Supreme Court dismisses appeal claiming court ignored facts, ruling procedural defects do not constitute new matters under Article 559.8. Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a final judgment from the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued the lower court failed to consider their claim regarding unpaid court fees and a non-existent lawyer's power of attorney, asserting this constituted a new matter under Article 559.8 of the Civil Procedure Code. The court rejected this, determining that procedural omissions and evidentiary assessments are not 'matters' eligible for appeal, and the appellants' arguments mischaracterized the nature of the error in the corrected decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559.8 and 576 of the Civil Procedure Code; Appeals are inadmissible when the alleged error concerns procedural omissions or evidentiary evaluations rather than new factual claims, as such procedural defects do not constitute 'matters' under the statute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 911 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 911/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καθών η κλήση: 1. .......... και 2. εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: ............, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Νοεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2925/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς, την συμπλήρωση και διόρθωση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 3-12-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 873/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 25 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 350/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κυριτσάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στην δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 10816/4.10.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ......... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφό της από 5 Σεπτεμβρίου 2006 κλήσεως της αναιρεσίβλητης προς συζήτηση της από 2 Φεβρουαρίου 2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτησή της επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης νομίμως και εμπροθέσμως προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες (..........) για τον εαυτό της ατομικά και ως νόμιμη εκπρόσωπο της δευτέρας ("ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ").
Συνεπώς εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί να τη διορθώσει με νέα απόφασή του, προκύπτει, ότι η διόρθωση της απόφασης προϋποθέτει ότι κατά τη σύνταξη του κυρίου ή και του προεισαγωγικού τμήματός της, παρεισέφρυσαν από παραδρομή σφάλματα που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ εκείνου που θελήθηκε και αυτού που τελικά διατυπώθηκε από παραδρομή ελλιπώς ή ανακριβώς, ώστε να μη αποδίδεται σ΄ αυτό η διατυπωθείσα βούληση του δικαστηρίου και όχι νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες.
Επομένως, η αιτούμενη διόρθωση του ελλιπούς ή ανακριβούς διατακτικού της απόφασης ή και του προεισαγωγικού τμήματός της, δεν μπορεί να φθάσει, έστω και εμμέσως στην εξέταση από το δικαστήριο νέων αιτημάτων ή την επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τη βάση της διατύπωσης της απόφασης, διότι με τη διόρθωση, δεν επιτρέπεται να αλλοιώνεται η έννοια της απόφασης, ούτε και να επιχειρείται μεταβολή ή ανάκληση του περιεχομένου της ή να αποκαθίστανται τυχόν σφάλματα.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της από 3.12.2003 αιτήσεως διορθώσεως της προεκδοθείσης 763/2003 αποφάσεώς του δέχτηκε, όπως από αυτήν προκύπτει, τα εξής: Από το περιεχόμενο της υπό διόρθωση απόφασης προκύπτει ότι οι αιτούσες (εκκαλούσες και αντεφεσίβλητες) φέρονται ότι κατά τη συζήτηση της εφέσεως (κατά τη δικάσιμο της 20.3.2003) παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Ζουγανέλη, χωρίς, όμως, την κατάθεση προτάσεως, όπως ακριβώς αναφέρεται και στα ταυτάριθμα με την εν λόγω απόφαση πρακτικά συζητήσεως.
Ενόψει αυτού και με την αιτιολογία ότι η κατάθεση έγγραφων προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, ούτε στην κατ΄ έφεση δίκη, στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αναφέρεται ακολούθως στο διατακτικό της απόφασης ότι η υπόθεση δικάζεται αντιμωλία των διαδίκων. Οι αιτούσες ήδη ισχυρίζονται ότι, από παραδρομή της γραμματέως της έδρας κατά τη σύνταξη των πρακτικών συζητήσεως, αναφέρεται σ΄ αυτά ότι παραστάθηκαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, η οποία (παραδρομή) καταλαμβάνει και το αντίστοιχο προεισαγωγικό της απόφασης, καθόσον στην πραγματικότητα η προαναφερόμενη δικηγόρος παρέστη μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής της συζητήσεως, μετά την απόρριψη του οποίου από το δικαστήριο αυτή αποχώρησε.
Όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα εκείνα που αφορούν στη δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η υπό διόρθωση απόφαση και ορίζουν το περιεχόμενο αυτής, δεν αποδείχθηκε κάτι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στα πρακτικά συζητήσεως και το προεισαγωγικό της απόφασης. Ειδικότερα τα πρακτικά συζητήσεως εναρμονίζονται πλήρως με την επισημείωση του Προέδρου του δικαστηρίου τούτου στο οικείο πινάκιο, κατά την οποία οι διάδικοι φέρονται ως αντιμωλία δικαζόμενοι και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα γραφικού λάθους, από παραδρομή, της γραμματέως της έδρας και κατ΄ επέκταση διορθώσεώς τους.
Περαιτέρω, αφού η υπό διόρθωση απόφαση εναρμονίζεται πλήρως με το ανωτέρω περιεχόμενο των πρακτικών και υπάρχει αλληλουχία του σκεπτικού αυτής προς το διατυπούμενο διατακτικό, δεν συντρέχει περίπτωση διορθώσεως αυτής. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε περίπτωση διόρθωσης της αποφάσεως αυτής, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι από παραδρομή της γραμματέως της έδρας κατά τη σύνταξη των πρακτικών συζητήσεως δεν αναφέρεται ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος στην πραγματικότητα παραστάθηκε μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής της συζητήσεως μετά την απόρριψη του οποίου αυτή αποχώρησε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ενόψει και του αντικειμένου της, και δεν στέρησε έτσι αυτή νόμιμης βάσης, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάνσεως (ΟλΑΠ 3/1997 ΝοΒ 1998.23).
Συνεπώς δεν είναι "πράγματα" με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), ενώ αντίθετα αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ για το λόγο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των αναιρεσειουσών που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν από μέρους τους, τα σχετικά με την υπόθεση δικαστικά τέλη και έξοδα, ούτε κατατέθηκε το προβλεπόμενο γραμμάτιο προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής, της "δήθεν" πληρεξούσιας δικηγόρου των Μαρίας Ζουγανέλη η οποία κατά τους ισχυρισμούς των, παραστάθηκε μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής, λόγω ασθενείας του πληρεξουσίου των δικηγόρου Γεωργίου Σπηλιωτόπουλου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα δεν αποδίδεται με αυτόν αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" αναφορικά με τη μη διόρθωση σφάλματος εκ παραδρομής, αλλά σφάλματος της ίδιας της υπό διόρθωση απόφασης, η οποία, κατ΄ αυτές, έπρεπε να τις θεωρήσει ερήμην δικαζόμενες μεταξύ άλλων και για το λόγο, ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν από μέρους τους τα σχετικά με την υπόθεση δικαστικά τέλη και έξοδα ούτε κατατέθηκε το προβλεπόμενο γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής της "δήθεν" πληρεξούσιας τους δικηγόρου.
Η αιτίαση, όμως, αυτή ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, διηγηματικά και μόνο αναφέρθηκε στο δικόγραφο της αίτησης διόρθωσης και όχι ως αυτοτελής λόγος, αποδίδει σφάλμα στην υπό διόρθωση απόφαση, του οποίου δεν μπορούσε να ζητηθεί η διόρθωση με τη διαδικασία των πιο πάνω άρθρων 315 επ.
ΚΠολΔ.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση των 1. ........... και 2. Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ALNIC ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" για αναίρεση της 873/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό στις 27 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ