Legislator Case Law & Legislation
910/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank account balance statute of limitations, ruling twenty-year limit applies to open credit accounts.

Case Number 910/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Larissa's decision regarding a bank account dispute. The appellants argued for a five-year statute of limitations on the bank's claim for the final balance of a closed credit account, while the bank contended the claim was subject to a twenty-year limitation period. The court held that the final balance arising from an open credit account, including accrued interest, falls under the twenty-year limitation period rather than the five-year period applicable to specific commercial claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 250 of the Civil Code; The final balance of a closed credit account resulting from an open credit facility is subject to a twenty-year statute of limitations, not a five-year one.

Keywords

AI generated
statute of limitations open credit account final balance Civil Code banking law interest accrual limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 479 of the Civil Code
Article 477 of the Civil Code
Article 873 of the Code of Civil Procedure
Article 250, paragraph 1 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 910 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 910/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.

Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.

Οι πιο πάνω ρυθμίσει ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.

Οι διατάξεις όμως αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.

Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης.

Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρσθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Επομένως, χρέος της περιουσίας που μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη αποτελεί και το κατάλοιπο του, κατά τα άρθρα 874 Α.Κ., 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ.

της 17/7 13/8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλοχρέου λογαριασμού, που τηρείται για την εξυπηρέτηση παροχής πίστωσης από τράπεζα στον οφειλέτη, εφόσον η σχετική σύμβαση παροχής πίστωσης έχει καταρτισθεί πριν τη μεταβιβαστική της περιουσίας του οφειλέτη σύμβαση, ανεξαρτήτως αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια, σύμφωνα με τους όρους της πιστωτικής σύμβασης, μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας ενοχή υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, τα δε σχετικά κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού αποβάλλουν, με την καταχώρηση τους σ' αυτόν, την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό να είναι το προκύπτον κατά το κλείσιμο αυτού κατάλοιπο.

Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο, σε μεταβίβαση όλων των περιουσιακών του στοιχείων, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.

Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων, που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε εγνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει (όπως δέχθηκε και το Εφετείο) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα εκθέτει τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ότι η συγχωνευθείσα από αυτή με απορρόφηση τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με την υπ' αριθμ....σύμβαση παροχή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, και την από 28.5.1999 πρόσθετη πράξη, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός αυτής και αφετέρου του πατρός των εναγομένων ...

ως πιστούχο και της μητρός αυτών ως εγγυήτριας υπέρ του πιστούχου, χορήγησε στον πρώτο πίστωση μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, υπό τους όρους της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης. "Ότι η πιστώτρια, ασκώντας παρεχόμενο σ' αυτή συμβατικώς δικαίωμα, την 18.10.2000 έκλεισε οριστικώς τον λογαριασμό που ετηρείτο από αυτή για την εξυπηρέτηση της πίστωση και ο οποίος, κατά το κλείσιμό του, εμφάνιζε χρεωστικό εις βάρος του πιστούχου υπόλοιπο 17.791.685 δραχμών, τόσο δε το κλείσιμο του λογαριασμού όσο και το κατάλοιπο αυτού γνωστοποίησε η πιστώτρια στον πιστούχο και την εγγυήτρια, εν συνεχεία δε, μετ' αίτηση της πιστώτριας, εκδόθηκε εις βάρος του πρωτοφειλέτη και της εγγυήτριας η υπ' αριθμ. 289/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία ο πιστούχος και η εγγυήτρια καταδικάστηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην πιστώτρια το άνω ποσό του καταλοίπου, πλέον συμβατικών και τόκων υπερημερίας, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο.

Ότι αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού με επιταγή προς πληρωμή της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε από την πιστώτρια στους συνοφειλέτες την 9.11.2000. Ότι την 14.1.2000 ο πιστούχος πρωτοφειλέτης, με τα αναφερόμενα στην αγωγή τέσσερα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Τρικάλων Θεοδώρου Παπαβασιλείου, νομίμως μεταγραφέντα, που καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα (14.1.2000), μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στους εναγόμενους υιούς του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ολόκληρη την περιουσία του, που αποτελείτο από τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, αξίας 95.000 ευρώ, σε κάθε εναγόμενο, το γεγονός δε ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούσαν ολόκληρη την περιουσία του γνώριζαν οι αποκτήσαντες εναγόμενοι.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η ενάγουσα, ως καθολική διάδοχος της συγχωνευθείσας σ' αυτή δι' απορροφήσεως πιστώτριας, ζήτησε κυρίως να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 54.891,73 ευρώ, άλλως το ποσό των 52.213,23 ευρώ, που αποτελούσε το κατάλοιπο του λογαριασμού κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, νομιμοτόκως, άλλως ο καθένας διαιρετώς τα άνω ποσά.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχεία που επέτρεπαν στους μεν εναγομένους να αμυνθούν στο δε δικαστήριο να διαγνώσει τη βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) της αγωγής και ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή ότι μεταβιβασθείσα στους εναγομένους περιουσία αποτελούσε ολόκληρη την περιουσία του πρωτοφειλέτη μεταβιβάσαντος, ότι στην περιουσία του υπήρχε, κατά τον χρόνο των συμβάσεων μεταβίβασης, χρέος από τη σύμβαση παροχής πίστωσης και την πρόσθετη πράξη, το ύψος του οποίου τελούσε υπό την αίρεση του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, ότι η αξία της μεταβιβασθείσας σε κάθε εναγόμενο περιουσία ανέρχεται στο ποσό των 95.000 ευρώ και ότι οι αποκτήσαντες εναγόμενοι εγνώριζαν πως με τα άνω συμβόλαια μεταβιβάζετο σ' αυτούς ολόκληρη η περιουσία του πρωτοφειλέτη.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπονται από τον νόμο.

Για να είναι, επομένως, ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο και η σχετική διάταξη νόμου που απαγορεύει το φερόμενο ως παρά τον νόμο ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν.1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου αλλά πρωτοτύπου. Με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 11 περ. α' ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί πως στην περιουσία του πατέρα τους υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης χρέος αυτού (μεταβιβάσαντος) προς την ενάγουσα τράπεζα, για την πληρωμή καταλοίπου πίστωσης με σύμβαση αλληλοχρέου λογαρασμού, έλαβε υπόψη παρά τον νόμο αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της ενάγουσας που εμφάνιζαν την κίνηση του λογαριασμού.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ότι τα αποσπάσματα αυτά δεν ήσαν επικυρωμένα από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο ή δεν είχαν εξαχθεί από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα βιβλία της.

Επειδή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ.,112 Εισ.ν.Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7-/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεση τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και εριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (Εισ.ν.Α.Κ. 112 παρ.2), τον χαρακτήρα δε συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, δι' αποσβέσεως κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Τον χαρακτήρα, τέλος, σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Κατά τη διάρκεια της ισχύος του λογαριασμού, η τυχόν αξίωση της πιστώτριας τράπεζας, που προκύπτει από το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού, στον οποίο μπορεί να υπάρχουν και πιστωχρεώσεις κονδυλίων οφειλόμενων τόκων, δεν υπόκεινται σε παραγραφή, διότι οι αξιώσεις αυτές δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αφού με τη σύμβαση έχει συμφωνηθεί η εξόφληση τους με τον τελικό διακανονισμό κατά το κλείσιμο του λογαριασμού.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 250 αρ.1 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται όχι όλες οι αξιώσεις μεταξύ εμπόρων αλλά εκείνες μόνο που έχουν ως περιεχόμενο την καταβολή τιμήματος για χορηγηθέντα εμπορεύματα ή την καταβολή ανταλλάγματος για την εκτέλεση εργασιών, και την επιμέλεια αλλότριων υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένων και των γενομένων δαπανών, και άρα η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας εναντίον εμπόρου, στον οποίο χορήγησε πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για την καταβολή του κατά το οριστικό κλείσιμο προκύπτοντος καταλοίπου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τυχόν κονδύλια οφειλόμενων τόκων, υπόκειται στη συνήθη κατά το άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετή παραγραφή, αδιάφορος της αναγνωρίσεως ή μη του καταλοίπου από τον οφειλέτη και όχι στην κατά το άρθρο 250 ΑΚ πενταετή παραγραφή.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση πενταετούς παραγραφής, κατά το άρθρο 250 αρ. 1 και15 ΑΚ, δεχθέν ότι η αξίωση της ενάγουσας τράπεζας για πληρωμή του καταλοίπου του κλεισθέντος οριστικώς αλληλοχρέου λογαριασμό παροχής πίστωσης, τόσο για τα επί μέρους κονδύλια των πιστώσεων όσο και για τους επ' αυτών τόκους, υπόκειται σε παραγραφή εικοσαετή και όχι πενταετή, όπως ισχυρίζοντο οι εναγόμενοι, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 249 και 250 ΑΚ και απέκρουσε την εφαρμογή του άρθρου 250 αρ.1 και 15 του ίδιου Κώδικα, γι' αυτό και περί του αντιθέτου τρίτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06.12.2008 αίτηση των ... και ...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 559/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ