Supreme Court dismisses appeal regarding inheritance land division restrictions and unauthorized possession claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on inheritance land disputes. The appellant argued the lower court ignored his claim that his mother had transferred usage rights to him, which would have barred the plaintiff from suing. The court rejected this, finding the appellate court correctly ruled that the mother never held the right to grant usage rights and that the appellant's entry onto the property was unauthorized. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 a.ν. 431/1968; Art. 559 para. 8 lit. b. of the Code of Civil Procedure: The court established that an appeal ground is inadmissible if the lower court explicitly rejected the argument based on the facts, and that unauthorized possession does not automatically negate a plaintiff's standing if the alleged transferor lacked the right to grant usage rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 912 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 912/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Η. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πήττα.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Ι. Λ., θυγ. Σ. ή Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/1990 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41444/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1157/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της εν γένει Εποικιστικής Νομοθεσίας κλπ" από της ενάρξεως της ισχύος αυτού (23-5-1968)" επιτρέπεται εις τους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους, η διά δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίησις ή οπωσδήποτε διάθεσις των πάσης φύσεως κλήρων (γαιών, οικοπέδων κλπ) υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατατμήμσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής όστις ισχύει και επί πάσης περαιτέρω μεταβιβάσεως", κατά δε την παρ. 4 του αυτού άρθρου "δικαιοπραξίας συντασσόμεναι κατά παράβαση του περιορισμού αυτού, τυγχάνουν αυτοδικαίως άκυροι και ουδέν παράγουν έννομο αποτέλεσμα".
Εν όψει της ως άνω διατυπώσεως, είναι πρόδηλο ότι απαγορεύεται η φυσική κατάτμηση του κλήρου (ΟλΑΠ 1520/1982). Πριν από την ισχύ του ν. 431/1968 ίσχυαν τα άρθρα 208, 210, 211 του Αγροτικού Κώδικα τα οποία καθιέρωναν περιορισμούς για τη μεταβίβαση και γενικά τη διάθεση του κλήρου από τους κληρούχους σε τρίτο. Τα άρθρα αυτά, αν και καταργήθηκαν με του α.ν. 431/1968 έχουν εφαρμογή στις διαθέσεις κλήρων που έγιναν πριν από την ισχύ του α.ν. 431/1968.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων αυτών απαγορευόταν η εκποίηση η διάθεση με πράξη εν ζωή των αγροτικών κλήρων οριστικής διανομής πριν την μεταγραφή της κατά το άρθρο 1 παρ. 11 α.ν. 1722/1939 βεβαιώσεως ή του κατά το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα παραχωρητηρίου και την εξόφληση του τιμήματος του κλήρου και μόνον ως προς τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 208 ήτοι σε καλλιεργητές, κτηνοτρόφους, γεωκτηνοτρόφους ακτήμονες ή έχοντες ανεπαρκή κλήρο, μικροϊδιοκτήτες γεωπόνους μη δημόσιους υπαλλήλους, υπαλλήλους οργανισμού Δημοσίου Δικαίου, αυτοκαλλιεργητές μέσων ή μεγάλων κτημάτων που οι ιδιοκτησίες τους απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών ή κληρούχους που απώλεσαν τον κλήρο τους μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια γενικά ωφέλεια.
Κατά το ίδιο άρθρο (208) του Αγροτικού Κώδικα κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού, θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 9 α.ν. 1722/1939, συνάγεται ότι η κυριότητα των ατομικών κλήρων μεταβιβάζεται στους δικαιούχους μετά την έκδοση του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Γεωργίας και τη μεταγραφή του.
Μπορεί, όμως, να μεταβιβασθεί σ' αυτούς και χωρίς την έκδοση του παραπάνω τίτλου 1) όταν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή με την οποία κυρούται η οριστική διανομή των γαιών κάθε αγροκτήματος και δημοσιευθεί αυτή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως και όταν οι δικαιούχοι των αγροτικών κλήρων είναι αναγεγραμμένοι στο κυρωθέν κτηματολόγιο και 2) όταν η οριστική διανομή κυρώθηκε με τους ν. 4857/1930 και 5496/1935 ή με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή βάσει των ισχυουσών διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 1722/1439 και οι δικαιούχοι είναι αναγεγραμμένοι επίσης, στο εν λόγω κυρωθέν κτηματολόγιο.
Η πιο πάνω κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως, στην μεν πρώτη περίπτωση μόλις δημοσιευθεί η προαναφερομένη απόφαση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στη δε δεύτερη περίπτωση από την έναρξη ισχύος του νόμου 1722/1939. Εξ άλλου, από τις διατάξεις, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959 που ορίζουν, η μεν πρώτη ότι "μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος δια δημοσίου εγγράφου, κατά παράβαση των διατάξεων της Αγροτικής Νομοθεσίας περί των περιορισμών των δια πράξεων εν ζωή μεταβιβάσεων των κλήρων κυρούνται δυνάμει του παρόντος αφής εγένοντο ως προς μόνον τας παραβάσεις ταύτας ...", η δε δεύτερη ότι " αι αυταί ως άνω μεταβιβάσεις γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος δι' ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαία χρονολογία ...
κυρούνται, αφ' ης εγένοντο, όσον αφορά τας αυτάς ως άνω παραβάσεις κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου Ειρηνοδίκου ...", προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις αγροτικών κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των περί περιορισμών στις με πράξεις εν ζωή μεταβιβάσεις των κλήρων αυτών, επικυρώνονται, εφόσον μεν έγιναν με δημόσιο έγγραφο από τη δημοσίευση του προαναφερομένου νομοθετικού διατάγματος, εφόσον δε έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο από τη δημοσίευση της επικυρωτικής αποφάσεως του κατά τόπον αρμόδιου Ειρηνοδίκη η οποία όταν καταστεί τελεσίδικη αποτελεί και τίτλο κυριότητας δεκτικό μεταγραφής.
Ακόμη με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 15 ν. δ/τος 3958/1959 ορίζεται ότι "αίρονται δυνάμει του παρόντος οι εκ της Αγροτικής Νομοθεσίας περιορισμοί των δια πράξεων εν ζωή μεταβιβάσεων, από κλήρων ή οικοπέδων ή οικημάτων, περί ων συνετάγησαν μέχρι του παρόντος προσύμφωνα περί μεταβιβάσεως των δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαία χρονολογία κατά τα εν παραγράφω 2 οριζόμενα, επιτρεπομένης ελευθέρως της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως ...".
Στη συνέχεια, αρχικά με το άρθρο 3 παρ 1 α.ν. 431/1968 ορίστηκε ότι "αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 15 του ΝΔ 3958/1959 εφαρμόζονται και επί μεταβιβάσεων κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων, γενομένων μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος (23-5-1968) και ότι "ωσαύτως η παρ. 5 του άρθρου 15 του ανωτέρω υπ' αριθμ. 3958/1959 Ν.Δ.
εφαρμόζεται και επί προσυμφώνων περί ων η παράγραφος αυτή συνταγέντων μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος ...", ακολούθως με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 666/1977 ορίστηκε ότι "αι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5 του άρθρου 15 Ν.Δ. 3958/1959, εφαρμόζονται και επί μεταβιβάσεως γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενομένων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1976, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του ιδίου ως άνω άρθρου και νομοθετικού διατάγματος και αργότερα με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 1644/1986 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 15 ν.
δ/τος 3958/1959 εφαρμόζονται και στις μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων που έγιναν έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (25-8-1986) με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 6, 7 και 8 του ιδίου άρθρου ...". Έτσι, όπως προκύπτει από τις τρεις τελευταίες διατάξεις η κατά το άρθρο 15 ν.δ. 3958/1959 άρση των περιορισμών της Αγροτικής Νομοθεσίας σε σχέση με τη μεταβίβαση με πράξεις εν ζωή γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων, καθώς και σε σχέση με προσύμφωνα για τέτοιες μεταβιβάσεις επεκτάθηκε και στις ανώμαλες δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν κατά παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων της νομοθεσίας αυτής αρχικά μέχρι της 23-5-1968, ακολούθως μέχρι 31-12-1976 και στη συνέχεια μέχρι 25-8-1986 (ΑΠ 1834/1989).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ που ορίζει ότι "για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", συνάγεται ότι η κτήση της κυριότητας ακινήτων συντελείται από και δια της μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συμφωνίας, δεδομένου δε ότι ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή, ο τίτλος με τον οποίο αποκτάται η κυριότητα, δύναται να μεταγραφεί οποτεδήποτε και η μεταγραφή που έγινε με αυτόν τον τρόπο επιφέρει πλήρη τα έννομα αποτελέσματά της, αρκεί μόνο να μη μεταγράφηκε προηγουμένως άλλος τίτλος κτήσεως κυριότητας και ίδιου ακινήτου υπέρ άλλου (ΑΠ 604/2007).
Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο την αγωγή.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την από 28-8-1990 αγωγή, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενο δικόγραφό της, ισχυρίζεται ότι με το υπ' αριθμ. .../1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Φιλιππίδη που νόμιμα μεταγράφηκε στις 23-5-1986, ο πατέρας της Σ. ή Α.
Μ., της μεταβίβαση κατά κυριότητα, λόγω δωρεάς, το υπ' αριθ. 2 οικόπεδο του Συνοικισμού Ρετζικίου του Δήμου Συκεών Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οριστική διανομή του Οικισμού που έγινε το έτος 1932, κυρώθηκε νόμιμα και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 107/11-10-1973 ΦΕΚ, εμβαδού 350 τετ. μέτρων κατά το συμβόλαιο, στην πραγματικότητα 368 τετ.
μέτρων. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στον πατέρα της με το υπ' αριθ. 33684/1986 παραχωρητήριο της Δ/νσης Γεωργίας που εκδόθηκε σε εκτέλεση της 1115/1952 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης αφού εξοφλήθηκε το τίμημα όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 2316725/8-5-1986 διπλότυπο εισπράξεως του Ταμείου Α.Ε. Θεσσαλονίκης το οποίο μεταγράφηκε στις 27-5-1986 νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...
με αριθμό 349. Ότι ο εναγόμενο αυθαίρετα κατέλαβε τμήμα του ως άνω οικοπέδου της εμβαδού 184 τετραγωνικών μέτρων με το επ' αυτού κτίσμα. Ζήτησε δε με την αγωγή αυτή να αναγνωρισθεί κυρία του ως άνω εδαφικού τμήματος των 184 τετ. μέτρων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει το ακίνητο αυτό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πλήρωση του πραγματικού του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 1093 ΑΚ εφόσον με τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνεται κυριότητα της ενάγουσας επί του ως άνω κλήρου που μεταβίβασε σ' αυτήν ο πατέρας της λόγω δωρεάς το έτος 1960, σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 208, 210, 211 του Αγροτικού Κώδικα και χωρίς επίκληση άρσεως των περιορισμών διαθέσεως του κλήρου, εφόσον γίνεται επίκληση ότι η προαναφερόμενη σύμβαση μεταβιβάσεως του ακινήτου λόγω δωρεάς που έγινε με δημόσιο έγγραφο μεταγράφηκε μέχρι 25-8-1986 έως δηλαδή τη δημοσίευση του νόμου 1644/1986 με το άρθρο 18 του οποίου ορίστηκε ότι οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5 του άρθρου 15 ν.δ. 3958/1959, εφαρμόζονται και στις μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων οικοπέδων ή οικημάτων που έγιναν έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (25-8-1986) όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη.
Επομένως είναι πλήρως ορισμένη η ένδικη αγωγή και δεν πάσχει ποιοτικής αοριστίας όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του άρθρου 554 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Επειδή, κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Κατά την οριστική διανομή του συνοικισμού Ρεντζικίου (Πεύκα) που κυρώθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 4 του Ν.Δ. 1184/1972 με το οποίο κυρώθηκαν οι αναμορφώσεις διανομών αγροκτημάτων και συνοικισμών, είχε παραχωρηθεί δυνάμει της υπ' αριθ. 1115/1952 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της Δ/νσης Γεωργίας Νομού Θεσσαλονίκης στον πατέρα της ενάγουσας Α.
Μ. ο υπ' αριθμόν 2 οικοπεδικός κλήρος εμβαδού 368 τ.μ. κείμενος στην άνω περιοχή που συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 17,30 μέτρων με το υπ' αριθ. 172 κληροτεμάχιο, Νότια σε πλευρά μήκους 17,30 μέτρων με οδό ..., ανατολικά σε πλευρά μήκους 20,71 μέτρων με το υπ' αριθ. 3 οικόπεδο και δυτικά σε πλευρά 20,71 μ. με το υπ' αριθ. 1 οικόπεδο.
για την παραχώρηση αυχη δε εκδόθηκε στην συνέχεια στο όνομα του άνω κληρούχου, ο οποίος είχε αποβιώσει το έτος 19Β4 ο υπ' αριθ.33. 684/9-5-1986 τίτλος κυριότητος της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης που μεταγράφηκε νόμιμα στις 27-5-1986 στον τόμο ... και αριθ. 349 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω όχι με το υπ' αριθ. .../1960 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Φιλιππίδης, ο άνω κληρούχος κατά παράβαση των διατάξεων της Αγροτικής Νομοθεσίας περί των περιορισμών των δια πράξεων εν ζωή μεταβιβάσεων των κλήρων μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην ενάγουσα τον άνω οικοπεδικό κλήρο η μεταβιβαστική δε της κυριότητος του ως άνω ακινήτου συμβολαιογραφική πράξη μεταγράφηκε 23-5-1986 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης.
Με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου και την ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του μεταβιβασθέντος σ' αυτή οικοπεδικού κλήρου, δοθέντος ότι είχε κυρωθεί πλέον με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 4 του ΝΔ 1189/1972 η διανομή του συνοικισμού Ρετζικίου και είχε έτσι περιέλθει στον άνω κληρούχο η κυριότητα του παραχωρηθέντος κλήρου επιπλέον δε είχε εκδοθεί και ο οριστικός τίτλος κυριότητος που μεταγράφηκε στην συνέχεια.
Άλλωστε, όπως προαναφέρεται, η κτήση τής κυριότητας ακινήτου συντελείται από και δια της μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συμφωνίας, αφού ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή και ο τίτλος, με τον οποίο αποκτάται η κυριότητα, δύναται να μεταγραφεί οποτεδήποτε, ως εν προκειμένω που έχει μεταγραφεί μετά την πάροδο είκοσι έξι περίπου ετών.
Από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηχε περαιτέρω ότι ο άνω κληρούχος το έτος 1979 υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στην εκ τρίτου νομίμου γάμου σύζυγο του Σοφία το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου συνετάγη δε προς τούτο το υπ' αριθ. .../30-1-1979 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγησίλαου Κιτσάκη.
Με το ίδιο προσύμφωνο ο Α. Μ. παρείχε στην σύζυγο του τηνανέκλητο εντολή και πληρεξουσιότητα όπως προβεί στην σύνταξη του οριστικού συμβολαίου προς μεταβίβαση της κυριότητος του 1/2 εξ αδιαρέτου του εν λόγω ακινήτου. Με το υπ' αριθ. .../27-2-1987 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ιωάννης Μπαρότσης και μεταγράφηκε νόμιμα η άνω Σ.
Μ. προέβη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως προς μεταβίβαση του άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού δι' αυτοσυμβάσεως στην συνέχεια δε μεταβίβασε αυτή λόγω πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου στον εναγόμενο και συνετάγη προς τούτο το υπ' αριθ. .../4-3-1987 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα.
Με την μεταγραφή όμως του άνω συμβολαίου ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, αφού η μεταβιβάσασα Σ. Μ. δεν ήταν κυρία του μεταβιβασ9έντος σ'αυτόν ιδανικού μεριδίου, δοθέντος ότι αυτή δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, όπως αβάσιμα ο εκκαλών ισχυρίζεται.
Ειδικότερα με την μεταγραφή του άνω υπ' αριθ. .../27-2-1987 συμβολαίου η Σ. Μ. δεν κατέστη κυρία του παραπάνω ιδανικού μεριδίου του υπ' αριθ. 2 οικοπεδικού κλήρου, δοθέντος ότι η κυριότητα αυτού είχε ήδη μεταβιβασθεί στην ενάγουσα με την γενομένη στις 23-5-1986 μεταγραφή του προαναφερομένου συμβολαίου δωρεάς. Επίσης, η Σ.
Μ. δεν είχε στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1979, που η ίδια ισχυρίζεται ότι ο κληρούχος της παρέδωσε τη νομή του άνω ιδανικού μεριδίου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (χρόνος καταθ. 12-9-1990) δεν παρήλθε η απαραίτητη προς τούτο εικοσαετία;
αλλά ούτε και δεκαετία από την κατάρτιση της άνω συμβάσεως (1987) ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, γι' αυτό και ο περί ιδίας κυριότητος ισχυρισμός του εναγομένου, που επαναφέρεται με την έφεση ελέγχεται αβάσιμος. Περαιτέρω, ο εναγόμενος το έτος 1987 περίπου, ως και ο ίδιος ομολογεί, κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα εδαφικό τμήμα εμβαδού 184 τ.μ.
κείμενο στο δυτικό τμήμα του υπ' αριθ. 2 οικοπεδικού κλήρου, το οποίο συνορεύει βόρεια με το υπ' αριθ. 172 κληροτεμάχιο σε πλευρά 8,5 μ. Ανατολικά σε πλευρά 21 μ. με υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθ. 2 κληροτεμαχίου, Νότια σε πλευρά 8,5 μ. με οδό ... και Δυτικά με τον υπ' αριθ. 1 οικοπεδικό κλήρο, το τμήμα αυτό κατείχε ο εναγόμενος μέχρι την άσκηση της αγωγής και αρνείται να το αποδώσει στην ενάγουσα, ήδη δε με το υπ' αριθ. .../1991 συμβόλαιο συστάσεως καθέτου και οριζοντίου ιδιοκτησίας αυτός υπήγαγε τον άνω οικοπεδικό κλήρο στις διατάξεις του ν. 1024/1971 κι 3741/1929 και έχει στην αποκλειστική του χρήση το άνω διαιρετό τμήμα του ακινήτου τούτου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ένσταση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή ενώ στη συνέχεια απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε 1ον) ότι η γενομένη κατά παράβαση των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα από τον πατέρα της ενάγουσας Σ.
ή Α. Μ. διάθεση του οικοπεδικού κλήρου προς αυτήν με το υπ' αριθμ. .../1960 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Φιλιππίδη το οποίο μετεγράφη νομίμως στις 23-5-1986 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αριθμό 206, ήτοι διάθεση γενομένη με δημόσιο έγγραφο μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1644/1986 στις 25-8-1986, είναι νόμιμη όπως εγένετο 2ον) ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) απέκτησε την κυριότητα του μεταβιβασθέντος σ' αυτήν οικοπεδικού κλήρου, δοθέντος ότι είχε κυρωθεί πλέον με τη διάταξη του άρθρου 4 Ν.Δ. 1189/1972 η διανομή του Συνοικισμού Ρεντζικίου Θεσσαλονίκης και έτσι είχε περιέλθει στον κληρούχο πατέρα της η κυριότητα του παραχωρηθέντος κλήρου, επί πλέον δε είχε εκδοθεί και ο οριστικός τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο ...
και αριθμός 349, από και δια της μεταγραφής του άνω συμβολαίου στις 23-5-1986 στα οικεία Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης ήτοι μέχρι 25-8-1986 που δημοσιεύθηκε ο νόμος 1644/86 και σε χρόνο που δεν είχε προηγηθεί άλλη μεταγραφή άλλου τίτλου κτήσεως κυριότητας του ιδίου ακινήτου και 3ον) ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ούτε με παράγωγο τρόπο δια της μεταγραφής του υπ' αριθμ. .../4-3-1987 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου μετά τη γενομένη στις 23-5-1986 μεταγραφή της ...
συμβολαιογραφικής πράξεως, ούτε με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 239 ΑΚ, 208 επ του Αγροτικού Κώδικα και του άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968 όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τα δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ "ο νομέας μπορεί να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου έναντι του κυρίου που ασκεί διεκδικητική αγωγή αποτελεί αναβλητική ένσταση, το δικαίωμα δε του εναγομένου για νομή ή κατοχή του επιδίκου πράγματος, μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε έννομη σχέση ακόμη και οικογενειακή, κληρονομική ή δημοσίου δικαίου.
Πρέπει, όμως, να ισχύει απέναντι στον ενάγοντα κύριο. Αν η εξουσία για κατοχή του επιδίκου στηρίζεται σε ενοχικό δικαίωμα, πρέπει αυτό να δεσμεύει τον ενάγοντα κύριο είτε γιατί παραχωρήθηκε απ' αυτόν είτε γιατί αυτός συνήνεσε στην παραχώρησή του από μη δικαιούχο είτε γιατί αναδέχτηκε τη δέσμευση είτε γιατί ο αρχικός νομέας ή κάτοχος δικαιούται απέναντι στον κύριο να παραχωρήσει περαιτέρω σε τρίτο τη νομή ή κατοχή είτε γιατί ορίζεται από το νόμο.
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με τον τέταρτο λόγο εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ισχυρισμό του ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1095 ΑΚ αφού υπήρξε παράδοση της νομής του κληροτεμαχίου σ' αυτόν κατ' άρθρο 976 ΑΚ από την δικαιοπάροχο μητέρα του Σ.
συζ. Α. Μ. στην οποία είχε παραδοθεί η νομή του επιδίκου ακινήτου από τον σύζυγό της Α. Μ., γεγονός που αποστερεί την αναιρεσίβλητη από την εξουσία διώξεως αυτού με συνέπεια να είναι απορριπτέα η εναντόν του διεκδικητική αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του αριθμού 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, απέρριψε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό αυτό, εφόσον δέχθηκε ότι η σύζυγος του Α.
Μ., Σ. Μ., δεν είχε στη φυσική της εξουσία το επίδικο ακίνητο και δεν παρέδωσε τη νομή αυτού στον αναιρεσείοντα γυιό της, ο οποίος το έτος 1987 κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα το επίδικο ακίνητο αρνούμενος να το αποδώσει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος ως εκ του ότι με βάση όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν εγένετο επίκληση ότι ο αναιρεσείων είχε εξουσία για νομή του επιδίκου έναντι της κυρίας τούτου αναιρεσίβλητης στηριζομένη σε κάποιο δικαίωμα που να δεσμεύει αυτή ως κυρία τούτου.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 27-7-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1157/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2011 αίτηση του Σ. Η. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1157/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ