Legislator Case Law & Legislation
910/2016 AI generated

Supreme Court dismisses prosecutor's appeal against Athens Court of Appeal's acquittal for negligent homicide.

Case Number 910/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Prosecutor's appeal against the Court of Appeal's acquittal of the accused for negligent homicide. The Court of Appeal found the accused liable for causing death through negligence but rejected the prosecutor's challenge regarding the sufficiency of evidence and the application of the law. The Supreme Court upheld the lower court's decision, affirming that the appellate court properly evaluated all evidence and that the prosecutor's arguments on legal interpretation were inadmissible as they pertained to facts not charged against the defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 302(1) and 28 of the Penal Code; Article 505(2)(a) of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court reviews appeals against acquittals for negligent homicide, upholding the lower court's assessment of evidence and rejecting arguments that misapply traffic laws to facts not charged against the defendant.

Keywords

AI generated
negligent homicide acquittal appeal prosecutor review evidence evaluation legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 302(1) of the Penal Code
Article 28 of the Penal Code
Article 505(2)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 42(1)(b) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Athens Court of Appeal, Case No. 3990/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 910 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 910/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 8622/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Α. του Θ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργουλόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/2015.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ.2 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (άρθρο 483 παρ.3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ίδιου Κώδικα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρ. 510 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. λόγους. Περαιτέρω, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του.

Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, να εκθέτει το δικαστήριο σ’ αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.

Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.Α.Π. 3/2012). Πιο συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρ. 178 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Επίσης η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται από το άρθρ. 177 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 8622/2013, απόφασή του, της οποίας ζητείται η αναίρεση με την υπό κρίση, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, Ν.

Α. του Θ., της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δεχθέν, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι απεδείχθησαν, τα εξής: "Περί ώρα 06.30 ο ηλικίας 25 ετών Ι. Π.. οδηγώντας το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο στην Εθνική οδό Ελευσίνας - Θήβας, με κατεύθυνση προς Ελευσίνα. Την ίδια ώρα στην ίδια Εθνική οδό, με αντίθετη κατεύθυνση προς Θήβα, εκινείτο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος, με συνεπιβάτες τους Ν. Γ. (συνοδηγό), Κ. Π. και Γ. Γ., στα πίσω καθίσματα.

Η πιο πάνω εθνική οδός στο 24,2 χιλιόμετρο που έγινε το ατύχημα, όπως προκύπτει από την από 19-10-2008 έκθεση αυτοψίας, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,70 μ, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής χωρίζονται με λευκή .διαχωριστική γραμμή και το μέγιστο όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδα Ρ 32 σε 50 χιλιόμετρα την ώρα.

Πίσω από τη θέση που βρέθηκε το όχημα του κατηγορουμένου κατά το χρόνο του ατυχήματος ο δρόμος είναι ευθύς σε μεγάλη απόσταση, ενώ στο ρεύμα που εκινείτο ο Ι. Π. υπήρχαν προ αυτού δύο διαδοχικές καμπύλες, η πρώτη δεξιά και επισημαίνεται με πινακίδα Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και η δεύτερη αριστερή, ενώ υπάρχουν και πληροφοριακές πινακίδες Π-75 (διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης, που τοποθετούνται σε επικίνδυνες καμπύλες κυρίων αρτηριών).

Την πιο πάνω χρονική στιγμή το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί ασθενής βροχόπτωση και ο τεχνητός φωτισμός της οδού ανεπαρκής. Πλησιάζοντας στο πιο πάνω σημείο της εθνικής οδού με το όχημά του ο Ι. Π., ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, καθώς από την εργαστηριακή εξέταση που του έγινε μετά το θάνατο του διαπιστώθηκε στο αίμα του η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 47 χιλιοστομέτρων ανά κυβικό εκατοστό αίματος (0,47 ο/οο), εισήλθε πρώτα στη δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, στροφή και στη συνέχεια στη διαδοχική αριστερή στροφή.

Φθάνοντας στην κορυφή της τελευταίας αυτής αριστερής στροφής έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε με αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, το οποίο, ερχόμενο αντιθέτως, είχε πλησιάσει στο σημείο εκείνο.

Μετά τη σύγκρουση το όχημα του Ι. Π. εκτράπηκε της πορείας του προς τα δεξιά και αφού διέσχισε διαγώνια το ρεύμα κυκλοφορίας προς την Ελευσίνα, ακινητοποιήθηκε κατά ένα μέρος στο άκρο της οδού και κατά το υπόλοιπο έξω από το οδόστρωμα. Αποτέλεσμα της σφοδρής αυτής σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του Ι.

Π., ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος, άνω και κάτω άκρων, συνεπεία των οποίων επήλθε, ο θάνατος του. Περί του ότι ο θανών πέρασε με το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου κατέθεσαν κατά την εξέτασή τους στο ακροατήριο οι προαναφερόμενοι τρεις συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του τελευταίου (κατηγορουμένου), συνηγορούν όμως σ’ αυτό και τα ευρήματα της τροχαίας, τα οποία καταγράφονται στο σχεδιάγραμμα, σύμφωνα με το οποίο θραύσματα γυαλιού και πλαστικά εξαρτήματα των οχημάτων βρέθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου.

Αλλά και ο Α. Δ., μηχανολόγος μηχανικός, που διορίστηκε τεχνικός σύμβουλος από τον κατηγορούμενο, στην από Φεβρουαρίου 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε τοποθετεί το σημείο της σύγκρουσης στο ρεύμα πορείας του Ι. Π.. Ο ισχυρισμός του πολιτικώς ενάγοντος ότι η ύπαρξη των παραπάνω ευρημάτων στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου οφείλεται στο πλύσιμο του οδοστρώματος με μάνικα από τα όργανα της Πυροσβεστικής που πήγαν στον τρόπο του ατυχήματος πριν από την Τροχαία, με αποτέλεσμα τα θραύσματα των γυαλιών και τα άλλα εξαρτήματα να μετακινηθούν προς το ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, ανατρέπεται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Π.

Μ., Αστυνομικού της Τροχαίας, ο οποίος έφθασε στον τόπο του ατυχήματος μετά από 20 λεπτά και είναι το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για το πλύσιμο της οδού, μετά την καταγραφή από τα όργανα της Τροχαίας των ευρημάτων που υπήρχαν στο οδόστρωμα. Οι μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι οι Γ. Π., Κ. Π. και Κ. Ξ., πυροσβέστες, που έσπευσαν στον τόπο του ατυχήματος, καθώς και οι διερχόμενοι τυχαία από το σημείο εκείνο Κ.

Χ. και Ι. Κ. κατέθεσαν ότι θραύσματα γυαλιών και πλαστικά υπήρχαν και στα δύο ρεύματα πορείας, τούτο όμως δικαιολογείται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καθώς τμήματα του αμαξώματος και ανταλλακτικό των δύο οχημάτων εκτοξεύθηκαν και εκτός του οδοστρώματος. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο θανών οδηγούσε έχοντας καταναλώσει αλκοόλ, όπως προαναφέρθηκε, και ερχόταν από δύο συνεχόμενες, σε σχέση με την πορεία του, στροφές της οδού, την πρώτη δεξιά και τη δεύτερη αριστερή, ενώ αντιθέτως ο κατηγορούμενος ερχόταν από μεγάλη ευθεία, καθώς και η κατάσταση του οδοστρώματος, το οποίο ήταν ολισθηρό λόγω της βροχόπτωσης που είχε προηγηθεί, συνετέλεσαν στην εκτροπή του αυτοκινήτου του από το ρεύμα πορείας του προς το αντίθετο ρεύμα του κατηγορουμένου.

Ο ισχυρισμός της πολιτικής αγωγής ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων την ώρα δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αντικειμενικό εύρημα, καθώς δεν βρέθηκε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης. Οι συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, προαναφερόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, κατέθεσαν ότι η ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα.

Ο πραγματογνώμονας Γ. Μ., μηχανολόγος - μηχανικός, που διορίστηκε από το Τμήμα Τροχαίας Ελευσίνας στο στάδιο της προδικασίας, αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων και ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου εκινείτο με 100 χιλιόμετρα την ώρα και το όχημα του Θανόντος Ι.

Π. με 70 χιλιόμετρα την ώρα. Επίσης ο τεχνικός σύμβουλος του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Μ. στη δική του, από 19-12-2012 τεχνική έκθεση υπολογίζει την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της σύγκρουσης σε 120 χιλιόμετρα την ώρα και την ταχύτητα του οχήματος του θανόντος Ι. Π. σε 62,82 χιλιόμετρα την ώρα και το σημείο της σύγκρουσης μέσα στο ρεύμα πορείας του θανόντος.

Πλην όμως οι εκτιμήσεις αυτές του παραπάνω πραγματογνώμονα και του τεχνικού συμβούλου δεν κρίνονται πειστικές από το δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν στηρίζονται σε αντικειμενικά ευρήματα. Ακόμη όμως και αν η ταχύτητα του κατηγορουμένου υπερέβαινε το προαναφερόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα, το ενδεχόμενο αυτό δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του Ι.

Π., καθώς αυτός προκλήθηκε συνεπεία της εισόδου του τελευταίου στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, το δε παραπάνω αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμη και αν η ταχύτητα του κατηγορουμένου ήταν η επιτρεπόμενη. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδίδεται, όπως ορίζεται στο διατακτικό".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την προπαρατεθείσα έννοια και δεν στερείται αυτή (απόφαση) νόμιμης βάσεως, αφού το δικαστήριο εκθέτει στο σκεπτικό του, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ούτε η αντικειμενική ούτε η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, οι αποδείξεις, από όπου προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.

Ειδικότερα, εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη σύγκρουση των δύο οχημάτων, προσδιορίζεται η σύμφωνη με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες οδικής κυκλοφορίας συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως οδηγού, συγκεκριμένα δε η κίνησή του σε ευθεία εντός του ρεύματος πορείας του με επιτρεπτή ταχύτητα, καθώς και η απώλεια ελέγχου και απότομη είσοδος στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, στην κορυφή αριστερής στροφής σε σχέση με τη δική του πορεία, του οχήματος που οδηγούσε αντιθέτως ο Ι.

Π., με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμες, διότι: α) Η παραδοχή του δικαστηρίου, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, όπου εισήλθε το όχημα του Ι. Π. και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου (κατηγορουμένου), η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο συλλογισμό, ότι σύμφωνα με τα καταγραφόμενα στο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος ευρήματα της τροχαίας "θραύσματα γυαλιού και πλαστικά εξαρτήματα των οχημάτων βρέθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου", ουδόλως έρχεται σε αντίφαση με την περαιτέρω αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ορισμένοι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, ότι "θραύσματα γυαλιών και πλαστικά υπήρχαν και στα δύο ρεύματα πορείας", η οποία δεν αποκλείει αλλά συμπληρώνει την προηγούμενη παραδοχή, που βασίζεται στα ευρήματα της τροχαίας, με την πρόσθετη διαπίστωση του δικαστηρίου, ότι η ύπαρξη τέτοιων θραυσμάτων και στο άλλο ρεύμα "δικαιολογείται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καθώς τμήματα του αμαξώματος και ανταλλακτικά των δύο οχημάτων εκτοξεύτηκαν και εκτός του οδοστρώματος".

β) Παρά το ότι, όπως προκύπτει από την αποδοθείσα στον κατηγορούμενο κατηγορία, η οποία ενσωματώνεται στο απαλλακτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αποδόθηκε σ’ αυτόν οποιαδήποτε αμέλεια σχετικά με την υπέρβαση εκ μέρους του του επιτρεπόμενου στο σημείο της συγκρούσεως ορίου ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα, το δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία έκρινε ανενδοιάστως, ότι η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε το όριο αυτό, απαντώντας εμπεριστατωμένα στον ισχυρισμό της πολιτικής αγωγής περί του ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα μεγαλύτερη από την κατά τα άνω επιτρεπόμενη, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την κρίση αυτή ως προς την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου και την περαιτέρω παραδοχή περί σφοδρότητας της συγκρούσεως, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αποκλείεται να προκληθεί σφοδρή σύγκρουση και με τέτοιας τάξεως ταχύτητα.

γ) Με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία και η τυχόν υπέρβαση εκ μέρους του κατηγορουμένου του ορίου ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα "δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του Ι. Π., καθώς αυτός προκλήθηκε συνεπεία της εισόδου του τελευταίου στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, το δε παραπάνω αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμη και αν η ταχύτητα του κατηγορουμένου ήταν η επιτρεπόμενη", η οποία εμπεριέχει την κρίση, ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, από πλευράς του κατηγορουμένου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Ι.

Π., δεν παραβιάζεται εκ πλαγίου η προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ., η οποία, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ορθά δεν εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον κατηγορούμενο δεν αποτελούσε στοιχείο της εις βάρος του κατηγορίας.

δ) Με το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, στις σχετικές δε παραδοχές εμπεριέχεται η κρίση, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε συνετά και προσεκτικά χωρίς την ύπαρξη δυνατότητας αντιδράσεως εκ μέρους του, ενόψει των περιγραφόμενων συνθηκών του ατυχήματος, στην προκληθείσα σύγκρουση, πέραν του ότι δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να αναφερθούν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα αυτού, οπότε δεν χρειαζόταν ειδικότερη αιτιολογία επί των πλημμελειών που του αποδίδονταν με το κατηγορητήριο (και επαναλαμβάνονται στο απαλλακτικό διατακτικό της αποφάσεως), περί οδηγήσεως χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή της συγκρούσεως.

ε) Το δικαστήριο της ουσίας, όπως είναι φανερό από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, ως ιδιαίτερο και ρητά μνημονευόμενο στο σκεπτικό αυτής αποδεικτικό μέσο, την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 30-4-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ., μηχανολόγου-μηχανικού, την οποία εκτίμησε ελευθέρως, μη δεσμευόμενο από τη γνωμοδότηση του ανωτέρω πραγματογνώμονα, αιτιολόγησε δε πλήρως και ειδικώς, ως όφειλε, γιατί δεν αποδέχθηκε τα συμπεράσματα αυτής ότι ο κατηγορούμενος είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων πρέπει να έγινε επάνω στη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού, όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, διαλαμβάνοντας στο προπαρατεθέν σκεπτικό του τα στηρίζοντα την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καθιστούν μη πειστικές τις ανωτέρω εκτιμήσεις της προαναφερόμενης εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.

στ) Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και πολιτικής αγωγής, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορουμένου κλπ), από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της.

Από το γεγονός δε, ότι το περιεχόμενο μερικών αποδεικτικών μέσων δεν έγινε δεκτό, δεν σημαίνει, ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξήρεσε κανένα, πλην ενός (ήτοι της υπ’ αριθ. 3990/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών), στην ανάγνωση του οποίου αντέλεξαν οι πληρεξούσιοι της πολιτικής αγωγής και ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν λήφθηκε υπόψη (βλ.

σελ. 6 πρακτικών στο τέλος), καταλήγοντας κυριαρχικά στην απαλλακτική του κρίση. ζ) Τέλος, η αναιρετική αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 42 παρ.1 εδ. β’ του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), κατά την οποία "ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω", ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο θανών, Ι.

Π., "οδηγούσε έχοντας καταναλώσει αλκοόλ" και "βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, καθώς από την εργαστηριακή εξέταση που του έγινε μετά το θάνατό του διαπιστώθηκε στο αίμα του η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 47 χιλιοστομέτρων ανά κυβικό εκατοστό αίματος (0,47ο/οο)", αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέα, αφού κρίσιμο στοιχείο, που έπρεπε να διαπιστωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, δεν ήταν η ποινική ευθύνη του θανόντος αλλά εκείνη του κατηγορουμένου, ως προς τον οποίο δεν τύγχανε εφαρμογής η επικαλούμενη ως άνω διάταξη του Κ.Ο.Κ., αφού δεν του είχε αποδοθεί κατηγορία περί οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος, οπότε δεν τίθεται θέμα παρερμηνείας της εν λόγω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ούτε εσφαλμένης υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών σ’ αυτήν.

Επομένως, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτησης των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθ. 2/16-1-2015 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8622/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ