Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for raising fraud claim not previously presented in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the first-instance judgment regarding the debtor's debt restructuring. The appellant argued the debtor fraudulently entered insolvency, but the court found this claim was not raised during the original trial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the new argument violated procedural rules requiring prior presentation of facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 562 para. 2b of the Code of Civil Procedure: A claim alleging fraudulent insolvency is inadmissible if not raised in the original proceedings, as it constitutes a new argument violating the principle of contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή. Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τρίγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι: "...φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη, της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου, ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατ' άρθρ. 741 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.
Ειδικότερα δε, όσον αφορά την εξαίρεση που αφορά τα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση, σ' αυτήν υπάγονται κυρίως λόγοι αναιρέσεως που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (βλ.
ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1620/2005 Δ. Κονδύλης Δίκη 26 σελ. 987 - 988, ΑΠ 226/1993 Ελ. Δ/νη 35, 1074), καθώς και οι λόγοι των αριθμ. 1, 17 και 19 του άρθρου 559 (Δ. Κονδύλης οπ. παρ). Τα δε πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, πρέπει να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 168/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 11-1-2012 αίτησή της, η αιτούσα ζήτησε, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής προς τη διαλαμβανόμενη στην αίτηση πιστώτριά της, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτής, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής της απ' αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτή υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (Ειρηνοδικείο Πατρών), με την υπ' αριθμόν 237/2014 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση, εν μέρει ως ουσία βάσιμη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν. Η καθ' ης η αίτηση τράπεζα ζήτησε με την έφεσή της, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της εφεσίβλητης και η αιτούσα ζήτησε με την αντέφεσή της την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή της, επικαλούμενες και οι δύο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια, αφού συνεκδικάστηκαν, απορρίφθηκε η έφεση κι έγινε εν μέρει δεκτή η αντέφεση ως ουσία βάσιμος. Εξαφανίστηκε δε η υπ' αριθμόν 237/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών και ακολούθως η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή και ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας, ενώ εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της.
Ειδικότερα η υπ' αριθμ. 236/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έκρινε ότι: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αιτούσας, η οποία περιέχεται στα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων ταυτάριθμα προς την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζονται μετ' επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η γεννηθείσα το έτος 1977 αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα είναι άνεργη εγγεγραμμένη στον ΟΑΕΔ και μη διαθέτοντας εισοδήματα, ενώ ο σύζυγός της, Δ. Μ., με τον οποίο βρίσκονται σε διάσταση, απασχολείται ως εργάτης, αποκερδαίνοντας κατά μέσο όρο το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2015).
Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, γεννηθέντα τα έτη 1999 και 2002 αντίστοιχα, από τα οποία το δεύτερο παρουσιάζει βαριά νοητική υστέρηση με δείκτη νοημοσύνης μικρότερο του 30 και διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή του τύπου του αυτισμού με ποσοστό αναπηρίας 80% (βλ. την υπ' αριθμόν .../2009 γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ ...
και την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../6-10-2011 γνωμάτευση - βεβαίωση του ψυχολόγου του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων ...). Η αιτούσα διαμένει με τα δύο τέκνα της σε ευρισκόμενο στα ..., επί της οδού ..., διαμέρισμα, το οποίο ανήκει στην ίδια κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, δοθέντος ότι ο σύζυγός της αποχώρησε από την ανωτέρω οικογενειακή στέγη στις 4-3-2014 και έκτοτε έχει διαστασθεί η έγγαμη συμβίωσή τους (βλ.
την από 30-1-2015 και υπ' αριθμόν έκθεση κατάθεσης δικογράφου 316/30-1-2015 αγωγή διαζυγίου). Σε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης χρόνο, η αιτούσα είχε αναλάβει ως εγγυήτρια χρέη με πρωτοφειλέτη το σύζυγό της, δυνάμει των καταρτισθεισών με την εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ως πιστοδότρια με αριθμούς ...7561, ...7791 και ...5038 συμβάσεων στεγαστικών δανείων, με υπόλοιπο οφειλών, στις 17-2-2012, τα ποσά των 127.403,91 ευρώ, των 68.384,85 ευρώ και των 14.072,82 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικού ποσού 209.861,58 ευρώ.
Η αιτούσα, λόγω της υπερχρέωσής της, που επήλθε εντός κλίματος οικονομικής υπεραισιοδοξίας και του ύψους των μηνιαίων δόσεων που απαιτείται να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των προπαρατεθεισών δανειακών συμβάσεων, εξαιτίας και των υψηλών επιτοκίων, έχει παύσει την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Στην περιέλευση αυτής σε κατάσταση αδυναμίας ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, συντέλεσε η αδυναμία εξεύρεσης εργασίας, σε συνδυασμό με τη μείωση των αποδοχών του εν διαστάσει συζύγου της, λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης και της υπερφορολόγησης των διαθέσιμων εισοδημάτων, χωρίς μάλιστα να αναμένεται να βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση στο εγγύς μέλλον.
Συντρέχει επομένως, μη αναγόμενη σε δόλο της απούσας μόνιμη πραγματική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής, η οποία στερείται, ενόψει των προαναφερθέντων, εμπορικής ιδιότητας και άρα πτωχευτικής ικανότητας, προς την ανωτέρω μετέχουσα πιστώτριά της. Η αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της προειρημένης κείμενης στα ...
και επί της οδού ... οικοδομής, επιφάνειας 94,95 τ.μ., και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 500/1000, ενώ δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Το εν λόγω ακίνητο χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία της απούσας και δεν θα ρευστοποιηθεί. Συντρέχουν επομένως οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα, η ρύθμιση των χρεών της απούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας προς την ως άνω πιστώτρια αυτής από τα προδιαληφθέντα εισοδήματά της επί πενταετία, αρχής γενομένης από το πρώτο πενθήμερο του επόμενου μήνα από την επίδοση της παρούσας δευτεροβάθμιας απόφασης και εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός.
Μέσω της συμμετοχής του συζύγου της διά του προαναφερθέντος μηνιαίου εισοδήματός του των 700 ευρώ, καλύπτονται οι βιοτικές ανάγκες της απούσας και των τέκνων τους...". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της από 7-5-2018 αναίρεσης, η αναιρεσείουσα τράπεζα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κρίσης της περί μη οφειλόμενης σε δόλο της αναιρεσίβλητης περιέλευσής της σε κατάσταση μόνιμης και γενικής πραγματικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της.
Ειδικότερα δε, προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί δολίας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε οικονομική αδυναμία και ότι η παραβίαση αυτή, προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης και δεν απαιτείται η επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Εν προκειμένω δε, η αναιρεσείουσα ως σφάλμα εντοπίζει την εξής παραδοχή της ανωτέρω επισκοπηθείσας αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Η αιτούσα, λόγω της υπερχρέωσής της, που επήλθε εντός κλίματος οικονομικής υπεραισιοδοξίας και του ύψους των μηνιαίων δόσεων που απαιτείται να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των προπαρατεθεισών δανειακών συμβάσεων, εξαιτίας και των υψηλών επιτοκίων, έχει παύσει την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Στην περιέλευση αυτής σε κατάσταση αδυναμίας ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της συντέλεσε η αδυναμία εξεύρεσης εργασίας σε συνδυασμό με τη μείωση των αποδοχών του εν διαστάσει συζύγου της λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης και της υπερφορολόγησης των διαθέσιμων εισοδημάτων, χωρίς μάλιστα να αναμένεται να βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση στο εγγύς μέλλον.
Συντρέχει επομένως μη αναγόμενη σε δόλο της απούσας μόνιμη πραγματική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής, η οποία στερείται, ενόψει των προαναφερθέντων, εμπορικής ιδιότητας και άρα πτωχευτικής ικανότητας, προς την ανωτέρω μετέχουσα πιστώτριά της...". Οι παραπάνω παραδοχές όμως δεν αποτελούν αιτιολογία σε κάποια ένσταση της αναιρεσείουσας, η οποία ουδόλως υποβλήθηκε, ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση, ενώ και τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ούτε γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής, αλλά αντίθετα αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης.
Ειδικότερα δε η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης περί "υπερχρέωσής της (αιτούσας), που επήλθε εντός κλίματος οικονομικής υπεραισιοδοξίας", περιγράφει το κλίμα της εποχής λήψης δανείων από την αιτούσα και την προμνημονιακή περίοδο, ενώ ακόμη η παραδοχή του ύψους των δόσεων των δανείων, η αύξηση των επιτοκίων σε συνδυασμό με την μείωση των εισοδημάτων αυτής και του εν διαστάσει συζύγου της, ο οποίος είναι και ο πρωτοφειλέτης των δανείων και η αιτούσα ως εγγυήτρια, συνιστούν αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της ως άνω απόφασης περί περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνεται στις προτάσεις ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της αναιρεσείουσας αλλά και τα λοιπά έγγραφα.
Εξάλλου και η αναιρεσείουσα εμμέσως πλην σαφώς, δέχεται ότι προβάλλει για πρώτη φορά με το αναιρετήριο, τον ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε οικονομική αδυναμία, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2β Κ.Πολ.Δικ. και στηρίζοντας την αναίρεσή της σε "σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση", περίπτωση, όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ, 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/ 2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-5-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 237/29-5-2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 236/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ