Supreme Court allows appeal against default judgment on bill of exchange, ruling bank seal invalid without authorization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a default judgment issued in their absence. The appellant argued the bank seal was invalid because the paying bank lacked specific authorization from the issuing bank, despite a general mandate. The court found the lower court erred by requiring explicit authorization beyond the statutory framework, thus overturning the default judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 31 of Law 5960/1933; Article 88 of Law 1969/1991; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A bank seal on a bill of exchange is valid if the paying bank acts under a general mandate from the issuing bank within the same banking group, without requiring a separate specific authorization for the seal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 911 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 911/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της τελούσης υπό εκκαθαριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SHELL MARINE PRODUCTS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ, ΧΗΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΕΦΟΔΙΩΝ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φανό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΡΕΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 284/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της. Εκδόθηκε η 833/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 28 Σεπτεμβρίου 2011 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις με αφ. 7787Γ/14-2-2011 και 235Δ/11-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ακριβές επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 28-9-2011 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).
Με το άρθρο 88 του ν.1969/1991 ορίζεται άτι: "1. Η βεβαίωση μη πληρωμής επιταγής δύναται να συντάσσεται και από κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, επί του οποίου σύρεται η επιταγή ή και από κατάστημα τράπεζας διαφορετικής από την πληρώτρια. Η τελευταία αυτή τράπεζα ενεργεί μετά από σχετική εξουσιοδότηση του πληρωτή. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου καθορίζονται ο χρόνος και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας διάταξης". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6617/Β 104/1992 απόφαση των Υπουργών Εθν. Οικονομίας και Εμπορίου (ΦΕΚ Β' 100), η οποία ορίζει τα εξής: "1. Η βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 88 Ν 1969/1991 συντάσσεται μετά από σχετικές πληροφορίες και προκειμένου περί διαφορετικών τραπεζών μετά και από εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας, επιτρεπομένης και επικοινωνίας και παροχής εξουσιοδότησης και με ηλεκτρονικούς μηχανογραφικούς τρόπους.
Η βεβαίωση γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 ΝΔ 1325/1972 με μνεία της σχετικής εξουσιοδότησης όπου απαιτείται. 2. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 88 Ν, 1969/1991 αρχίζει από την 20η Φεβρουαρίου 1992". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 εδ. α' ν.5960/1933 "η εμφάνισις εις συμψηφιστικόν γραφείον ισοδυναμεί προς εμφάνισιν 'προς πληρωμήν'".
Με βάση τη διάταξη αυτή - και επειδή δεν εκδόθηκε το προβλεπόμενα από το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης Προεδρικό Διάταγμα καθορισμού των συμψηφιστικών γραφείων στην Ελλάδα - ιδρύθηκαν με σύμβαση μεταξύ των Ελληνικών Τραπεζών, προς διευκόλυνση των μεταξύ τους εντός της χώρας συναλλαγών, συμψηφιστικά γραφεία, δηλαδή οργανώσεις στις οποίες οι Τράπεζες εμφανίζουν τις υπό την κατοχή τους (ως κομίστριες) επιταγές που έχουν εκδοθεί επί άλλων Τραπεζών (μελών του συμψηφιστικού γραφείου) για να πληρωθούν με αμοιβαίο μεταξύ των μελών τους συμψηφισμό.
Τελευταίοι κομιστές των τραπεζικών επιταγών που κομίζοντα στα Γραφεία Συμψηφισμού από τις συνεργαζόμενες με αυτά και τις πληρώτριες τράπεζες δεν είναι οι τελευταίοι οπισθόγραφοι (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), αλλά τα πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζες), τα οποία αφού πρώτα τις πλήρωσαν στους πελάτες τους ή πίστωσαν, κατά το ποσό τους, τυχόν υπάρχοντες λογαριασμούς τους σ' αυτά, τις προσκόμισαν ακολούθως προς συμψηφισμό στα άνω Γραφεία, οπότε από αυτά - κατόπιν ελέγχου μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας Τράπεζας - βεβαιώνεται η μη πληρωμή τους και επέρχεται, συμψηφισμός των αμοιβαίων, μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, που μετέχουν στα Γραφεία Συμψηφισμού, απαιτήσεων .
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της επιταγής, κατ' άρθρο 1 ν. 5960/1933, ούτε για την κατά τα άρθρα 623-634 Κ.Πολ.Δικ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής με βάση τραπεζική επιταγή, η αναγραφή του αριθμού λογαριασμού του εκδότη και του καταστήματος του πληρωτή ή αναφορά του καταστήματος στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, επί του οποίου σύρεται η επιταγή και του διαφορετικού τυχόν καταστήματος στο οποίο εμφανίστηκε προς πληρωμή, ούτε ότι τα δύο αυτά καταστήματα (έκδοσης και προσαγωγής) ήταν συνδεδεμένα (on line) με υπολογιστή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δίκαιου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται, εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δίκαιου εννοίας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή αυτού κατά της 857/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ρόδου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε: "Η εδρεύουσα στη Ρόδο μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δωδεκανησιακή εισαγωγική προμηθευτική κρεάτων μονοπρόσωπη ΕΠΕ", εξέδωσε σε διαταγή της εκκαλούσας - ανακόπτουσας εταιρίας, τη με αριθμό ...
τραπεζική επιταγή της Γενικής Τραπέζης, ποσού 7.295 €, με ημερομηνία 25 Αυγούστου 2004. Μετά από σειρά οπισθογραφήσεων και συγκεκριμένα μετά την οπισθογράφηση της επιταγής στην εδρεύουσα στη Ρόδο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Χ. και ΣΙΑ Ε.Ε", από τον οποίον οπισθογραφήθηκε με τη ρήτρα αξία προς κατάθεση στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑSPIS ΒΑΝΚ", η επιταγή αυτή σφραγίστηκε από την τελευταία τράπεζα την 27η Αυγούστου του 2004, λόγω μη επαρκούς υπολοίπου, όπως προέκυψε από έλεγχο που αυτή διενήργησε ηλεκτρονικά ( όλα τα παραπάνω προκύπτουν από το σώμα της επιταγής, που η καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη, προσκόμισε με επίκληση ).
Ωστόσο, δεν εμφαίνεται στη σφραγίδα της τραπέζης, η. εξουσιοδότηση που θα έπρεπε να είχε παράσχει η πληρώτρια Γενική Τράπεζα σε αυτήν, ώστε να διενεργηθεί νομίμως ο ηλεκτρονικός έλεγχος μη ύπαρξης διαθέσιμων κεφαλαίων, προϋπόθεση που είναι αναγκαία, όπως επισημάνθηκε, για το νόμιμο της σφράγισης. Κατ' επέκταση, εφόσον κακώς σφραγίστηκε η επιταγή, κακώς εκδόθηκε και η προσβαλλόμενη με την ανακοπή υπ' αριθ. 857/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ρόδου και έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής".
Έτσι όμως που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά της διαταγής πληρωμής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία (και ακολούθως κακή εφαρμογή) τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 31 του ν. 5960/1933, 88 του ν. 1969/1991 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού 6617/Β 104/1992 απόφασης των Υπουργών Εθν.
Οικονομίας και Εμπορίου. Ειδικότερα για τη γένεση της αξίωσης της καθιστάμενης κομίστριας και δεκτικής εμφάνισης, προς πληρωμή μιας επιταγής τράπεζας, ως ενεργούσας κατ' εξουσιοδότηση της αναγραφόμενης στο σώμα της επιταγής πληρώτριας τράπεζας, λόγω υπαγωγής αμφοτέρων σε νομίμως ιδρυθέντα Όμιλο Τραπεζών, που διαθέτουν ενιαίο ηλεκτρονικό και μηχανογραφικό σύστημα αυτόματης ενημέρωσης και καταγραφής της εμφάνισης προς πληρωμή, δεν αρκέσθηκε στην οπισθογράφηση της επίμαχης επιταγής με τη ρήτρα "αξία προς κατάθεση στην τραπεζική εταιρία ASPIS BANK" (αναιρεσείουσα), όπως και την υπαγωγή της τελευταίας και της πληρώτριας της επιταγής Γενικής Τράπεζας σε ενιαίο και ηλεκτρονικό και μηχανογραφικό σύστημα, αλλά απήτησε ως επί πλέον προϋπόθεση, μη περιλαμβανόμενη στη γραμματική διατύπωση ούτε συναγόμενη από τη λογική ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, και την παροχή ειδικής εξουσιοδότησης της πληρώτριας Γενικής Τράπεζας προς την αναιρεσείουσα, ως δεκτική εμφάνισης και πληρωμής της επιταγής.
Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 284/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ