Legislator Case Law & Legislation
912/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on appeal inadmissibility grounds regarding new claims in appellate proceedings.

Case Number 912/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed additional claims as inadmissible. The appellants argued the lower court ignored submitted documents and improperly rejected new requests for property and funds as a change of cause of action. The court found the appeal admissible regarding the claim that the lower court violated procedural rules by rejecting these new bases without proper consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The court must examine all evidence presented by parties, and an appeal is admissible if the appellate court declared a claim inadmissible despite it constituting a new basis of action not contained in the original suit.

Keywords

AI generated
appeal admissibility change of cause of action appellate procedure new claims rejection procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Article 966 of the Civil Code
Article 45(1) of Law 590/1977
Article 1 of Presidential Decree 2200/1940
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 912 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 912/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ιερού Προσκυνήματος Παναγίας Ελευθερώτριας (Κοκκιναρά) Κηφισιάς, με έδρα τον Κοκκιναρά Πολιτείας Κηφισιάς, νόμιμα εκπροσωπούμενου, και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολις Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού" και έδρα την Κηφισιά Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Φιλιππόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Ορθοδόξων "Παναγία η Ελευθερώτρια", που εδρεύει στον Κοκκιναρά Κηφισιάς και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 22/10/2004 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσείοντος και την από 29/12/2004 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3354/2005, 1625/2007 μη οριστικές, 3359/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1245/2010 μη οριστική και 4869/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/11/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 9/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 966 του Α.Κ. πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Στην κατηγορία επομένως των εκτός συναλλαγής πραγμάτων που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους ναοί ακόμη και οι ιδιόκτητοι (άρθρα 45 παρ 1 του ν. 590/1977, 1 του προϊσχύσαντος α.ν. 2200/1940) καθώς και τα παραρτήματα τους, εφόσον έχουν εγκαινιαστεί και καθιερωθεί στη λατρεία του θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Εξ άλλου πράγμα καθίσταται εκτός συναλλαγής και προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού με δικαιοπραξία εν ζωή αποκλειόμενης επ' αυτών κάθε δικαιοπραξίας του κυρίου, εφόσον αυτή αντίκειται στον εξυπηρετούμενο πιο πάνω σκοπό (θρησκευτικό), αν ο κύριος αυτού την προς απαλλοτρίωση ικανότητα κεκτημένος αφορίσει αυτό (παράσχει ως δώρο) όχι με μονομερή δικαιοπραξία αλλά με σύμβαση η οποία κατά τα άρθρα 369, 1033, 1192 παρ 1 και 1198 ΑΚ πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο ακολούθως θα μεταγραφεί.

Κατά συνέπεια ιδιόκτητος ναός καθίσταται πράγμα εκτός συναλλαγής αν ο κύριος του τον δωρίσει στην Εκκλησία ή σε άλλο νομικό πρόσωπο με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, του νόμου δε μη διακρίνοντος, εκτός συναλλαγής θεωρείται όχι μόνο το οικοδόμημα αλλά και το ακίνητο επί του οποίου κείται ο Ιερός Ναός αφού εκ των πραγμάτων δε μπορεί να γίνει διαχωρισμός.

Εξάλλου κατά τον υπ' αριθμ. 2 Κανονισμό της 18/20 Απριλίου 1969, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 32 § 2 Ν.Δ/τος 29/69 και ίσχυε κατά το χρόνο ανέγερσης του επίδικου ιερού ναού. "Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις: α) ενοριακούς, β) ιδιοκτήτους ανήκοντας εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γ) κοιμητηρίων, 4) παρεκκλήσια ήτοι ναούς εντός πόλεων ή χωρίων κείμενους και εις ενοριακούς Ναούς ανήκοντας, 5) εξωκκλήσια ήτοι Ναούς εκτός πόλεων ή χωρίων κειμένους και εις ενοριακούς Ναούς ανήκοντες", την ίδια δε διαίρεση των ναών και ενοριών, καθιέρωσε τέλος ο υπ' αριθμ. 8/1979 Κανονισμός "περί ιερών Ναών και ενοριών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1§4, 36, 37§8, 51§2 εδ.

δ' του Ν. 590/1977 "Περί Καταστατικού" Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος". Από τις παραπάνω διατάξεις, που διέπουν το νομικό καθεστώς των ιερών ναών, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) ότι ναι μεν αναγνωρίζεται από τους κανόνες της εκκλησίας και τις αντίστοιχου περιεχομένου νομοθετικές διατάξεις η δυνατότητα κτήσεως ιδιόκτητου ναού, όμως προϋπόθεση για να έχει αυτός το χαρακτήρα τούτο είναι να έχει ανεγερθεί επί ιδιόκτητου εδάφους του κτήτορα για να εξασφαλισθεί το αδιατάρακτο της λειτουργίας του, οπότε και παρέχεται το δικαίωμα σε ορισμένα πρόσωπα να χρησιμοποιούν αυτούς για τις θρησκευτικές ανάγκες των ίδιων και της οικογένειας τους, ο δε περιορισμός της θεραπείας των θρησκευτικών αναγκών του ιδιοκτήτη και της οικογένειας του καθιερώθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 5 του Ν.

Δ/τος της 27- 28/12/1923 "περί ενοριακών Ναών". 2) ότι τα παρεκκλήσια και εξωκκλήσια, τόσο βάσει του προρρηθέντος Ν.Δ/τος. αλλά και κατά τις διατάξεις των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω Α.Ν. 2200/1940 (άρθρο 1) και υπ' αριθμ. 2/1969 (άρθρο 1) Κανονισμού, ανήκουν κατά κυριότητα, διαχείριση και διοίκηση στον ενοριακό ναό, της ίδιας δε νομικής μεταχείρισης τυγχάνουν αυτά ως προς τη διαχείριση και διοίκηση βάσει των μεταγενεστέρων νόμων, γι' αυτό και η κατηγορία των περί ου ο λόγος ναών ανήκουν στα εκτός συναλλαγής πράγματα, αφού εκ της φύσεώς τους είναι ταγμένα προς εξυπηρέτηση του ενοριακού ναού, 3) ότι προκειμένου περί ιδρύσεως ιερού ναού, για να τύχει αυτός αυτοτελούς προστασίας, πρέπει να υπαχθεί σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες, χωρίς να είναι δυνατόν η ιδιωτική βούληση να δημιουργήσει ιδιαίτερη κατηγορία ναών, η οποία προστατεύεται από τον νόμο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το εκκαλούν εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "Ιερό Προσκύνημα Παναγία η Ελευθερώτρια", στο οποίο ανήκει η διοίκηση και διαχείριση του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ελευθερώτριας, που βρίσκεται στην Πολιτεία -Κηφισιάς Αττικής, θέση "Κοκκιναράς", απέκτησε νομική προσωπικότητα από το έτος 1971, με την 20/1971 Κανονιστική Διάταξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, "Περί Διοικήσεως και Διαχειρίσεως του Ιερού Προσκυνήματος Παναγίας Ελευθερώτριας Κοκκιναρά Κηφισιάς", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 243/Α/29-11-1971 (σχετ.

το άρθρο 1 του 7/1970 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "περί του τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως των ιερών προσκυνημάτων και προσκυνηματικών ιδρυμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος"). Εξάλλου, το εφεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Ορθοδόξων Παναγία Η Ελευθερώτρια" συστάθηκε με το από 27-10-1948 καταστατικό και καταχωρήθηκε στο βιβλίο καταχωρίσεως σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Σκοπός του σωματείου ήταν η σύσταση Ιδρύματος μετά Ναού επ' ονόματι της "Παναγίας της Ελευθερώτριας" και Ησυχαστηρίου, για την περίθαλψη τη διαμονή ανηλίκων, απόρων, ορφανών και αναρρωνυόντων και την παροχή προς αυτούς μορφώσεως και εκπαιδεύσεως χριστιανικής (άρθρο 2 του Καταστατικού του Σωματείου). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το …/28-4-1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Λαϊνάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο Ι.

Σ. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο προσθέτως παρεμβαίνον εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολις Αττικής και Μεγαρίδος" και ήδη "Ιερά Μητρόπολις Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού", λόγω δωρεάς, έναν αγρό, εκτάσεως 1000 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Κηφισιάς θέση "...", ο οποίος αποτελούσε τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου του 4100 τ.μ.

Τούτο (δωρηθέν) εμφανίζεται με τα στοιχεία ΑΕΖΔΑ στο συνημμένο στο συμβόλαιο αυτό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ. Ζ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς 15,45 μ. (ΖΔ) με το αριθμ. 14 αγρόκτημα του ΟΔΕΠ, δυτικά επί πλευράς 17,80 μ. (ΑΕ) με οδό, βόρεια επί πλευράς 60,60 μ. (ΕΖ) με υπόλοιπη ιδιοκτησία δωρητή και νότια επί πλευράς 69 μ. (ΑΔ) με οδό.

Σύμφωνα με το εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο η δωρεά αυτή συστάθηκε με τον όρο επί του δωρηθέντος ακινήτου να ανεγερθεί Ιερός Ναός στο όνομα "της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ελευθερώτριας", τα δε έσοδα από τον Ιερό Ναό να διατίθενται για τη συντήρηση και τον εξωραϊσμό του Ναού αυτού αλλά και για τη συντήρηση του μέλλοντος να δημιουργηθεί Ορφανοτροφείου ή Ησυχαστηρίου.

Στο πλαίσιο της δωρεάς αυτής το εφεσίβλητο σωματείο στις 18-5-1950 θεμελίωσε τον Ιερό Ναό της Παναγίας της Ελευθερώτριας, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε το έτος 1968, οπότε έγιναν και τα "Θυρανοίξιά του", αν και λειτουργούσε και κατά τη διάρκεια της ανεγέρσεως του. Αποδείχθηκε ακόμη ότι με το .../15-5-1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Αφεντάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, περιήλθε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στο εφεσίβλητο σωματείο, λόγω "πωλήσεως" από τον Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 8995 τ.μ.

που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, θέση "...", όμορο της πιο πάνω εδαφικής εκτάσεως, που δωρήθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα Μητρόπολη Αττικής. Το εν λόγω ακίνητο εμφανίζεται με τον αριθμό 157 στο από 1-12-1951 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Σ., που είναι συνημμένο στο .../10-4-1952 συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου και συνορεύει γύρω με τα 151, 152, 153, 154, 155 και 156, τεμάχια, με δρόμους, καθώς και με τον Ιερό Ναό Ελευθερώτριας.

Επίσης, με το .../17-12-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ευριπίδη Περδικάρη, που νόμιμα μεταγράφηκε, περιήλθε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στο εφεσίβλητο σωματείο, λόγω "πωλήσεως" από τον αληθή κύριο Ι. Σ., αγρός εκτάσεως 671,42 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Κηφισιάς Αττικής, θέση "...", και αποτελούσε τμήμα του προαναφερόμενου μείζονος αγροτεμαχίου του των 4100 τ.μ., όμορο επίσης της πιο πάνω εδαφικής εκτάσεως, που δωρήθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα Μητρόπολη Αττικής.

Το εν λόγω ακίνητο εμφανίζεται με τα στοιχεία ΕΖΙΘΗΔΕ στο από την 3-8-1964 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Ε., που είναι προσαρτημένο στο εν λόγω συμβόλαιο και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία Ι. Σ. επί πλευράς Θ-Ι 53,20 μ., νότια επί πλευράς Δ-Ε 60 μ., με το δωρηθέν προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα Ιερά Μητρόπολη γήπεδο, ανατολικά επί πλευράς ΕΖΙ 11,90 μ.

με πρώην ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Πετράκη και ήδη Συνεταιρισμού Παλαιών Πολεμιστών και δυτικά επί πλευράς ΔΗΘ 13,60 μ. με ανώνυμη οδό. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι α) κάτω από τον ως άνω Ιερό Ναό και ακριβώς έμπροσθεν αυτού κατασκευάστηκαν ο μυσταγωγικός υπόναος (πρόναος) του Γολγοθά διαστάσεων 15,70 μ. x 4 μ. και β) υπό τον κυρίως Ναό, κατασκευάστηκαν 1) τρία παρεκκλήσια επ' ονόματι των Αγγέλων, του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου και Αγίου Στεφάνου, διαστάσεων 5,50 μ. x 7,00 μ., 10,60 x 3,40 και 2,10 x 7,00 μ., αντίστοιχα και 2) δύο αποθήκες διαστάσεων 2,30 μ. x 5,10 μ.

και 1,60 μ. x 1,60 μ. αντίστοιχα. Η πιο πάνω κατασκευές εξέχουν από το περίγραμμα του Ναού προς τον ακάλυπτο χώρο καταλαμβάνοντας επιπλέον επιφάνεια 5,50 x 20 μ. περίπου. Επίσης, κατασκευάστηκε 1) μαρμάρινο κλιμακοστάσιο, δια του οποίου ο επισκέπτης από την οδό ... ανέρχεται στο Ναό, με τα στατικά του στηρίγματα και τα πεζούλια στήριξής του, που εκτείνονται βορείως αυτού, που καταλήγει σε μαρμαροεπίστρωτο προαύλιο (κάτω προαύλιο) από το οποίο συνεχίζουν δύο μαρμάρινα κλιμακοστάσια, εκ των οποίων το μεγάλο, προς νότο, οδηγεί στο Ηρώο και στο άνω προαύλιο του Ναού, ενώ το μικρότερο κλιμακοστάσιο, προς ανατολάς του κάτω προαυλίου, οδηγεί επίσης στο άνω προαύλιο του Ναού, 2) ο προ της κύριας εισόδου του Ναού προαύλιος χώρος, στρωμένος με μάρμαρο (άνω προαύλιο του Ναού), ανατολικά του οποίου βρίσκεται το κωδωνοστάσιο του Ναού και πέραν αυτού μικρή μαρμαροστρωμένη αυλή, 3) κλιμακοστάσιο στη βορεινή πλευρά του κάτω προαυλίου μήκους 7,00 μ.

και 4) προαύλιος χώρος στρωμένος με πλάκα Καρύστου, 16 μ. x 9,60 μ., στο κέντρο του οποίου έχει κατασκευαστεί μαρμάρινη "φιάλη", όπου τελείται κάθε χρόνο ο Αγιασμός των Θεοφανείων, ο οποίος επικοινωνεί με τον πίσω αύλιο χώρο του Ναού δια κλιμακοστασίου, βορειοανατολικά του οποίου βρίσκεται το "χωνευτήρι" του Ναού, εντός του οποίου της χύνονται τα αγιασμένα ύδατα από τις βαπτίσεις.

Εξάλλου, βόρεια της προαναφερόμενης "φιάλης", η οποία έχει διάμετρο 1,20 μ. και ύψος 0,60 μ., υπάρχει μαρμάρινο μνημείο 2 μ. x 2 μ. και ύψος 1,70 μ. με μαρμάρινο σταυρό στο μέσον αυτού, το οποίο στηρίζεται επί μαρμάρινων κιόνων, ενώ στη νότια πλευρά έχει κατασκευαστεί σκεπαστός προαύλιος χώρος και πέραν αυτού ιδιωτικός τσιμεντοστρωμένος δρόμος, νοτίως του οποίου έχει κατασκευαστεί μαρμάρινο Μαυσωλείο, που έχει πρόσοψη επί της οδού ....

Ο ανωτέρω Ιερός Ναός, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, κατασκευάστηκε στο ακίνητο - αγροτεμάχιο (ήδη οικόπεδο), που ο Ι. Σ., όπως προαναφέρθηκε, δώρισε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα Ιερά Μητρόπολη, τμήμα, όμως, αυτού επεκτάθηκε και στις όμορες ιδιοκτησίες του εφεσίβλητου σωματείου, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, είχαν περιέλθει σ' αυτό με τα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας από τον Ι.

Σ. και ΟΔΕΠ αντίστοιχα, ενώ οι δαπάνες ανέγερσης του Ιερού Ναού αλλά και των άνω κατασκευών (αύλιων και προαύλιων χώρων, κλιμακοστασίων, φιάλης, παρεκκλησίων, μαυσωλείου, κωδωνοστασίου, χωνευτηρίου) προήλθαν από δωρεές τρίτων προς το εφεσίβλητο σωματείο, δωρεάν προσωπική εργασία τρίτων, έσοδα του σωματείου από τη δράση του (εισφορές των μελών του, εράνους, εκδηλώσεις κ.λ.π.) και σε καμία περίπτωση δεν εδίδοντο σ' αυτό (σωματείο) για λογαριασμό, ωστόσο, του εκκαλούντος Ιερού Προσκυνήματος, το οποίον μόλις το έτος 1971 συστάθηκε, όπως, το τελευταίο απαραδέκτως για πρώτη φορά ισχυρίζεται με τους σχετικούς πρόσθετους λόγους της έφεσης (άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος Ιερός Ναός, ο πρόναος, τα παρεκκλήσια και η οικοπεδική έκταση επί της οποίας κατασκευάσθηκαν, είναι πράγματα θρησκευτικού σκοπού καθόσον, αφότου άρχισαν να κατασκευάζονται (έτος 1951), εξυπηρετούν θρησκευτικό σκοπό, αφού αφιερώθηκαν στην άσκηση της θείας λατρείας, σύμφωνα με τους πνευματικούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενώ τα προαναφερόμενα παρακολουθήματά τους φιάλη, χωνευτήρι, κωδωνοστάσιο, ως εκ της φύσεώς τους, από της κατασκευής τους, εξυπηρετούν κατά τρόπο άμεσο τη λατρεία, είναι δε αναγκαία για τη λειτουργία του Ιερού Ναού, όπως άλλωστε τη λειτουργικότητα του Ιερού Ναού εξυπηρετούν, κατά τρόπο απολύτως αναγκαίο, οι αύλιοι και προαύλιοι χώροι, οι κλίμακες και οι αποθήκες.

Συνεπώς, όλα τα ανωτέρω, ως εξυπηρετούντα διαρκώς θρησκευτικό σκοπό και το έδαφος επί του οποίου έχουν κατασκευασθεί είναι πράγματα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966) και συνακόλουθα ανεπίδεκτα έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1054), επί των οποίων το εκκαλούν ΝΠΔΔ Ιερό Προσκύνημα, που συστάθηκε το έτος 1971, τρία δηλαδή έτη μετά την αποπεράτωση του παραπάνω έργου, ήτοι του Ιερού Ναού με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι το εφεσίβλητο σωματείο ανήγειρε, κατά τα έτη 1964 - 1967, επί της εδαφικής εκτάσεως που είχε περιέλθει σ' αυτό με το άνω .../1964 πωλητήριο συμβόλαιο τριώροφο κτίσμα (Α' Κτίριο), εμβαδού 350 τ.μ., που δεν έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, στη νομή του οποίο εγκαταστάθηκε αφότου τούτο κατασκευάστηκε.

Το κτίσμα αυτό αποτελείται από ημιυπόγειο 15 τ.μ., ισόγειο 147 τ.μ., Α' όροφο 123 τ.μ. και Β' όροφο 65 τ.μ.. Εξάλλου, επί της εδαφικής εκτάσεως, που είχε περιέλθει σ' αυτό, με το άνω .../1952 πωλητήριο συμβόλαιο, ανήγειρε μετά το έτος 1970 άλλο τριώροφο κτίσμα (Β' Κτίριο) αποτελούμενο από ισόγειο 290 τ.μ., πρώτο όροφο 290 τ.μ., δώμα και υπόγειο, ενώ στην ίδια οικοπεδική έκταση το εφεσίβλητο σωματείο έχει ανεγείρει τον ιδιωτικό ναό του Αγίου Γρηγορίου του Ε' και έχει κατασκευάσει μαρμάρινο Μαυσωλείο, προσκυνητάρι και χώρο Ηρώου.

Οι παραπάνω οικοπεδικές εκτάσεις επί των οποίων κατασκευάστηκαν τα ανωτέρω κτίρια, καθώς και τα πιο πάνω δύο κτίρια δεν εξυπηρετούν θρησκευτικούς και λατρευτικούς σκοπούς, δεν έχουν τεθεί στη δημόσια λατρεία και δεν είναι λειτουργικά συνδεδεμένα με τον Ιερό Ναό της Παναγίας Ελευθερώτριας και συνεπώς δεν είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, ενώ την ύπαρξη εντός της άνω οικοπεδικής έκτασης Μαυσωλείου, προσκυνηταρίου, Ηρώου, δικαιολογεί, απόλυτα, ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας και ο σκοπός του εφεσίβλητου Πανελλήνιου Συλλόγου Ορθοδόξων Παναγία η Ελευθερώτρια.

Επί των ως άνω οικοπεδικών εκτάσεων, των Κτιρίων Α' και Β' που έχουν ανεγερθεί επί αυτών και των κτισμάτων (Μαυσωλείου, Ηρώου, προσκυνηταρίου) το εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα δεν άσκησε ποτέ, και ειδικότερα αφότου συστάθηκε το έτος 1971, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, με τη θέληση δηλαδή να γίνει κύριος αυτών.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι επί των επιδίκων ως άνω οικοπέδων, κτιρίων (Α και Β) και κατασκευών, που έγιναν με δαπάνες του εφεσίβλητου σωματείου, το τελευταίο ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς τους, με διάνοια κυρίου με τη θέληση δηλαδή να γίνει κύριος αυτών. Έτσι, για λογαριασμό του (εφεσιβλήτου) εκδόθηκαν οι σχετικές οικοδομικές άδειες και καταρτίστηκαν από τον νόμιμο εκπρόσωπό του εργολαβικές συμβάσεις με εργολάβους, όπως τον Α.

Σ. και Μ. Β., οι οποίοι για λογαριασμό του ανελάμβαναν την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών (εκσκαφών, πλινθοδομών κ.λ.π.), ενώ αντίθετα το εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα, το οποίο, όπως έχει αναφερθεί, συστάθηκε το έτος 1971, δεν αποδεικνύεται ότι κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Αποδείχθηκε, ακόμη ότι στο άνω κτίριο Α το εφεσίβλητο σωματείο τη δεκαετία του έτους 1970, με επιμέλειά του φιλοξενούσε ορφανά και άπορα παιδιά από την Ελλάδα και την Κύπρο, επίσης δωμάτιο αυτού με το από 23-3-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, παραχωρήθηκε στον ιερέα του Ιερού Ναού Παναγία Ελευθερώτρια Χ.

Κ., για να το χρησιμοποιεί ως γραφείο, ενώ σε άλλα δωμάτια φιλοξενούνταν κατά καιρούς μητροπολίτες και διέμεναν μοναχές. Εξάλλου, σε τμήμα του δευτέρου ορόφου του Κτιρίου Β το εφεσίβλητο σωματείο συναίνεσε να παραχωρηθεί, εφόρου ζωής στον επί 30 έτη Πρόεδρό του Α. Σ., με το .../2-4-1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Νασόπουλου, δικαίωμα οικήσεως, τη λήψη της οποίας απόφασης γνώριζε και ο Ιερέας του Προσκυνήματος Χ.

Κ., αφού ως αντιπρόεδρος του ΔΣ εφεσίβλητου συμμετείχε σ' αυτό, ενώ χώρος αυτού (Κτιρίου Β) χρησιμοποιούνταν ως γραφεία του Συλλόγου, αίθουσα συνεδριάσεως και Μουσείο Σ.. Εξάλλου, στον ελεύθερο ακάλυπτο χώρο με επιμέλειά του είχαν φυτευτεί άνθη, δένδρα και γκαζόν, τα οποία περιποιούνταν προσωπικό που αμειβόταν από το ίδιο.

Πρέπει να αναφερθεί ότι από το έτος 1954 Πρόεδρος του εφεσίβλητου σωματείου ήταν συνεχώς ο Α. Σ., ενώ μετά το θάνατό του, που συνέβη στις 15-11-2000, Πρόεδρος αυτού εξελέγη ο Μ. Π. και στη συνέχεια, ο Ιερέας του Προσκυνήματος, εκκαλούντος, Χ. Κ., ο οποίος πέθανε στις 1-11-2002. Ακολούθως, κατά τις αρχαιρεσίες που έγιναν στις 8-6-2003 εξελέγη ως Πρόεδρος του σωματείου ο Ε.

Β., ενώ Ιερέας του Ιερού Ναού της Παναγίας Ελευθερώτριας είχε τοποθετηθεί ο Ν. Χ., ο οποίος είχε θέσει και υποψηφιότητα για Πρόεδρος του σωματείου, στις πιο πάνω αρχαιρεσίες, χωρίς ωστόσο να εκλεγεί, έκτοτε δε οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, Ιερού Προσκυνήματος και Σωματείου, διαταράχθηκαν, γεγονός που προκάλεσε και δικαστικές αντιδικίες.

Έτσι, στο πλαίσιο των μεταξύ τους διενέξεων, το μεν σωματείο άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 20-10-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, εναντίον του ανωτέρω ιερέα, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωριστεί νομέας σε δωμάτιο του κτιρίου Α και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του αποδώσει εικόνα της Παναγίας της Ελευθερώτριας, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αφαίρεσε από το δωμάτιο αυτό, το δε Ιερό Προσκύνημα άσκησε κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε ν' αναγνωριστεί αυτό ως νομέας του επίδικου δωματίου και της εικόνας.

Επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η 117/2004 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6567/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία το σωματείο αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου, ενώ διατάχθηκε προσωρινά η απόδοση της επίμαχης εικόνας στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Ελευθερώτριας.

Αποδείχθηκε, ακόμη, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι κατά το χρονικό διάστημα που οι, μεταξύ των διαδίκων, σχέσεις ήταν αρμονικές, με προφορικές συμφωνίες που καταρτίζονταν μεταξύ τους, το εφεσίβλητο σωματείο παραχώρησε κατά χρήση στο εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα, για αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, χώρους του πιο πάνω Κτιρίου Α, προκειμένου το τελευταίο να τους χρησιμοποιεί για τις λειτουργικές του ανάγκες.

Πιο συγκεκριμένα με συμβάσεις χρησιδανείου παραχώρησε κατά χρήση στο εκκαλούν 1) το έτος 1972, δωμάτιο, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του ισογείου ορόφου, 4,50 μ. x 3,30 μ., εμβαδού 14,85 τ.μ., με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, για γραφείο του ιερέα Χ. Κ., και μετά το θάνατό του για αποθήκη, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με εξωτερικό σκεπαστό διάδρομο, ανατολικά με δωμάτιο 2 που θα αναφερθεί πιο κάτω και εν μέρει με μικρό δωμάτιο που είναι προσαρτημένο στο δωμάτιο 3, που επίσης θα αναφερθεί παρακάτω και δυτικά με σκεπαστή βεράντα, 2) το έτος 2001 δωμάτιο, κείμενο παραπλεύρως και ανατολικά του ως άνω 1 δωματίου 2,10 x 3,30 μ., εμβαδού 6,93 τ.μ., με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη άχρηστων χαλιών, που συνορεύει βόρεια με μικρό δωμάτιο προσαρτημένο στο δωμάτιο 3, νότια με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, ανατολικά με δωμάτιο 3 και δυτικά με δωμάτιο 1, 3) το έτος 1995, δωμάτιο, κείμενο παραπλεύρως και ανατολικά του άνω 2 δωματίου, 4,50 μ. x 3,30 μ., εμβαδού 14,85 τ.μ.

με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, στο οποίο είναι προσαρτημένα δύο άλλα μικρότερα δωμάτια, με τα οποία επικοινωνεί με εσωτερικές πόρτες, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, ανατολικά με χώρο 4 που θα αναφερθεί πιο κάτω, καθώς και με το προς ανατολάς προσαρτημένο σ' αυτό μικρό δωμάτιο και δυτικά με το προσαρτημένο σ' αυτό έτερο μικρό δωμάτιο, 4) το έτος 2003 δωμάτιο κείμενο ανατολικά του δωματίου 3, 2,10 μ. x 1,80 μ., εμβαδού 3,78 τ.μ., με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, που συνορεύει, βόρεια με το προσαρτημένο στο δωμάτιο 3 μικρό δωμάτιο, νότια με τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, ανατολικά με το δωμάτιο 5 που θα αναφερθεί παρακάτω και δυτικά με το άνω 3 δωμάτιο, 5) το έτος 2003, δωμάτιο που βρίσκεται ανατολικά του ως άνω δωματίου 4, 4,50 μ. x 3,30 μ., εμβαδού 14,85 τ.μ.

με είσοδο από τον νότιο σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, για να χρησιμοποιείται ως αποθήκη παλαιών επίπλων, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με εξωτερικό σκεπαστό διάδρομο ισογείου και ανατολικά εν μέρει με το δωμάτιο 4 και εν μέρει με το ανατολικά προσαρτημένο στο δωμάτιο 3 μικρό δωμάτιο 6) το έτος 1992, δωμάτιο που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του ισογείου, για κατοικία του ιερέα Χ.

Κ., το έτος 1992, 3,30 μ. x 4,50 μ., εμβαδού 14,85 τ.μ., με είσοδο από τον ανατολικό σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με δωμάτιο που το εφεσίβλητο χρησιμοποιεί ως ιδιόκτητο παρεκκλήσιο της Αγίας Πηνελόπης, ανατολικά με υπαίθριο χώρο και με εξωτερική αποθήκη και δυτικά με τον ανατολικό σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, 7) το έτος 2001, δωμάτιο (κουζίνα), που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του ισογείου, για να το χρησιμοποιεί ο ψάλτης του Προσκυνήματος, με είσοδο από το νότιο σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, 3,50 μ. x 6,00 μ., εμβαδού 21 μ., που συνορεύει βόρεια με το δωμάτιο (παρεκκλήσιο της Αγίας Πηνελόπης) και με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο ισογείου, ανατολικά και νότια με προαύλιο, 8) το έτος 2003 δωμάτιο (ημιυπόγεια αποθήκη), που βρίσκεται κάτω από το δωμάτιο 6, με είσοδο από τον βόρειο υπαίθριο χώρο, εμβαδού 14,85 τ.μ. 9) το έτος 2003 δωμάτιο (εξωτερική αποθήκη) 3,00 x 2,00 μ., εμβαδού 6 τ.μ., με είσοδο από το βόρειο υπαίθριο χώρο, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με προαύλιο, ανατολικά με εξωτερικά WC και δυτικά με άνω δωμάτια 6 και 8 και εν μέρει με το παρεκκλήσιο Αγίας Πηνελόπης και 10) το έτος 2001, συγκρότημα από τρία εξωτερικά WC με είσοδο από το βόρειο υπαίθριο χώρο.

Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα με την από 10-1-2003 επιστολή του, που υπογράφονταν από τον Προϊστάμενο Εφημέριο αυτού, πατέρα Ν. Χ. και δύο μέλη της διαχειριστικής του επιτροπής αλλά και προφορικά ζήτησε από το εφεσίβλητο σωματείο την παραχώρηση χώρων του ως άνω Κτιρίου Α, για να τους χρησιμοποιήσει ως γραφεία για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του.

Το τελευταίο, μέσα στο πλαίσιο της αρμονικής συνεργασίας, που, μέχρι τότε, υπήρχε μεταξύ τους, αποφάσισε να του παραχωρήσει, κατά χρήση, δύο δωμάτια με κουζίνα και WC για χρονικό διάστημα δύο ετών, έως 31-12-2004 χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως γραφείο του ανωτέρω ιερέα, απόφαση την οποία γνωστοποίησε στο εκκαλούν με την από 24-1-2003 επιστολή του με τον όρο, ωστόσο, να του επιστραφούν οι χώροι που είχε σ' αυτό, κατά τα ανωτέρω, χρησιδανείσει.

Συγκεκριμένα τα δωμάτια αυτά βρίσκονται στον Α' όροφο του άνω Κτιρίου Α, και είναι εμβαδού 14,85 τ.μ. το καθένα. Αποδείχθηκε, όμως, ότι το εκκαλούν αν και παρέλαβε, δυνάμει της πιο πάνω συμβάσεως χρησιδανείου, τους εν λόγω χώρους, αρνήθηκε, όπως είχε συμφωνηθεί, ν' αποδώσει τους προαναφερόμενους δέκα (10) χώρους, που είχε σ' αυτό παραχωρήσει το εφεσίβλητο, με τις χρονικά προγενέστερες συμβάσεις χρησιδανείου αορίστου χρόνου, μάλιστα δε αυθαίρετα προέβη στην κατεδάφιση του μεσότοιχου των ως άνω δύο δωματίων.

Μετά ταύτα το εφεσίβλητο με το από 23-2-2004 εξώδικο, που επέδωσε στο εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα, κατήγγειλε όλες τις πιο πάνω συμβάσεις χρησιδανείου (ορισμένου και αορίστου χρόνου) για τους παραπάνω λόγους και ζήτησε από το χρησάμενο Ιερό Προσκύνημα να του αποδώσει τη χρήση των επίμαχων δεκατριών (13) χώρων, πράγμα που το τελευταίο αρνείται.

Συνεπώς, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, το εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα δεν έγινε κύριος των επίδικων ως άνω πραγμάτων με πρωτότυπο τρόπο και πιο συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, κατείχε δε ειδικότερα τους επίμαχους ως άνω (13) χώρους του Κτιρίου Α με βάση την παραπάνω παρακλητική σχέση (χρησιδάνειο) και ασκούσε σ' αυτούς πράξεις νομής και κατοχής για λογαριασμό του εφεσίβλητου σωματείου, τους οποίους, μετά την καταγγελία των ένδικων συμβάσεων χρησιδανείου, έχει υποχρέωση να του τους αποδώσει.

Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται, εκτός των άλλων, και από τη σαφή και κατηγορηματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του "εφεσίβλητου" Μ. Γ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος έχει άμεση γνώση όσων καταθέτει και δεν προσδοκά οποιοδήποτε έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ αυτού (εφεσιβλήτου) έκβαση της δίκης, σύμφωνα με την οποία (κατάθεση) το εκκαλούν Ιερό Προσκύνημα είχε εγκατασταθεί στους επίμαχους χώρους δυνάμει συμβάσεων χρησιδανείου, αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Ι.

Κ., Ε. Δ. και Β. Κ.. Όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα του "εφεσιβλήτου", τις ένορκες βεβαιώσεις και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το εφεσίβλητο, δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των "εκκαλούντων", Δ. Π.

και Γ. Σ., τις ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Σ., Επισκόπου Νύσσης Ε. Κ., Α. Κ., Δ. Τ., Β. Β. και Ε. Ρ. και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που οι τελευταίοι νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων είναι οι από 21-3-2004 και Οκτωβρίου 2006 τεχνικές εκθέσεις της μηχανικού Α. Γ. με το από Μαρτίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει και του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Μ. με τις προσαρτώμενες σ' αυτήν φωτογραφίες, αντίστοιχα. Επομένως, η ένδικη αγωγή του Ιερού Προσκυνήματος Παναγία Ελευθερώτρια (ΝΠΔΔ) για την αναγνώριση της κυριότητάς του στα επίδικα πράγματα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αποδεικνύεται ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Ορθοδόξων Παναγία η Ελευθερώτρια" περί αποδόσεως των επίδικων ακινήτων λόγω καταγγελίας των επίμαχων συμβάσεων χρησιδανείου.

Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ιερού Προσκυνήματος και οι ταυτόσημοι με αυτούς πρόσθετοι λόγοι της έφεσης (10ος έως και 14ος) ότι πρέπει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να υποχρεωθεί το εκκαλούν - εναγόμενο, σωματείο, να του αποδώσει α) τα επίδικα ακίνητα, β) τα ποσά που εναπέμειναν από την αγορά των ακινήτων αυτών και την ανοικοδόμησή τους, γ) τους καρπούς που συνέλεξαν και δ) τις σε χρήμα δωρεές των πιστών προς την εκκλησία, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αποτελούν νέα βάση και νέο αίτημα της αγωγής του, που δεν εμπεριέχεται σ' αυτήν και συνεπώς συνιστούν, ανεπίτρεπτη μεταβολή στην κατ' έφεση δίκη, της βάσης της αγωγής αυτής, κατ' άρθρο 526 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο προαναφερόμενος Ιερός Ναός, ο πρόναος, τα παρεκκλήσια και η οικοπεδική έκταση επί της οποίας κατασκευάσθηκαν, είναι πράγματα θρησκευτικού σκοπού καθόσον, αφότου άρχισαν να κατασκευάζονται (έτος 1951), εξυπηρετούν θρησκευτικό σκοπό, αφού αφιερώθηκαν στην άσκηση της θείας λατρείας, σύμφωνα με τους πνευματικούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενώ τα προαναφερόμενα παρακολουθήματά τους φιάλη, χωνευτήρι, κωδωνοστάσιο, ως εκ της φύσεώς τους, από της κατασκευής τους, εξυπηρετούν κατά τρόπο άμεσο τη λατρεία, είναι δε αναγκαία για τη λειτουργία του Ιερού Ναού, όπως άλλωστε τη λειτουργικότητα του Ιερού Ναού εξυπηρετούν, κατά τρόπο απολύτως αναγκαίο, οι αύλιοι και προαύλιοι χώροι, οι κλίμακες και οι αποθήκες και συνεπώς, όλα τα ανωτέρω, ως εξυπηρετούντα διαρκώς θρησκευτικό σκοπό και το έδαφος επί του οποίου έχουν κατασκευασθεί είναι πράγματα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966) χωρίς να αναγνωρίσει το πρώτο αναιρεσείον κύριο αυτού, όπως ζητούσε κυρίως με την αγωγή του και επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία παραβίασε ευθέως ?την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, ενώ το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν αποτελούν παραρτήματα του Ιερού Ναού από την κατασκευή τους, ότι δεν εξυπηρετούν κατά τρόπο άμεσο τη λατρεία και ότι δεν είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Ιερού Ναού, τα εξής κτίσματα που βρίσκονται στο κτίριο Α και συγκεκριμένα δέχεται: "Πιο συγκεκριμένα, με συμβάσεις χρησιδανείου παραχώρησε κατά χρήση στο εκκαλούν. 1) δωμάτιο, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του ισογείου ορόφου ...

εμβαδού 14,85 τ.μ. με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, για γραφείο του ιερέα Χ. Κ. και μετά το θάνατο του για αποθήκη, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με εξωτερικό σκεπαστό διάδρομο, ανατολικά με δωμάτιο 2 ... και εν μέρει με μικρό δωμάτιο που είναι προσαρτημένο στο δωμάτιο 3 ... και δυτικά με σκεπαστή βεράντα, 2) δωμάτιο, κείμενο παραπλεύρως και ανατολικά του ως άνω 1 δωματίου, εμβαδού 6,93 τ.μ., με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη άχρηστων χαλιών, που συνορεύει βόρεια με μικρό δωμάτιο προσαρτημένο στο δωμάτιο 3, νότια με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, ανατολικά με δωμάτιο 3 και δυτικά με δωμάτιο 1, 3) ...

δωμάτιο κείμενο παραπλεύρως και ανατολικά του άνω 2 δωματίου ... εμβαδού 14,85 τ.μ. με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, στο οποίο είναι προσαρτημένα δύο άλλα μικρότερα δωμάτια, με τα οποία επικοινωνεί με εσωτερικές πόρτες, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, ανατολικά με χώρο 4 ...

καθώς και με το προς ανατολάς, προσαρτημένο σ αυτό μικρό δωμάτιο και δυτικά με το προσαρτημένο σ αυτό έτερο μικρό δωμάτιο, 4) ... δωμάτιο κείμενο ανατολικά του δωματίου 3, ..., εμβαδού 3,78 τ.μ. με είσοδο από τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, που συνορεύει βόρεια με το προσαρτημένο στο δωμάτιο 3 μικρό δωμάτιο, νότια με τον σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του ισογείου, ανατολικά με το δωμάτιο 5 ...

και δυτικά με το άνω 3 δωμάτιο, 5) δωμάτιο που βρίσκεται ανατολικά του ως άνω δωματίου εμβαδού 14,85 τ.μ. με είσοδο από τον νότιο σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, για να χρησιμοποιείται ως αποθήκη παλαιών επίπλων, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με εξωτερικό σκεπαστό διάδρομο υπογείου και ανατολικά εν μέρει με το δωμάτιο 4 και εν μέρει με το ανατολικά προσαρτημένο στο δωμάτιο 3 μικρό δωμάτιο, 6) δωμάτιο που βρίσκεται στο βόρειο ανατολικό άκρο του ισογείου, για κατοικία του ιερέα Χ.

Κ., το έτος 1992 ... εμβαδού 14,85 τ.μ. με είσοδο από τον ανατολικό σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με δωμάτιο που το εφεσίβλητο χρησιμοποιεί ως ιδιόκτητο παρεκκλήσιο της Αγίας Πηνελόπης, ανατολικά υπαίθριο χώρο και με εξωτερική αποθήκη και δυτικά με τον ανατολικό σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο, 7) δωμάτιο (κουζίνα) που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του ισογείου, για να το χρησιμοποιεί ο ψάλτης του Προσκυνήματος, με είσοδο από το νότιο σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο του υπογείου, 3,50 μ x 6,00 μ, εμβαδού 21 μ.

που συνορεύει βόρεια με το δωμάτιο (παρεκκλήσιο της Αγίας Πηνελόπης) και με σκεπαστό εξωτερικό διάδρομο ισογείου, ανατολικά και νότια με προαύλιο, 8) δωμάτιο (ημιυπόγειο αποθήκη) που βρίσκεται κάτω από το δωμάτιο 6, με είσοδο από τον βόρειο υπαίθριο χώρο, εμβαδού 14,85 τμ, 9) δωμάτιο (εξωτερική αποθήκη), εμβαδού 6 τ.μ.

με είσοδο από το βόρειο υπαίθριο χώρο, που συνορεύει βόρεια με υπαίθριο χώρο, νότια με προαύλιο, ανατολικά με εξωτερικά W.C και δυτικά με άνω δωμάτια 6 και 8 και εν μέρει με το παρεκκλήσιο Αγίας Πηνελόπης και 10) συγκρότημα από τρία εξωτερικά w.c. με είσοδο από το βόρειο υπαίθριο χώρο ...". Και επομένως κατά το μέρος τούτο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, όμως ως προς τον Ιερό Ναό Αγ.

Γρηγορίου του Ε', το Μαυσωλείο, το Προσκυνητάρι, το Ηρώο και το Παρεκκλήσιο της Αγίας Πηνελόπης αν και δέχεται ότι έχουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα αντιφατικά δέχεται ότι δεν είναι πράγματα εκτός συναλλαγής χαρακτηρίζοντας ιδιόκτητα τον ως άνω Ιερό Ναό Γρηγορίου του Ε' και το Παρεκκλήσι της Αγίας Πηνελόπης, χωρίς να αναφέρεται ότι για την ίδρυση του Ιερού αυτού Ναού υπήρξε άδεια του αρμοδίου Μητροπολίτη όπως απαιτείται κατ' άρθρο 13 παρ. ..

του 8/1979 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε κατά το σημείο τούτο στην από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 266 ΑΚ και 13 παρ. 2 και 3 του ως άνω Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι κατά τα ανωτέρω εν μέρει βάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση τα αναιρεσείοντα με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα τα οποία τα αναιρεσείοντα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ενώ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν δεν καθορίζεται περαιτέρω ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα έγγραφα αυτά και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Εφετείο απορρίπτοντας ως απαράδεκτους τους 10-14 πρόσθετους λόγους έφεσης και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσείοντος ότι πρέπει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να υποχρεωθεί το εκκαλούν - εναγόμενο, σωματείο, να του αποδώσει α) τα επίδικα ακίνητα, β) τα ποσά που εναπέμειναν από την αγορά των ακινήτων αυτών και την ανοικοδόμηση τους, γ) τους καρπούς που συνέλεξαν και δ) τις σε χρήμα δωρεές των πιστών προς την εκκλησία, διότι αποτελούν νέα βάση και νέο αίτημα της αγωγής του, που δεν εμπεριέχεται σ' αυτήν και συνεπώς συνιστούν, ανεπίτρεπτη μεταβολή στην κατ' έφεση δίκη, της βάσης της αγωγής αυτής παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθά απέρριψε τους ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης και δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό την 4869/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ