Supreme Court reverses appeal court ruling on servitude over well and building, citing Civil Code articles 953 and 954.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the appeal court's decision regarding a dispute over a well and an electrical installation. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Civil Code articles 953 and 954 by granting partial ownership rights to the respondent. The court held that these structures are integral parts of the land and cannot be separately owned, thus reversing the judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 953 and 954 of the Civil Code; integral parts of land cannot be separately owned, and servitudes do not lead to separate ownership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 910 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 910/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλαματιανό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φατούρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 580/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 30-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ συστατικό μέρος πράγματος, που δε μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος η χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 954 ΑΚ προκύπτει ότι συστατικά του ακινήτου με την παραπάνω έννοια είναι μεταξύ άλλων τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα και το νερό κάτω από το έδαφος και η πηγή.
Με τον όρο πηγή ή φρέαρ (πηγάδι) υποδηλώνεται τόσον το σημείο του εδάφους από το οποίο αναβλύζει το νερό (έγκατα της γης), όσον και το ίδιο το νερό που αναβλύζει, όταν εξέρχεται από το έδαφος, αποτελεί δε τούτο συστατικό μέρος του εδάφους που δε μπορεί να αποτελέσει χωριστά αντικείμενο κυριότητας, ανήκει δε στην κυριότητα του κυρίου του εδάφους, ο οποίος μπορεί να το διαθέσει όπως θέλει.
Δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση αυτοτελώς της κυριότητας στο έδαφος. Εξάλλου από το άρθρο 993 ΑΚ συνάγεται ότι ο νόμος από λόγους πρακτικής σκοπιμότητας αναγνωρίζει ως δυνατή τη χωριστή νομή επί συστατικού μέρους ακινήτου, εφόσον τούτο είναι εξωτερικώς διακριτό και χωριστό και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου είναι δυνατή, και νοητή η χωριστή αυτή νομή.
Η νομή όμως αυτή επί συστατικού μέρους ακινήτου, όσο χρόνο και αν ασκείται, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία επί του αποτελούντος το αντικείμενο της χωριστής νομής συστατικού μέρους του ακινήτου, που δεν έχει νομική αυτοτέλεια αλλά ακολουθεί τη νομική τύχη του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται, καθ' όσον τούτο αντίκειται στο άρθρο 954 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του η αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο Ι. Π. του Π., πατέρας του ενάγοντα και πάππος εκ πατρός του εναγομένου, ήταν κύριος και νομέας ενός περιβολιού, εκτάσεως περίπου τεσσάρων (4) στρεμμάτων, εντός του οποίου ευρίσκετο οικία, φρέαρ υδρομηχανή και οπωροφόρα δένδρα στην θέση "Βασιλική", "Βασιλικός" ή "Λάκκος" του Λεωνιδίου.
Το ως άνω ακίνητο ορίζεται βόρεια ... . Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../30-9-1956 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβ/φου Πρασιών Σαράντου Γρηγοράκου, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα ... Ο Ι. Π. κατέλειπε στον ενάγοντα κατά ψιλή κυριότητα το ήμισυ τμήμα του άνω περιβολιού εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων με οικία εντός αυτού, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του φρέατος και της επ' αυτού ευρισκόμενης υδρομηχανής.
Το υπόλοιπο διαιρετό ήμισυ του περιβολιού εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων, κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα με την αυτή διαθήκη στον πατέρα του εναγόμενου, Κ. Π., καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του ανωτέρω φρέατος και υδρομηχανής το οποίο βρισκόταν εντός του δικού του τμήματος που κατέλειπε σ' αυτόν, ενώ την επικαρπία επί ολόκληρου του ακινήτου κατέλειπε εφ' όρου ζωής στη Θ.
Π., σύζυγο του και μητέρα των ανωτέρω. Μετά το θάνατο του ανωτέρω διαθέτη το έτος 1959 ο Κ. Π. με εντολή της Θ. Π. (επικαρπώτριας), και λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων εξαιτίας της εργασίας του δεν κατοικούσε στο Λεωνίδιο, άρχισε να καλλιεργεί και τα δύο διαιρετά τμήματα του περιβολιού, χρησιμοποιούσε δε το ανωτέρω πηγάδι για την άρδευση τους.
Κατά το έτος 1964 επειδή το ανωτέρω πηγάδι δεν είχε / πλέον επάρκεια νερού ο Κ. Π. προέβη στην κατασκευή καινούργιου πηγαδιού με βενζινοκινητήρα εντός του τμήματος του ενάγοντος και το έτος 1973 τοποθέτησε ηλεκτρική εγκατάσταση σε παρακείμενο κτίσμα για την ευχερέστερη άντληση ύδατος. Στις ανωτέρω ενέργειες προέβη εν γνώσει τόσο της μητέρας του Θ., όσο και του αδερφού του, (ενάγοντος), συνέχισε δε να χρησιμοποιεί το νερό του καινούργιου φρέατος για να αρδεύει και τα δύο διαιρετά τμήματα του περιβολιού.
Το έτος 1974 απεβίωσε η Θ. Π. και ο πρώτος ενάγων μίσθωσε το ανωτέρω ακίνητο του στον αδερφό του Κ. Π., ο οποίος συνέχισε να το καλλιεργεί όπως πριν, κατέβαλε δε ετήσιο μίσθωμα το οποίο ήταν ανάλογο με την ετήσια αγροτική παραγωγή του περιβολιού. Με την υπ' αριθμ. .../1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Πρασιών Γρηγορίας Κωνσταντάκου η οποία έχει μεταγραφεί νομίμως ... .
Ο ενάγων απεδέχθη την ανωτέρω κληρονομιά, και με αυτόν τον τρόπο κατέστη κύριος αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του πατέρα του και στη συνέχεια δυνάμει του .../1993 συμβολαίου της ανωτέρω συμβ/φου το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στα δύο τέκνα του, Μ.
και Ι. Π., ενώ ο ίδιος παρακράτησε την επικαρπία εφ' όρου ζωής. Το έτος 2000, λύθηκε η ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως μεταξύ των παραπάνω αδελφών. Έκτοτε δε ο ενάγων ανέλαβε την καλλιέργεια του ακινήτου του διά προστηθέντος υπ' αυτού προσώπου το οποίο πότιζε από το πηγάδι του κτήματος του, κάνοντας χρήση και της υπάρχουσας ηλεκτρικής εγκατάστασης, που ήταν μέσα στο κτίσμα.
Παράλληλα δε το ως άνω πηγάδι χρησιμοποιούσε και ο αδελφός του Κ. Π. προκειμένου να ποτίζει το δικό του κτήμα. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ο πατέρας του εναγομένου, σεβόμενοι την τελευταία βούληση του πατρός τους, η οποία εκφράστηκε με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη θεωρούσαν ότι είναι κατά το 1/2εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του φρέατος που εξυπηρετούσε τις αρδευτικές ανάγκες του κτήματος τους, τόσο αυτού που βρισκόταν στο τμήμα του κτήματος του Κ.
Π. (πατρός του εναγομένου), σύμφωνα με την σχετική διάταξη της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης όσο και αυτού που στην συνέχεια ανοίχθηκε στο τμήμα του κτήματος του ενάγοντος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του εναγομένου Κ. Π. απέκτησε την κυριότητα κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου φρέατος και του κτίσματος που στεγάζει την ηλεκτρική εγκατάσταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφ' όσον από το 1964 νέμεται με εμφανείς υλικές πράξεις το πηγάδι και από το 1973 το παρακείμενο κτίσμα με διάνοια συγκυρίου για χρονικό διάστημα πέραν των είκοσι ετών.
Αυτά άλλωστε δέχθηκε και η 434/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, επί αναγνωριστικής αγωγής ψιλής κυριότητας και επικαρπίας και αρνητικής αγωγής του νυν ενάγοντος και των τέκνων αυτού κατά του νυν εναγομένου. Δυνάμει δε της αποφάσεως αυτής αναγνωρίστηκε ο νυν ενάγων επικαρπωτής και τα τέκνα αυτού ψιλοί κύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του ως άνω ακινήτου εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων, στη θέση ... .
Εξάλλου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι και ο ενάγων, απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας των ως άνω συστατικών του ακινήτου του (φρέαρ και κτίσμα με ηλεκτρομηχανή), το οποίο εν συνεχεία μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα, ως προαναφέρθηκε στα δύο τέκνα του παρακρατών την επικαρπία.
Επομένως, από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων τυγχάνει οιονεί νομέας επικαρπίας του περιγραφομένου κτήματος μετά της εντός αυτού οικίας και του 1/2 εξ αδιαιρέτου του φρέατος και του κτίσματος εντός του οποίου υπάρχει ηλεκτρική εγκατάσταση ... Επίσης, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, χρησιμοποιεί την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του φρέατος προκειμένου να αντλεί από αυτό ύδωρ και να ποτίζει το όμορο τμήμα του κτήματος του πατέρα του.
Αυτός δε κατέχει τα κλειδιά του κτίσματος εντός του οποίου υπάρχει η ηλεκτρική εγκατάσταση, τα οποία παρέδιδε στον προστηθέντα του ενάγοντος όταν αυτός επρόκειτο να ποτίσει το κτήμα και τα παραλάμβανε πάλι μετά την ολοκλήρωση του ποτίσματος. Από τον Ιούνιο όμως 2003, ο εναγόμενος, δεν δίδει το κλειδί στον ενάγοντα και τον προστηθέντα αυτού, από το κτίσμα που βρίσκεται η ηλεκτρική εγκατάσταση προκειμένου να ενεργοποιήσει αυτή για να ποτίσει τα δένδρα του κτήματος του.
Αποδείχθηκε δηλαδή ότι ο εναγόμενος με την ενέργεια του αυτή παρεμποδίζει τον ενάγοντα στο πότισμα των δένδρων του κτήματος του, ήτοι στην άσκηση της οιονεί νομής του, επί του κτήματος του και επί του φρέατος και της ηλεκτρικής εγκατάστασης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος περί προστασίας της οιονεί νομής του, ως επικαρπωτή του επιδίκου ακινήτου, που διαταράχθηκε παράνομα από τον τελευταίο και δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα οιονεί νομέα επικαρπίας αυτού (δενδροπεριβόλου με την υπάρχουσα σ' αυτό οικία) και κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου επικαρπωτή του φρέατος και του κτίσματος με την υπάρχουσα σ' αυτό ηλεκτρική εγκατάσταση για την άντληση του ύδατος, που βρίσκονται στο επίδικο, ενώ δέχθηκε ότι κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω συστατικών του επιδίκου κατέστη συγκύριος με έκτακτη χρησικτησία ο δικαιοπάροχος του εναγομένου.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1045 ΑΚ, τις δύο πρώτες των οποίων δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, τη δε τρίτη εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει, με το να δεχθεί ότι το πηγάδι και το κτίσμα, που είναι συστατικά του επίδικου ακινήτου περιήλθαν χωριστά κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 163/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ