Supreme Court dismisses appeal against co-defendant but acquits one defendant of social security contribution crimes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by co-defendant N. K. due to lack of sufficient reasoning regarding the rejection of his specific ground. Conversely, the court accepted the appeal by I. E., declaring him innocent because he was not criminally liable for the alleged acts. The court found that while I. E. was the legal entity responsible for unpaid contributions, the specific criminal charges against him were unfounded under the relevant statutes.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 & 2 of Law 86/1967; Art. 518 para. 1 of the Code of Criminal Procedure: When a defendant is not criminally liable for the acts constituting the offense, they must be declared innocent, and the appeal against the conviction is allowed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 911 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 911/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Ι. Ε. του Π., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Ι. κατοίκου ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οββαδία Ναμία, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15481/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12/27-6-2014 και 13/27-6-2014, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 27-6-2014 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης, με αρ. κατάθεσης 12/2014 η μία και 13/2014 η άλλη, των αναιρεσειόντων Ι. Ε. του Π. και Ν. Κ. του Ι., αντίστοιχα, κατά της ίδιας απόφασης 15481/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, επειδή είναι πρόδηλα συναφείς.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε έναν μήνα αφότου έγιναν απαιτητές προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ..
Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ’ αυτόν (εργατικές), με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο Ι ΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ’ αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε έναν μήνα από τότε που τα σχετικά ποσά έγιναν απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.
Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό.
Όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 του ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του α.ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4075/11-4-2012.
Σύμφωνα με την πρόσφατη ρύθμιση αυτή, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι : α) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του α.ν. 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του α.ν. 86/1967 (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνο αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική.
Σημειώνεται δε ότι μόνη η ικανότητα του προέδρου ή μέλους Δ.Σ. για εκπροσώπηση της ΑΕ δεν προσδίδει σ’ αυτόν την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, ούτε τον εξομοιώνει νομικά με διευθύνοντα σύμβουλο, και δεν ασκεί, γι’ αυτόν τον λόγο, καμία έννομη επιρροή στη ύπαρξη ποινικής ευθύνης αυτού για τη μη έγκαιρη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλει η ΑΕ στο ΙΚΑ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 παρ. 3, 4 και 5 της 3510/Σ.97 από 31 Μαρτίου/22 Μαΐου 1943 Απόφασης Υπουργού Εργασίας "Περί ανασυντάξεως, Καταστατικού Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως υπαλλήλων εμπορικών καταστημάτων (ΦΕΚ Β 67/1943)", όπως τροποποιήθηκε με την 23400/Σ.584 από 28 Μαϊου/2 Ιουνίου 1952 Απόφαση Υπουργού Εργασίας : (3) "Οι οικείοι εργοδόται υποχρεούνται όπως, καθ’ εκάστην πληρωμήν των αποδοχών εις τους ησφαλισμένους μισθωτούς των, παρακρατώσι την βαρύνουσαν αυτούς εισφοράν και καταθέτωσι ταύτην, ομού μετά της ιδικής των συνεισφοράς, εις την προς τούτο ωρισμένην Τράπεζαν, επί τη υποβολή ονομαστικής μισθοδοτικής καταστάσεως των μισθωτών των, ους αφορούν αι κατατιθέμεναι εισφοραί. (4) Ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία.
Δεν μεταβάλλει τον χρόνο αυτό η από οποιαδήποτε αιτία καθυστέρησις της πληρωμής του μισθού πέραν του μηνός ή η καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών σε μακρύτερα ή βραχύτερα χρονικά διαστήματα. Ο υπόχρεως οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές εις το Ταμείον μέχρι την τελευταία εργάσιμον για δημοσίας υπηρεσίας ημέρα του επομένου μήνα από τον οριζόμενο εις το προηγούμενον εδάφιον χρόνον.... (5) Πλείονες εργοδόται ευθύνονται αλληλεγγύως και αδιαιρέτως".
Επίσης, κατά το άρθρο 36 της ίδιας απόφασης, "1. Εισφοραί, μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της οριζόμενης υπό του αρθρ. 34 παρ. 4, θεωρούνται ως καθυστερούμενοι και επιβαρύνονται διά προσθέτου τέλους ίσου προς 20% τούτων, εκτός εάν ο υπόχρεως διά την καταβολήν εργοδότης προβή εις εξόφλησιν των καθυστερουμένων πόρων και εισφορών προ πάσης καταλογιστικής πράξεως ή και το βραδύτερον εντός μηνός από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της σχετικής καταλογιστικής πράξεως, ότε το πρόσθετον τέλος περιορίζεται εις 10%.
Διατηρούμενης της εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, η καθυστέρησις της καταβολής των πόρων ή εισφορών δι’ έκαστον συμπληρούμενον τρίμηνον από της πρώτης του επομένου μηνός εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον, ίνα εισπραχθώσιν αναγκαστικώς κατά τας διατάξεις του παρόντος, συνεπάγεται επιβάρυνσιν του εργοδότου διά προσθέτου τέλους εκ 10%, ήτις πάντως δεν δύναται να υπερβή το ποσοστόν 100% της αρχικώς βεβαιωθείσης οφειλής. 2.
Καθυστερούμεναι, κατά τ’ ανωτέρω εισφοραί ή πόροι, εισπράττονται μετά των αντιστοιχούντων εις ταύτας προσθέτων τελών διά των Δημοσίων Ταμείων, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της εκάστοτε διεπούσης την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων Εσόδων Νομοθεσίας...".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που συναποτελούν ενιαίο σύνολο. Επομένως, για να είναι πλήρης η αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, πρέπει να περιέχονται σ’ αυτή α) τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των παραπάνω (δύο) αξιοποίνων πράξεων, δηλαδή η απασχόληση για ορισμένο χρονικό διάστημα με σχέση εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού, που είναι ασφαλισμένο σε κάποιον από τους προαναφερόμενους οργανισμούς, β) τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε και γ) η αναφορά, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, του φερομένου ως εργοδότη - φορέα ορισμένης επιχείρησης και των πραγματικών περιστατικών που καθορίζουν τη θέση του στη συγκεκριμένη επιχείρηση, καθώς και ο προσδιορισμός του είδους της επιχείρησης ως ατομικής ή εταιρικής, του νομικού τύπου της εταιρικής επιχείρησης και της θέσης του κατηγορουμένου σ’ αυτή, ώστε να ανακύπτει σχετική υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, χωρίς να αρκεί ο απλός και γενικός χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου εταιρικής επιχείρησης.
Η επιβαλλόμενη (από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση στη άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή 6τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ..
Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 15481/2013 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) την 05-05-2010 καν την 10-05-2010 με την ιδιότητα τους ως Πρόεδρος του Δ.Σ, ο πρώτος, ο οποίος ασκούσε ουσιαστική διαχείριση της παρακάτω εταιρίας, και Διευθύνων Σύμβουλος ο δεύτερος της επιχείρησης με ΑΜΕ ...
και επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., με αντικείμενο ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ, όντας εργοδότες, απασχολώντας κατά την μισθολογική περίοδο από 01/12/2008 έως 31/03/2010 στην επιχείρηση αυτή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ιδιωτικού Τομέα "Τ.Ε.Α.Ι.Τ." ως καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος δι’ απορροφήσεως δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 3655/08 Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών καταστημάτων υπεισελθόν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, προς το οποίο είχε την υποχρέωση να καταβάλει, για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού, εισφορές μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσαν τις κατωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις :
Α) Αν και υπείχαν νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 45.507,02 €, δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα σε έναν μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές, Β) Αν και παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) αυτών που εργάστηκαν απασχολήθηκαν στην επιχείρηση τους, ποσού 28.205,46 €, με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω Οργανισμό, δεν κατέβαλαν αυτές σε αυτόν, μέσα σε έναν μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό τιμωρητέοι για υπεξαίρεση.
Οι παραπάνω οφειλές τους βεβαιώθηκαν με τις με αριθμούς .../5.5.2010 και .../10.5.2010 Πράξεις Βεβαιώσεως Οφειλομένων Εισφορών.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων, ως προς την πρώτη πράξη όμως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για το ποσό των 44.613,36 ευρώ, όπως και πρωτοδίκως, προκειμένου να μη καταστεί χειρότερη η θέση τους. Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί στους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ, καθότι αποδείχθηκε ότι αυτοί τέλεσαν τις ως άνω πράξεις από αίτια μη ταπεινά, και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στην τέλεση των πράξεων αυτών προέβησαν λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, η οποία μάλιστα οδήγησε στη μεταγενέστερη πτώχευση αυτής.
Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για το ότι : Στη Θεσσαλονίκη την 05-05-2010 και την 10-05-2010 με την ιδιότητα τους, ως Πρόεδρος του Δ.Σ ο πρώτος και Διευθύνων Σύμβουλος ο δεύτερος της επιχειρήσεως με ΑΜΕ ... και επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., με αντικείμενο ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ απασχολώντας κατά την μισθολογική περίοδο από 01/12/2008 έως 31/03/2010 στην επιχείρηση αυτή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ιδιωτικού Τομέα "Τ.Ε.Α.Ι.Τ." ως καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος δι’ απορροφήσεως δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 3655/08 Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών καταστημάτων υπεισελθόν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, προς το οποίο είχε την υποχρέωση να καταβάλει, για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού, εισφορές μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσαν τις κατωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις :
Α) Αν και υπείχαν νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 44.613,36 €, δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα σε έναν μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές. Β) Αν και παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) αυτών που εργάστηκαν απασχολήθηκαν στην επιχείρηση τους, ποσού 28.205,46 €, με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω Οργανισμό, δεν κατέβαλαν αυτές σε αυτόν, μέσα σε έναν μήνα από τότε πού αυτές κατέστησαν απαιτητές καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό τιμωρητέοι για υπεξαίρεση".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στις παραπάνω πράξεις τους από μη ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ.2 β’ Π.Κ.), επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλάκισης έξι μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης εννέα μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της. με αυτά που δέχθηκε το άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως προς την από 27-6-2014 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.
Κ., διευθύνοντος συμβούλου της ένδικης ΑΕ, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα σχετικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.
Ια, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 375 παρ. 1 Π.Κ, 1 παρ. 1-2 α.ν. 86/1967, σε συνδ. με τα άρθρα 34 παρ. 4 και 36 του καταστατικού του ΤΕΑΥΕΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε, ευθέως ή με πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφαση του από νόμιμη βάση.
Όμως με αυτά που δέχθηκε το άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο, τα οποία περιέχονται και στο σχετικό κατηγορητήριο, ως προς την αίτηση αναίρεσης του Ι. Ε. - προέδρου του Δ.Σ. της ένδικης ΑΕ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόκειται για εργοδότρια ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, για την οποία, κατά τον νόμο, ποινικά υπαίτιος ως αυτουργός για τη μη έγκαιρη καταβολή των εργοδοτικών και των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών της στο ΙΚΑ και στους λοιπούς οργανισμούς που προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, όπως είναι και το Τ.Ε.Α.Ι.Τ (πρώην ΤΕΑΥΕΚ), είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, οι δε οφειλόμενες από αυτή ασφαλιστικές εργοδοτικές και εργατικές εισφορές γεννήθηκαν το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως 31-3-2010, δηλαδή πριν τις 11-4-2012, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4075/11-4-2012, ο δε αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, κηρύχθηκε ένοχος των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, με την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.
της προαναφερόμενης Α.Ε., δεν έχει σχετική ποινική ευθύνη και δεν τέλεσε τις ένδικες πράξεις. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή η νεότερη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 4075/2012, με την οποία, για τις εργοδότριες ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, διευρύνεται ο κύκλος των υπαιτίων ως αυτουργών της παράβασης του α.ν. 86/67, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται α) ως κυρίως υπαίτιοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) ως επικουρικά υπαίτιοι οι αντιπρόεδροι και τα λοιπά μέλη των διοικητικών συμβουλίων, εάν ελλείπουν οι κυρίως ποινικά υπαίτιοι ως αυτουργοί και εφόσον αυτοί (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, καθήκοντα των κυρίως ποινικά υπαιτίων, συμπράττοντας έτσι ουσιαστικά στη διοίκηση της Α.Ε..
Και αυτό επειδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επίμαχες ασφαλιστικές εισφορές γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες και αποδοτέες σε χρόνο πριν από τη θέσπιση της και η σχετική διάταξη δεν έχει αναδρομική εφαρμογή ως δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ο οποίος, βάσει αυτής και ενόψει της ιδιότητας του ως προέδρου του Δ.Σ.
της ένδικης Α.Ε., εντάσσεται στα ποινικά υπαίτια πρόσωπα για την μη έγκαιρη καταβολή και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών της Α.Ε προς τους προαναφερόμενους οργανισμούς.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ πρώτος λόγος της από 27-6-2014 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ι. Ε., για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1, 2 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007) ορίζονται τα εξής: 1. "Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά την ύποπτη περίοδο ή και έξι (6) μήνες πριν ή και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε: α).... η) ελαττώνει την κατάσταση της περιουσίας του με άλλον τρόπο ή παρασιωπά ή αποκρύπτει τις αληθινές δικαιοπρακτικές του σχέσεις". 2. "Τιμωρείται επίσης, με τις ποινές της παραγράφου 1 και αυτός που με κάποια από τις πράξεις της παραγράφου 1 προκάλεσε την παύση των πληρωμών του".
Και 3. "Όποιος τέλεσε κάποια από τις πράξεις των περιπτώσεων ε’ και ζ’ της παραγράφου 1 από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 172 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή, όποιος ενώ βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας κανονικής εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων, ικανοποιεί απαίτηση πιστωτή ή του παρέχει ασφάλεια, εν γνώσει του ευνοώντας αυτόν έναντι των λοιπών πιστωτών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι αξιόποινη και τιμωρείται με τις προαναφερόμενες ποινές η ικανοποίηση απαίτησης πιστωτή όταν γίνεται από τον οφειλέτη, ο οποίος βρίσκεται α) σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή β) σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας κανονικής εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, καθώς και όταν γίνεται α) κατά την ύποπτη περίοδο ή β) μέσα στους τελευταίους έξι μήνες πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.
Αντίθετα, δεν είναι αξιόποινη η ικανοποίηση απαιτήσεων πιστωτή από τον οφειλέτη, εάν δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Ν. Κ. με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός του α) για αποκλεισμό του αδίκου λόγω ύπαρξης ανυπέρβλητου νομικού - ηθικού διλήμματος (άρθρο 20 ΠΚ) και, επικουρικά, β) για άρση καταλογισμού των πράξεων λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 ΠΚ), ως προς την υποχρέωση πληρωμής ή μη των ασφαλιστικών εισφορών, επειδή η ένδικη ΑΕ βρισκόταν σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας για εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της και η ενδεχόμενη καταβολή αυτών θα στοιχειοθετούσε ποινικές ευθύνες σε βάρος του, κατά τα άρθρα 171 και 172 παρ. 1 του πτωχευτικού κώδικα.
Ειδικότερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του (σελ. 14-15) απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με την απόφαση 36994/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οφειλέτιδα ΑΕ (αφού υπέβαλε αίτηση για κήρυξη της σε πτώχευση στις 30-7-2010) κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης στις 23-12-2010 με ημέρα παύσης πληρωμών την ίδια ημεροχρονολογία (23-12-2010), ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές είχαν γίνει ληξιπρόθεσμες σε χρόνο πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και την ημέρα παύσης των πληρωμών της, αφού αυτές αφορούν τη μισθολογική περίοδο από 1-12-2008 έως 31-3-2010 και έπρεπε να καταβληθούν μέχρι αρχές Μαΐου 2010, δηλαδή επτά μήνες περίπου πριν από τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης και την ημέρα παύσης πληρωμών.
Οι προαναφερόμενες αιτιάσεις ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οφειλόμενες από την ΑΕ ασφαλιστικές εισφορές αφορούν τη μισθολογική περίοδο από 1-12-2008 έως 31-3-2010 και έπρεπε να καταβληθούν το αργότερο μέχρι την 1-5-2010, ενώ η αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση, λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας για κανονική εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της, κατατέθηκε σχεδόν τρεις μήνες αργότερα, στις 30-7-2010.
Δηλαδή οι πληρωμές των επίμαχων ασφαλιστικών εισφορών από τον αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ΑΕ, θα γίνονταν σε χρόνο απώτερο των έξι μηνών πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και τριών περίπου μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης της για κήρυξη σε πτώχευση. Επομένως, δεν συνέτρεχε καμία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος από ενδεχόμενη πληρωμή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων της ένδικης ΑΕ κατά τον χρόνο που αυτές έγιναν ληξιπρόθεσμες, η ύπαρξη της οποίας (ποινικής ευθύνης) προβάλλεται από αυτόν ως πραγματική βάση θεμελίωσης των σχετικών αιτιάσεων, που περιέχονται στον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό.
Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών οίοι είναι και εκείνοι με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντιστοίχων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη τους. Για την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.
Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ο συνήγορος των κατηγορουμένων προέβαλε νομότυπα τον αυτοτελή ισχυρισμό, για αναγνώριση στο πρόσωπο τους (εκτός από την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ και) της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, ο οποίος καταχωρίστηκε στα πρακτικά με το εξής περιεχόμενο : "Α) Οι δύο εκκαλούντες είμαστε άνθρωποι σχετικά προχωρημένης ηλικίας, ο α’ εξ ημών ήταν κατά το έτος 2010, που φέρεται τελεσθέν το έγκλημα, 65 ετών, ο β’ 55 ετών.
Είμαστε και οι δύο παντρεμένοι με παιδιά και από πολλά χρόνια στην επιχειρηματική ζωή του τόπου με δραστηριότητα στην Αθήνα με αντικείμενο τη χονδρική πώληση ηλεκτρικών ειδών. Τόσο ως φυσικά πρόσωπα ατομικά όσο και ως εκπρόσωποι νομικών σχηματισμών στο παρελθόν ποτέ δεν είχαμε ως το 2010 διωχθεί ποινικά για οποιονδήποτε λόγο, η δε κοινωνική και επαγγελματική μας εικόνα ήταν τόσο καλή, ώστε πραγματικά η έλευση μας στη Θεσσαλονίκη θεωρήθηκε "σωτήρια λύση" για την ασθμαίνουσα εταιρία του κου Ν.
Β. το 2008 (βλ. προσκομιζόμενο φύλλο "..." της 28.11.2007). Η δράση μας ήταν τόσο επικερδής, ώστε συμμετείχαμε ως άτομα και ως επιχειρηματικές οντότητες σε πληθώρα φιλανθρωπιών και χορηγιών που δε γίνονται γνωστές από πεποίθηση μας, ενώ το όνομα μας ήταν "εγγύηση" καλής και έντιμης συναλλακτικής πρακτικής, γι’ αυτό άλλωστε μας εμπιστεύτηκε την εταιρία του και ο προαναφερθείς επιχειρηματίας.
Δεν είχαμε δώσει ποτέ αφορμές και ασφαλώς δε χρωστούσαμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο (ως εκπρόσωποι νομικών προσώπων) ποτέ άλλοτε χρήματα, έχοντας προφανώς κι αυτονοήτως καθαρό ποινικό μητρώο". Το δικαστήριο (αφού αναγνώρισε στους αναιρεσείοντες την ελαφρυντική περίσταση ότι τέλεσαν τις πράξεις από μη ταπεινά αίτια), απέρριψε την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, διαλαμβάνοντας στο αιτιολογικό της απόφασης του (σελ. 19) τα εξής: "...Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων - εκκαλούντων περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, προτέρου εντίμου βίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι αφενός μεν λευκό ποινικό μητρώο από μόνο του δεν αποτελεί λόγο για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, αφετέρου ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι έχουν προβεί σε πληθώρα φιλανθρωπικών χορηγιών ουδόλως αποδείχτηκε".
Με αυτές τις παραδοχές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων για χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού και τον απέρριψε ως αβάσιμο, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του επαρκή αιτιολογία ως προς την απορριπτική κρίση του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.
Κ. από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 27-6-2014 (με αρ. καταθ. 13/2014) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν. Κ. και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης πρέπει να γίνει δεκτή η από 27/6/2014 (με αρ. καταθ. 12/2014) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ι. Ε., να αναιρεθεί, ως προς αυτόν, ή προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού ο αναιρεσείων δεν είναι, κατά τον νόμο, ποινικά υπαίτιος για τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε, ούτε συνεπώς έχουν τελεστεί αξιόποινες πράξεις από αυτόν, πρέπει να κηρυχθεί αθώος (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2014 (με αρ. καταθ. 13/2014) αίτηση αναίρεσης του Ν. Κ. του Ι. για αναίρεση της απόφασης 15481/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Αναιρεί την ίδια απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Ε. του Π..
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα Ι. Ε. του Π., κάτοικο ..., αθώο του ότι "την 05-05-2010 και την 10-05-2010 με την ιδιότητα του ως Πρόεδρος του Δ.Σ, ο οποίος ασκούσε ουσιαστική διαχείριση της παρακάτω εταιρίας, της επιχείρησης με ΑΜΕ ... και επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., με αντικείμενο ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ, ως εργοδότης, απασχολώντας κατά την μισθολογική περίοδο από 01/12/2008 έως 31/03/2010 στην επιχείρηση αυτή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ιδιωτικού Τομέα "Τ.Ε.Α.Ι.Τ." ως καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος δι’ απορροφήσεως δυνάμει του.
άρθρου 58 του Ν.3655/08 Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών καταστημάτων υπεισελθόν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, προς το οποίο είχε την υποχρέωση να καταβάλει, για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού, εισφορές μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις κατωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις:
Α) Αν και υπείχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 45.507,02 €, δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα σε έναν μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές. Β) Αν και παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) αυτών που εργάστηκαν απασχολήθηκαν στην επιχείρησή τους, ποσού 28.205,46 €, με σκοπό να τις αποδώσει στις ως άνω Οργανισμό, δεν κατάβαλε αυτές σε αυτόν, μέσα σε ένα μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές, καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Οι παραπάνω οφειλές τους βεβαιώθηκαν με τις με αριθμούς .../5-5-2010 και .../10-5-2010 Πράξεις Βεβαιώσεως Οφειλομένων Εισφορών".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ