Legislator Case Law & Legislation
910/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment for legal indeterminacy of claim lacking essential elements.

Case Number 910/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision that accepted the plaintiff's claim for public sector employment. The court found the lower court erred by accepting a claim that suffered from legal indeterminacy due to the absence of a vacant position at the time of application. Consequently, the claim was declared inadmissible as it lacked the necessary legal foundation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216, 224, 236, 559 of the Code of Civil Procedure; A claim is legally indeterminate if it lacks essential elements required for its legal foundation, which cannot be cured by supplementary proposals, rendering the judgment accepting it voidable.

Keywords

AI generated
legal indeterminacy essential claim elements public sector employment vacant position requirement admissibility of claim supplementary proposals annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 111, 216, 224, 335, 337, 338, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 910 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 910/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/11/2016 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1114/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6000/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/11/2014 αίτησή της και τους από 10/6/2015 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 7/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Αποστόλου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου, τρίτου λόγων της αναίρεσης και του μοναδικού λόγου των προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη του τέταρτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 778/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 778/2011).

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και μόνον όταν η ακυρότητα, η έκπτωση από δικαίωμα ή το απαράδεκτο προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 588/2009).

Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ’ όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ’ αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β’ 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.

Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.

Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288, ΟλΑΠ 4/2007).

Περαιτέρω, όμως, συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης.

Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 1210/2015, ΑΠ 1596/2012, ΑΠ 1113/2011).

Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔ) να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως της ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 167/2000, Α.Π. 1363/1997).

Συνεπώς η ως άνω συμπλήρωση της αγωγής του αναιρεσίβλητου αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής του και δεν θεραπεύει την αοριστία του δικογράφου της αγωγής του.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από το όλο περιεχόμενο των παραδεκτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπουμένων διαδικαστικών εγγράφων (της από 29-12-2010 αγωγής του αναιρεσίβλητου, β) των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και γ) των από 25-2-2013 προτάσεων του αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ι) Ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ΔΕΗ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στις 28-12-1995 με την ειδικότητα του εργάτη (ΓΥ5) και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 12°, ότι από την 1-2-1998 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ στον κλάδο Γενικών Υπηρεσιών, με ειδικότητα εργάτης (ΓΥ5) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12° της βαθμίδας β, ενώ από την 1-5-1998 μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ4/ΣΤ -Μηχανικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού, με την ειδικότητα Τεχνίτης Ηλεκτροσυγκολλητής στην Ομάδα Συγκολλητών του Τομέα Συντήρησης και στο 11° μισθολογικό Κλιμάκιο, ότι κατά τον χρόνο της αρχικής του πρόσληψης από την εναγομένη ήταν ήδη κάτοχος απολυτηρίου Γυμνασίου, Πτυχίου Επαγγελματικής Κατάρτισης του Τμήματος Συγκολλητών Θεσσαλονίκης (Κατώτερης Εκπαίδευσης) καθώς και άδειας Ηλεκτροσυγκολλητή Β τάξεως και Οξυγονοκολλητή Β τάξεως, που ήταν αναγκαία για την ένταξή του στην κατηγορία Τ4/ΣΤ και από 22-12-1998 ήταν κάτοχος άδειας Ηλεκτροσυγκολλητή Α τάξεως, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη, ότι αν και προσελήφθη ως εργάτης, η εναγομένη του ανέθεσε από την αρχή εργασία τεχνικού υπαλλήλου και συγκεκριμένα, τον απασχολούσε από την αρχή ως τεχνίτη Ηλεκτροσυγκολλητή στον Υποτομέα Μηχανολογικής Συντήρησης, με καθήκοντα τις εργασίες Ηλεκτροσυγκολλήσεως - Οξυγονοκολλήσεως, κοπής με ηλεκτρόδιο άνθρακος και αναγομώσεις μεταλλικών κατασκευών στο εργοστάσιό της στον ΑΗΣ Καρδιάς Πτολεμαϊδας, ότι, έχοντας τα άνω τυπικά προσόντα, τα οποία γνώριζε η εναγομένη και παρέχοντας εργασία τεχνικού υπαλλήλου, η εναγομένη όφειλε να τον εντάξει στην αντίστοιχη κατηγορία Τ4 του τακτικού προσωπικού της στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο της ε’ βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, καταβάλλοντος σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές, προσαυξήσεις και επιδόματα και όχι στον Γενικών Υπηρεσιών, κατηγορία ΓΥ5, όπου αντισυμβατικά, παράνομα και καταχρηστικά τον ενέταξε καταβάλλοντος σ’ αυτόν μικρότερες αποδοχές.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: Α) Να αναγνωριστεί ότι όφειλε η εναγομένη να τον εντάξει την 1-2-1998 στην κατηγορία Τ4 του τακτικού προσωπικού της, στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο της ε’ βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, με προαγωγή από 1-5-1998 στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο και να τον προαγάγει ακολούθως στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο από 1-2-2001, στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από 1-2-2004 και στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο από 1-2-2007.

Β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από την ανωτέρω αιτία, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2009 το ποσό των 22.409,41 ευρώ.

II) Ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου, με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου "δήλωσε πως συμπληρώνει την αγωγή, όπως ειδικότερα αναλύεται στις προτάσεις ". και III) Με τις προτάσεις του ο ενάγων που κατέθεσε κατά την ημέρα της συζήτησης της αγωγής του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκε κατά λέξη ότι "νόμιμα και παραδεκτά κατ’ άρ.224 και 236 Κ.Πολ.Δ. και με προφορική μου δήλωση ενώπιον Σας, συμπληρώνω την αγωγή μου στη σελίδα 5 αυτής, παράγραφος 2η εδάφιο β, ως προς το ότι, κατά την ένταξή μου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, αν και υπήρχαν κατά την εν λόγω ημερομηνία, στην εναγομένη κενές οργανικές θέσεις κατηγορίας Τ4, και υπήρχε έστω τουλάχιστον μία κενή οργανική θέση του εν λόγω κλάδου της κατηγορίας Τ4/ ΣΤ, στην οποία μπορούσε και όφειλε να με τοποθετήσει (όπου και με τοποθέτησε πράγματι στη συνέχεια) εν τούτοις εντελώς παράνομα και καταχρηστικά δεν εντάχθηκα εξ αρχής από την εναγομένη στον κλάδο τεχνικού προσωπικού και ειδικότερα στην Κατηγορία Τ4, που προβλέπετο κατά την ημερομηνία ένταξής μου.".

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1114/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά το ως άνω υπό στοιχείο Α) πρώτο αίτημά της και ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, κατά το ως άνω υπό το στοιχείο Β) δεύτερο αίτημά της. Στη συνέχεια κατά της ως άνω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από τον αναιρεσίβλητο και αντέφεση από την αναιρεσείουσα, και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αγωγή παραδεκτά συμπληρώθηκε με τη συνοπτική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του και ότι είναι ορισμένη και νόμιμη, και αφού δέχθηκε τη έφεση του αναιρεσίβλητου και απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας η ένδικη αγωγή στην οποία δεν αναφερόταν ότι υπήρχε κενή οργανική θέση κατά την ημερομηνία από την οποία ο ενάγων ζητούσε τη ένταξή του στο τακτικό προσωπικό έπασχε νομική αοριστία διότι έλειπε στοιχείο απαραίτητο για τη νομική θεμελίωσή της, το οποίο δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη (παραδεκτά συμπληρωθείσα με τις προτάσεις) και εν συνεχεία και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες με αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού αρκέστηκε για τη θεμελίωσή της στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος και παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής. Είναι συνεπώς βάσιμοι, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της όλης δίκης ενώπιον των Δικαστηρίων των δύο βαθμών, καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6000/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζοντας την από 29 Δεκεμβρίου 2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ε. Μ. κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.".

Απορρίπτει την αγωγή.

Και

Καταδικάζει τον ενάγοντα - εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ