Legislator Case Law & Legislation
911/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court rejection of wage claim due to lack of legal grounds.

Case Number 911/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his labor claim. The appellant argued that the employer's delay in paying his full salary constituted a detrimental change to his employment contract terms under Greek labor law. However, the court found that the appellant had voluntarily accepted a new employment arrangement with modified duties and location, thereby waiving his right to demand the original salary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920: A modification of employment terms is detrimental only if imposed by the employer without the employee's consent and causes material or moral harm; voluntary acceptance of new terms waives the right to claim original wages.

Keywords

AI generated
detrimental change of terms voluntary acceptance of new contract wage arrears claim labor law modification appeal dismissal employee consent salary reduction

Cited Legislation

AI generated
Article 7 of Law 2112/1920
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 911 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 911/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ του αναιρε-σείοντος (προφορικώς ενώπιον του ακροατηρίου): 1) "Ενωτικού Συλλόγου Εργαζομένων ....", που εδρεύει στη ..... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "........", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Καζάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1175/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τη συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 814/2005 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή και τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων, που ασκήθηκαν προφορικά στο ακροατήριό του και συνεκδικάστηκαν λόγω συνάφειας.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 6-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων παρεμβάσεων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.

β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις, δηλαδή, την θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και την καταβολή της νόμιμης γι αυτήν αποζημίωσης ή την τήρηση των όρων της σύμβασης.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 524, παρ.1, 525, 526, 536 και 571 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο, στο οποίο με την έφεση μεταβιβάζεται η υπόθεση, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και να απορρίψει αυτήν αν δεν στηρίζεται στο νόμο, είναι αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της ο εκκαλών, έστω και για άλλο λόγο και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη για τον εφεσίβλητο απόφαση χωρίς την άσκηση εκ μέρους του ιδίας εφέσεως ή αντεφέσεως.

Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και τη δέουσα εκτίμηση αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 28-1-1986 μεταξύ αυτού και της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, προσλήφθηκε από την τελευταία για να εργαστεί ως υπάλληλος στο Γραφείο προσελκύσεως καταθέσεων που διατηρούσε τότε στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας, αντί μηνιαίου μισθού 3.700 μάρκων, ο οποίος (μισθός) αυξήθηκε από 13-2-1997 στο ποσό των 4.509 μάρκων ή 3.843,24 ευρώ.

Ότι τον Ιούνιο του 1999 η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης εξαγοράστηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς και συγχωνεύθηκε σε αυτή το έτος 2000, οπότε και εισήλθε ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής. Στις 21-11-2001 επήλθε διακοπή της λειτουργίας του γραφείου της αναιρεσίβλητης στη Στουτγκάρδη και ο αναιρεσείων μετατέθηκε στο κατάστημα αυτής στην Φρανκφούρτη, όπου και υπηρέτησε μέχρι 19-11-2002, όταν η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε σ' αυτόν την υπ' αριθμ. .....

απόφαση της για τη διακοπή της λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος και του δήλωνε ότι είναι στη διάθεση της Διεύθυνσης του προσωπικού της, για να τον τοποθετήσει σε κατάστημα στην Αθήνα, με την υποχρέωση να εμφανιστεί μέχρι το τέλος Μαρτίου 2003. Ότι την πρόταση αυτή αποδέχτηκε, προκειμένου να διατηρήσει την εργασία του και μετά ταύτα τοποθετήθηκε στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών στο υποκατάστημα Παγκρατίου.

Ότι, όταν έλαβε τον μισθό του για τον μήνα Απρίλιο 2003 διαπίστωσε ότι αντί του καταβαλλομένου μέχρι τότε ποσού των 3.843,24 ευρώ, η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε το ποσό των 1428,45 ευρώ. Ότι η μείωση αυτή των αποδοχών του συνιστά μονομερή μείωση των συμφωνημένων αποδοχών του την οποία και δεν αποδέχεται. Ζητεί δε, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως νόμιμο μηνιαίο μισθό το ποσό των 3.843,24 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 2414, 79 ευρώ για τη διαφορά του μισθού του Απριλίου 2003.

Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, ο αναιρεσείων μετά τη διακοπή του καταστήματος της αναιρεσίβλητης στη Φραγκφούρτη και την αδυναμία της να τον απασχολήσει υπό τους ίδιους όρους, αποδέχτηκε την πρόταση αυτής να τεθεί στη διάθεση της Διεύθυνσης προσωπικού της και καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής που καταλύει το δικαίωμα του να απαιτήσει την εκπλήρωση της ενοχής με τους αρχικούς όρους, οπότε και μόνο θα είχε δικαίωμα να αξιώσει τον ίδιο μισθό που ελάμβανε πριν, δεδομένου ότι με τις νέες συνθήκες επήλθε αλλαγή με τη συγκατάθεση του, τόσο του τόπου παροχής της εργασίας, όσο και των καθηκόντων που μέχρι τότε ασκούσε.

Εξάλλου, ο ενάγων δεν επικαλείται ότι δυνάμει της νέας τροποποιητικής σύμβασης συμφωνήθηκε να λαμβάνει τον αυτό μισθό για τα καθήκοντα της νέας θέσης του, ούτε ότι ο καταβληθείς κατά τα άνω μισθός υπολείπεται του αντιστοιχούντος στα εν λόγω καθήκοντα νομίμου μισθού του. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, παραδεκτά και ορθώς κατ' αποτέλεσμα απέρριψε την αγωγή αυτή, ως μη νόμιμη, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε ειδικό παράπονο με κάποιον από τους λόγους εφέσεως, έστω με την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία ότι μόνη η καθυστέρηση της καταβολής ολόκληρου ή μέρους του μισθού του αναιρεσείοντος, δεν καθιστά βλαπτική την μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, εκτιμώντας ότι με την αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι η εναγομένη καθυστερούσε να του καταβάλει το νόμιμο μισθό του.

Επομένως οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του: α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 παρ.1, 656, 361, 349, 350, 351, 167, 306 ΑΚ, 1,3,7 του 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν.3198/1955, β) κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δεν έλαβε υπόψη την βάση της αγωγής από το άρθρο 648 εδ.

α' του ΑΚ, γ) δέχτηκε "πράγματα" που δεν είχαν προταθεί, ήτοι ότι υπήρξε καθυστέρηση της καταβολής του μισθού, αντί του επικαλούμενου ότι υπήρξε μείωση του μισθού του και δ) ότι απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ δεν υπήρχε παράπονο με κάποιο από τους λόγους εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του, ως προς τις υπό στοιχεία α', β', και γ' αιτιάσεις, ως αβάσιμος δε ο τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, ως προς την υπό στοιχείο δ' αιτίαση. Εξάλλου, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αφού ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6464/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ