχε σήμανση μεταγενέστερης συντήρησης (βλ. τη με αριθμό πρωτ. …05-02-2007 έκθεση έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών εργασίας Μ.

Μ. και Μ. Κ.). Εξαιτίας της έλλειψης τέτοιας συντήρησης, ο στύλος αυτός είχε υποστεί σήψη στα 20 cm κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο δεύτερος και τρίτος είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το νόμο και τη σύμβαση να δώσουν εντολή για επιτόνωση ή αντιστήριξή του όπως πιο πάνω εκτίθεται (αρ. 2, 3 ν. 1396/83, αρ. 7 ΠΔ 17/96 και ως άνω οδηγία της ΔΕΗ) γεγονός το οποίο παρέλειψαν.

Υπό την προεκτιθέμενη κατάσταση του στύλου, ο ως άνω εργαζόμενος, ευρισκόμενος στην κορυφή άρχισε να λύνει τους 4 αγωγούς από τα δεματικά τους, για να τους ελευθερώσει, ενώ ο συνάδελφος του Π. Μ. με τον οποίο συνεργάζονταν, ξεκίνησε να κόβει στο διπλανό στύλο έναν - έναν τους αγωγούς. Τότε και περί ώρα 10.30 π.μ.

με την κοπή από τον Π. Μ. του τρίτου αγωγού, ο στύλος που ευρίσκετο ο Μ. Β., χάνοντας την στήριξη του πήρε κλίση ενώ συνεχίζοντας ο τελευταίος στην κοπή του τελευταίου αγωγού, ο στύλος που είχε αναρριχηθεί ο (πολιτικώς) ενάγων, έμεινε γυμνός από καλώδια και υπό την προεκτιθέμενη κατάσταση του στύλου (σήψη) αυτός υποχώρησε, με αποτέλεσμα την πτώση του εργαζομένου από τον υποχωρήσαντα στύλο, και τον τραυματισμό του και δη αυτός υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού μηριαίου, κάταγμα διάφυσης αριστερού βραχιονίου, πλάγιο εξάρθρημα καρπού και κάκωση αριστερού ισχύου.

Ο τραυματισμός αυτός οφείλεται στο ότι, πέρα του ότι παρέλειψαν να επιτονώσουν ή να αντιστηρίξουν τον επίμαχο στύλο oι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων επί πλέον αυτοί δεν επέδειξαν στους εργαζομένους και ειδικά στον (πολιτικώς) ενάγοντα τον ενδεδειγμένο καιν ασφαλή τρόπο εργασίας και πιο συγκεκριμένα δεν υπέδειξαν τη μη ταυτόχρονη κοπή των τεσσάρων αγωγών του παρακείμενου στύλου, από εκείνον που εργαζόταν o (πολιτικώς) ενάγων, ούτως ώστε να αποσυνδέεται καθ’ ολοκληρία ο στύλος, καθιστάμενος έτσι γυμνός από παράπλευρη στήριξη (άρθρο 7 ΠΔ 17/90).

Ο πρώτος κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι μόνη ενεργός αιτία της αποκοπής του στύλου ήταν ο ανωτέρω εσφαλμένος τρόπος εργασίας που επέτρεψαν οι δεύτερος και τρίτος συγκατηγορούμενοί του, προσκομίζοντας προς απόδειξη τούτου και την από Μαΐου 2014 τεχνική έκθεση των Π. Μ. και Κ. Χ.. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν απαλλάσσει της ευθύνης, καθόσον σύμφωνα με τους προεκτιθέμενους όρους της σύμβασης αλλά και το άρθρο 26 Γενικών Όρων της ενδίκου Σύμβασης, η ΔΕΗ Χαλκίδας, της οποίας ο α’ κατηγορούμενος ήταν προϊστάμενος συντήρησης και Επιθεώρησης των Δικτύων της ως άνω περιοχής, είχε διατηρήσει το δικαίωμα ελέγχου και σε περίπτωση που κατά την κρίση του η εκτέλεση των εργασιών γινόταν με τρόπο που δεν τηρούντο οι όροι ασφαλείας, μπορούσε να δώσει εντολή να αναστείλει τις εργασίες.

Στην ενέργεια αυτή παρέλειψε να προβεί ο κατηγορούμενος. Ακόμη ο πρώτος κατηγορούμενος, υπό την προεκτιθέμενη ιδιότητα δεν είχε προβεί σε έλεγχο και συντήρηση των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ πριν παραδώσει στην ανάδοχο εταιρεία το κατασκευαστικό σχέδιο που αφορά την εκτέλεση του έργου αυτού (αρ. 19§1, Ν. 1568/86 και άρθ. 9§3 ΠΔ 17/96), ούτε ενημέρωσε την ανάδοχο εταιρεία για την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο το δίκτυο, προκειμένου να λάβουν αυτοί τα κατάλληλα μέτρα (αρ. 12 §3 ΠΔ 17/96) (βλ.

προεκτιθέμενη έκθεση έρευνας). Μετά τις ως άνω παραδοχές, προκύπτει ότι υπαίτιοι για τις ως άνω παραλείψεις και συνακόλουθα για τον τραυματισμό του εργαζομένου είναι όλοι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρέλειψαν να λάβουν τα προεκτιθέμενα μέτρα αποτροπής του προεκτιθέμενου αποτελέσματος.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συγκροτούν την αμέλεια των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι το Δικαστήριο αποδεχόμενο αυτά προσδιορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης της πράξεως, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα αυτής (βλ. ΑΠ 670/2009 Δημ. Νόμος, ΑΠ 871/2006 Ποιν.

Χρον. 2007, 243)". Ακολούθως το άνω Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του για το ότι: "Στο ..., στις 22-12-2006, τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις. Και οι τρεις κατηγορούμενοι, όντες υπόχρεοι από το επάγγελμα τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη τους.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Η. Β., (εδώ αναιρεσείων) ως υποτομεάρχης Εκμετάλλευσης της ΔΕΗ Χαλκίδας και υπεύθυνος για τη συντήρηση ξύλινων στύλων της ΔΕΗ, ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Κ., (μη εδώ αναιρεσείων) ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Π.Ν. Κ. κ’ ΣίΑ Ε.Ε", η οποία είχε αναλάβει ως εργολήπτρια εταιρεία (υπεργολάβος) με σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της αναδόχου εταιρείας "Κ.

Γ. Ρ. ΑΕ" και ο τρίτος κατηγορούμενος Γ. Γ., (μη εδώ αναιρεσείων) εργαζόμενος ως εργοδηγός ηλεκτρολόγος στην ανωτέρω εργολήπτρια εταιρεία, αν και ήταν υποχρεωμένοι λόγω του επαγγέλματος τους, ο πρώτος εξ αυτών να προβεί σε επιθεώρηση και συντήρηση των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ πριν παραδώσει το έργο στην ανωτέρω εργολήπτρια εταιρεία και να ενημερώσει αυτήν για την κατάσταση στην οποία ευρίσκονταν οι ξύλινοι καθώς και να και να αναφέρει στο κατασκευαστικό σχέδιο που απέστειλε στην εταιρεία αυτή ποιοι στύλοι είχαν πρόβλημα σήψης και έπρεπε ειδικά γι’ αυτούς να λάβει η εργολήπτρια επιπλέον μέτρα προστασία (πχ επιτόνωση των στύλων ή χρησιμοποιήσει γερανού με καλάθι για τις εργασίες αντικατάστασης), και επί πλέον να ελέγχει τις εργασίες που εκτελούσε η εργολήπτρια εταιρεία και συγκεκριμένα εάν τηρούσε τα μέτρα ασφαλείας και λόγω μη τήρησης αυτών να δώσει εντολή για αναστολή των εργασιών, (ο δεύτερος εξ αυτών να είχε εκπαιδεύσει κατάλληλα και επαρκώς τους εργαζομένους της εταιρείας του στον τομέα της ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων και για την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων, και τέλος ο τρίτος εξ αυτών ως επικεφαλής συνεργείου στο οποίο εργαζόταν ο παθών M.

V., να προέβαινε σε έλεγχο του ξύλινου στύλου πριν επιτρέψει στον ανωτέρω παθόντα να εργαστεί πάνω σε αυτόν και να επόπτευε - συντόνιζε εκ τον εδάφους τις εργασίες των τεχνιτών που είχαν αναρριχηθεί σε ξύλινους στύλους) δεν έλαβαν αυτά τα μέτρα, αν και ήταν υπόχρεοι προς τούτο, με αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής δεν προέβλεψαν, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, και ενώ ο παθών M.

V. εργαζόταν σε συνεργείο της ως άνω εταιρείας ως εργάτης με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη, και είχε αναρριχηθεί σε ξύλινο στύλο της ΔΕΗ προκειμένου να προβεί σε αντικατάσταση των φθαρμένων αγωγών, ο στύλος αυτός λόγω σήψης που παρουσίαζε γύρω στα 20 εκ. κάτω από το έδαφος, την οποία κανείς εκ των κατηγορουμένων δεν αντελήφθη ως όφειλε κατά τα ανωτέρω, πήρε απότομα κλίση και έπεσε στο έδαφος παρασύροντας μαζί και τον ανωτέρω παθόντα, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρά καθώς υπέστη διασκαφοειδές περιμηνοειδές εξάρθρημα (ΔΕ), κάταγμα αριστερού βραχιονίου, και κάκωση αριστερού ισχύου".

Στη συνέχεια επιβλήθηκε σε καθέναν από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της.

Με αυτές τις παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία κα\ συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 εδ.

α’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ως προς τις σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σημειώνονται τα εξής : 1) Αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των καθηκόντων του ως υποτομεάρχη Εκμετάλλευσης της ΔΕΗ Χαλκίδας και προϊσταμένου συντήρησης και Επιθεώρησης των Δικτύων της περιοχής, η οποία εντοπίζεται στο ότι αυτός α) ενώ είχε σχετική υποχρέωση λόγω της ιδιότητας του, δεν ενήργησε, ώστε να γίνει έλεγχος και συντήρηση των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ, πριν παραδοθεί στην ανάδοχο εταιρία το κατασκευαστικό σχέδιο που αφορούσε την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου (άρθρο 19 παρ. 1 ν. 1568/1985 και 9 παρ. 3 π.δ. 17/1996) και β) δεν ενημέρωσε την ανάδοχο και την υπεργολήπτρια εταιρία για την κατάσταση του δικτύου και των στύλων που είχαν πρόβλημα σήψης, ώστε να λάβουν εκείνες τα αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων κατά την εκτέλεση του έργου. 2) Προσδιορίζεται ρητά το περιεχόμενο καθεμίας από τις ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος και η πηγή προέλευσης της (επαγγελματική ιδιότητα αυτού και συγκεκριμένες νομικές διατάξεις και συμβατικές προβλέψεις) 3) Προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας ως μη ενσυνείδητη, με τη ρητή παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβλεψε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. 4) Προσδιορίζονται πλήρως τα στοιχεία της αμέλειας για τη θεμελίωση της ενοχής του αναιρεσείοντος, τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη και για την επιμέτρηση της ποινής, όπως προκύπτει από το οικείο σκεπτικό (σελ. 17 αποφ.), όπου από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως συνεκτιμώμενο στοιχείο και η "ένταση του δόλου".

Ειδικότερα, με τη ρητή αναφορά στο είδος, στη φύση και στον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος (όπως αυτό είχε προηγουμένως περιγραφεί στο σκεπτικό για την ενοχή) είναι σαφές και βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα στοιχεία - κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, όπως είναι και η ύπαρξη και ο βαθμός αμέλειας, για τη διαμόρφωση της επιβλητέας ποινής. 5) Αναφέρονται όλα τα ουσιώδη περιστατικά που στοιχειοθετούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αποτελέσματος που αυτή επέφερε, της σωματικής βλάβης του παθόντος εργαζόμενου.

Και 6) Στη ρητή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μπορούσε να προβλέψει την επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από συγκλίνουσες παραλείψεις των τριών κατηγορουμένων, εμπεριέχεται και η σαφής παραδοχή, ότι αυτός μπορούσε να προβλέψει (κατά τον χρόνο που όφειλε να είχε ενεργήσει) και τις χρονικά μεταγενέστερες και συγκλίνουσες με τις δικές του παραλείψεις των συγκατηγορουμένων του στην εφετειακή δίκη ως ενδεχόμενες και αιτιωδώς συντελεστικές στην επέλευση του ίδιου εγκληματικού αποτελέσματος στο πλαίσιο της αναμενόμενης εκτέλεσης του ενδίκου έργου.

Επομένως, είναι αβάσιμες όλες οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναίρεσης 1) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως προς την αμέλεια ως θεμελιωτικό στοιχείο ενοχής του αναιρεσείοντος και ως συνεκτιμώμενο, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, στοιχείο επιμέτρησης της ποινής που επιβλήθηκε σε βάρος του (3ος λόγος) και 2) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας α) ως προς την πηγή προέλευσης της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να προβεί στις συγκεκριμένες ενέργειες που παρέλειψε και β) ως προς το αν ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει τις μεταγενέστερες (από τις δικές του) συγκλίνουσες αμελείς παραλείψεις των συγκατηγορουμένων του στην εφετειακή δίκη και μη αναιρεσειόντων.

Συνακολούθως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης τρίτος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται, τέλος, ότι ο πολιτικώς ενάγων κατά την εφετειακή δίκη, M. V. του I., δεν παραστάθηκε κατά την αναιρετική δίκη, παρότι κλήθηκε νόμιμα για να παραστεί σ’ αυτή, όπως προκύπτει από το από 19-12-2014 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα στο AT … Ν. Μ., που υπάρχει στη δικογραφία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2014 αίτηση του Η. Β. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 295/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ