Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific grounds and failure of appellants to appear.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two parties against a final court decision, ruling the request inadmissible. The appellants failed to appear at the hearing, and the court found their arguments regarding the lack of reasoning and the set-off claim to be either unfounded or too vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 242(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the factual assumptions of the challenged decision, the specific circumstances alleged, or the precise legal error committed by the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 912 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 912/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καθών η κλήση: 1.............., και 2. εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: ............., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Νοεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2925/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 590/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανήλθε και πάλι για συζήτηση με την από 23 Ιουνίου 2005 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η 524/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε εκ νέου απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κυριτσάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στην δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 10815/4.10.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ......... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 5 Σεπτεμβρίου 2006 κλήσεως της αναιρεσίβλητης προς συζήτηση της από 8.12.2003 αιτήσεως αναιρέσεως της 763/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης νομίμως και εμπροθέσμως προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες (........) για τον εαυτό της ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της δευτέρας τούτων ("ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ").
Συνεπώς εφ΄ όσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η υπό κρίση από 8 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση με την οποία ζητείται η αναίρεση της 763/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648-661 ΚΠολΔ), ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ουδέ παρήλθε τριετία από της δημοσιεύσεώς της (ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι αυτή (αίτηση αναιρέσεως) ασκήθηκε εκπροθέσμως, εκ του λόγου ότι η προσβαλλόμενη 763/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα στις 23.10.2003, δυνάμει της 4749/23.10.2003 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..........., η δε αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωκε στις 10.12.2003, δεν αποδεικνύεται αφού η ως άνω έκθεση επιδόσεως δεν προσκομίζεται σε κεκυρωμένο αντίγραφο και σε κάθε περίπτωση, φέρει ως τόπο κατοικίας της πρώτης αναιρεσείουσας την επί της οδού ........ του Δήμου Ψυχικού οικία όπου και φέρεται ως γενομένη η επίδοση αυτή, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ως τώρα διαμειφθέντων δικογράφων (αγωγής, προσβαλλόμενης απόφασης, αίτησης αναίρεσης) η πρώτη αναιρεσείουσα που είναι και νόμιμος εκπρόσωπος της δευτέρας φέρεται ως κάτοικος ............, (οδός ...........). Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Δεν επιτρέπεται όμως αναίρεση για το λόγο αυτό όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου, όπως είναι και ο κανόνας που υπαγορεύει η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο (παρ. 2) και, ότι αν ο διάδικος του οποίου απορρίφθηκε το υποβληθέν αίτημα αναβολής προς συζήτηση, δεν απαντήσει επί της ουσίας, θεωρείται ότι δεν μετέχει κανονικά στην παραπέρα συζήτηση της υποθέσεως (παρ. 3).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και όταν αυτός δικάστηκε κατ΄ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.
Στην προκείμενη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ εκ του λόγου ότι, ενώ οι αναιρεσείουσες εκκαλούσες-αντεφεσίβλητες στη δίκη ενώπιον του εφετείου εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Μαρία Ζουγανέλη που ειδοποιήθηκε "κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή" μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας του πληρεξουσίου των δικηγόρου Γεωργίου Σπηλιωτόπουλου, χωρίς να υποβάλει προτάσεις, οι ίδιες φέρονται στα εισαγωγικά και το σώμα της απόφασης, ότι παραστάθηκαν δια της εν λόγω πληρεξούσιας δικηγόρου, και ότι δικάσθηκαν αντιμωλία στη σχετική δίκη ενώ στην πραγματικότητα η εν λόγω δικηγόρος, μετά την απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος για την αναβολή, αποχώρησε, χωρίς να απαντήσει επί της ουσίας και δεν κατέβαλε τα δικαστικά τέλη και έξοδα, ούτε την προείσπραξη της δικηγορικής της αμοιβής.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό οι δύο ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι: ο πρώτος γιατί βάλλει κατά δικονομικού περιεχομένου ως άνω διατάξεως και τείνει να θεμελιώσει λόγο επί της παραλείψεως των αναιρεσειόντων να προσκομίσουν δικαστικά τέλη, έξοδα και προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής της πληρεξούσιας δικηγόρου και ο δεύτερος γιατί δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως εμπίπτοντα στην επικαλούμενη περίπτωση του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης (Ολ ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αιτίαση, ότι αν, εσφαλμένα, διατηρηθεί η διάταξη της κατ΄ αντιμωλία απόφασης, θεμελιώνεται παραβίαση της δικονομικού χαρακτήρα διατάξεως (άρθρ. 159 ΚΠολΔ), η οποία έχει ταχθεί για την υπηρέτηση, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού συμφέροντος των βλαπτόμενων διαδίκων. Ο λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το εφετείο, με το να φέρει παρούσες τις αναιρεσείουσες δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι τελευταίοι και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού πράγματι οι αναιρεσείουσες ήσαν δικονομικώς παρούσες.
V. Με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, "ότι με το να τους θεωρήσει εσφαλμένα ότι παραστάθηκαν αντιμωλία, δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προταθείσα ένσταση συμψηφισμού ποσού 8.804 ευρώ, που οι ίδιοι δαπάνησαν για τις αναγκαίες δαπάνες του μισθίου καταστήματος". Ο λόγος είναι απορριπτέος, ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση όπως από αυτήν προκύπτει, έλαβε υπ΄ όψη τον ισχυρισμό αυτό για τον οποίο έκρινε, ότι διηγηματικά και μόνο αναφέρθηκε στις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειουσών ότι δαπανήθηκε το ποσό των 8.804,11 ευρώ για αναγκαίες δαπάνες στο μίσθιο και δεν προτάθηκε ρητά το ποσό σε συμψηφισμό.
VΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος αν το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει: α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή:
αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως' αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει, ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "στερείται αιτιολογιών και σε κάθε περίπτωση, οι "όποιες αιτιολογίες περιλαμβάνονται σ΄ αυτήν, είναι ανεπαρκείς παρότι αφορούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", αναφερόμενων "ενδεικτικώς" ως τέτοιων του ζητήματος της ορισμένης διάρκειας της μίσθωσης του μισθίου καταστήματος και της στοιχειοθέτησης της ενστάσεως των αναιρεσειουσών συμψηφισμού των αγωγικών κονδυλίων.
Ο λόγος όμως αυτός κατά μεν το πρώτο σκέλος του, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογικών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αυτή, όπως προκύπτει, έχει αιτιολογίες, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν περιέχονται, όπως θα έπρεπε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα, ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σ΄ αυτήν ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς.
Επομένως κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση των: 1) ..............και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" για αναίρεση της 763/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ