Supreme Court allows appeal against res judicata claim due to subsequent change in labor law regime.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision that relied on res judicata. The lower court held that prior final judgments on salary disputes established binding precedent for later claims within the same employment relationship. The court ruled that this principle fails when the legal regime governing the relationship changes after the initial judgments, as the identity of the legal cause is lost. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply to subsequent claims regarding the same legal relationship if the legal regime governing the relationship has changed, thereby destroying the identity of the legal cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 910 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 910/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΊΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.
Της αναιρεσίβλητης : Γ. Μ. Ψ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2762/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8300/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24 Οκτωβρίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 13 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιος νέος νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις, που στηρίζονται στις ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ. Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, η 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ' αριθμ.
ΑΥΕ 16.170/1981 και 18.749/1981 αντίστοιχα, ορίζει στον όρο 28 αυτής ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, ενώ με τους όρους 12 και 13 της νεότερης 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ιδίου ως άνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ (ΑΥΕ 17663/1982) προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Εξάλλου, το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1-7-1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.
Με τη διάταξη του άρθρου 9 της ΕΣΣΕ αυτής ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και στη συνέχεια του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργάζεται από το έτος 1983 ως καθαρίστρια στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, που είναι ΝΠΔΔ και ότι με τις 1827/1994 και 5979/1996 αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών αυτής κατά του αναιρεσείοντος, κρίθηκε ότι, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1985 έως 30-6-1985 και από 1-1-1992 μέχρι 31-12-1992 αντίστοιχα, οι αποδοχές της διέπονταν από τις διατάξεις της ΔΑ 42/1981, που εξακολούθησαν να έχουν εφαρμογή και μετά την 1-7-1988, που ίσχυσε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις του απορρέει δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 9-6-1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αντιδίκου της όμοιες αξιώσεις της του μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από 1-1-1995 μέχρι 31-12-1995. 'Ετσι δέχθηκε τούτο ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται να λάβει τις αξιούμενες με την εν λόγω αγωγή της μισθολογικές διαφορές του ως άνω χρονικού διαστήματος και, μετά την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος και εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου περί δεδικασμένου, διότι από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., για την παρούσα υπόθεση, η οποία έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία και δη αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 31-12-1995, με βάση την από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υ.Ε. 24/23-3-1994), η με την οποία μεταβλήθηκε από της ενάρξεως ισχύος της (1-1-1994) το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αξιώσεις που κρίθηκαν με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις.
Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της Δ.Α. 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8300/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ