Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to present arguments orally in court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the reinstatement of a union leader. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific written submissions and facts not explicitly raised in the initial complaint. The court rejected these claims as inadmissible because the appellant did not present these arguments orally during the hearing, violating procedural requirements for new claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8)(a), (b) of the Code of Civil Procedure; Art. 242(2) of the Code of Civil Procedure: Arguments not presented orally in court are inadmissible unless they constitute 'things' essential for the legal foundation of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Γκιμπιρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1722/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 5749/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος τους) και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων": "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρ. 92 Α.Κ., της συνδικαλιστικής οργάνωσης. β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρ. 79 Α.Κ., διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 69 του Αστικού Κώδικα και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15". Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Αν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους), περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της σχετικής αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρο 1 ν. 1264/1982), β) ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοίκησής του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου, γ) ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη.
Η διεύρυνση των λόγων για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσης απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξης αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική (Α.Π. 363/2015, 1218/2013). Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω ν. 1264/1982: "Ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρ. 14 παρ. 5, 8 και 9 ή που αρνούνται την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυσή του έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ή που αρνούνται την επαναπρόσληψη και πραγματική απασχόληση των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρ. 24, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή μέχρις 1.000.000 δρχ.
για κάθε παράβαση ή άρνηση". Η διάταξη του άρθρου 24 ν. 1264/1982 έχει τον τίτλο "αποκατάσταση συνδικαλιστών" και αναφέρεται σε μέλη διοικήσεων ή ιδρυτικά μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων ή εργαζομένους των οποίων οι συμβάσεις εργασίας "έχουν καταγγελθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 330/1976" (άρθρο 24 παρ. 1-3 ν. 1264/1982).
Εξ άλλου παρά τον ποινικό χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 23 παρ. 2 ν. 1264/1982, είχε γίνει δεκτό ότι από αυτήν δημιουργείται μεν υποχρέωση του εργοδότη για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου στην περίπτωση που ο τελευταίος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση, η υποχρέωση όμως αυτή δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας αλλά μόνο όταν η άρνηση του εργοδότη να τον απασχολεί είναι παράνομη, δηλαδή όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.
και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 9/2011). Ήδη όμως το άρθρο 656 Α.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται τα της υπερημερίας του εργοδότη, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 και το πρώτο εδάφιο αυτού διαμορφώθηκε ως εξής: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε".
Συνεπώς από την κατά τ' ανωτέρω αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 656 Α.Κ., η οποία κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως η προκειμένη, μόνη προϋπόθεση για την υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο είναι η υπερημερία του. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (Α.Π. 254/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία εδρεύει στον …" και προσφέρει υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης στο χώρο του κρατικού αερολιμένα …". Ο ενάγων προσλήφθηκε την 30-6-2009 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούμενος ως χειριστής ανυψωτικών μηχανημάτων εντός του κρατικού αερολιμένα της … με καθεστώς πλήρους απασχόλησης κατά το πενθήμερο σύστημα εργασίας.
Ο αιτών είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μάλιστα … του κλαδικού συνδικαλιστικού σωματείου "…" από τις 3-12-2010 που συγκροτήθηκε το διοικητικό συμβούλιο του ως άνω σωματείου μετά τις εκλογές της …2010. Το εν λόγω σωματείο έχει … ενεργά μέλη. Ο ενάγων παρέδωσε την 6-12-2010 στο διευθυντή της εναγομένης Γ.
Β. τη σχετική γνωστοποίηση και λόγω άρνησης να του χορηγηθεί από τη γραμματεία του Γ. Β. το σχετικό πρωτόκολλο, κατόπιν εντολής του, με αποτέλεσμα το παραπάνω σωματείο να αποστείλει την 16-12-2010 σχετική τηλεομοιοτυπία (fax). Σημειώνεται ότι ο ενάγων είχε ενεργό συνδικαλιστική παρουσία από το Νοέμβριο του 2004 ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του παραπάνω σωματείου, όταν εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα στον ίδιο χώρο εργασίας με τον ίδιο διευθυντή Γ.
Β., όταν εργοδότης του ήταν η …, πριν την εκποίησή της και τη δημιουργία της εναγομένης όσον αφορά τη συγκεκριμένη επιχειρησιακή λειτουργία. Μάλιστα ο ενάγων, ως εκπρόσωπος του σωματείου, παρακολουθούσε τις εξετάσεις εντός του χώρου του αερολιμένα … για τη χορήγηση πτυχίου για την αποπαγοποίηση αεροσκαφών (πτυχίο καλαθοφόρου) που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2012 παρουσία των διευθυντικών οργάνων της εναγομένης Β.
και Γ.. Την 18-10-2012 ο ενάγων και άλλοι τέσσερις εργαζόμενοι, που εργάζονταν ως χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων, κλήθηκαν από το γενικό διευθυντή της εναγομένης Κ. Γ., όπου τους ανακοινώθηκε ότι είτε θα αποδεχθούν τη μετατροπή της σύμβασής τους από πλήρη σε μερική απασχόληση είτε θα απολυθούν. Ο ενάγων αρνήθηκε, οπότε την επομένη 19-10-2012, όταν προσήλθε στην εργασία του, του ανακοινώθηκε παρουσία του Κ.
Γ., Γ. Β. και Α Μ. (διευθύντριας ανθρώπινου δυναμικού) η πρόθεση της εναγομένης να τον απολύσει. Τους ανακοίνωσε ο ενάγων το παράνομο της ενέργειάς τους καθόσον είναι εκλεγμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μάλιστα ταμίας του ως άνω σωματείου. Αντί άλλης απαντήσεως το απόγευμα εκείνης της ημέρας εμφανίσθηκε στην οικία του δικαστικός επιμελητής, ο οποίος του επέδωσε την έγγραφη καταγγελία, ο δε ενάγων την παρέλαβε με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του (βλ.
την... …/19-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Σ.). Η καταγγελία του ενάγοντος είναι άκυρη καθόσον δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 15 ν. 1264/1982 και δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 10 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, είχε δε δυνατότητα η εναγομένη να απασχολήσει τον ενάγοντα με πλήρη απασχόληση.
Μάλιστα η εναγομένη απασχολεί στον ίδιο τομέα του ενάγοντος 10 άτομα με πλήρη απασχόληση και δεν εδικαιολογείτο... άνευ ετέρου μερική απασχόληση τουλάχιστον του ενάγοντος κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 8 ν. 3846/2010. Ο τρόπος που έγινε η καταγγελία του ενάγοντος συνιστά απαξίωση του ενάγοντος καθόσον περιφρόνησε τη προσωπικότητά του ως άτομο και ως συνδικαλιστή.
Πρέπει δε να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών, της κοινωνικής θέσης του (έγγαμος ηλικίας 53 ετών) και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το ποσό των 10.000 ευρώ. Η μη απασχόληση του ενάγοντα προσβάλλει τη προσωπικότητά του ενόψει περαιτέρω ενόψει και των μη αμφισβητουμένων πρωτόγνωρων για ευνομούμενο κράτος δικαίου επικρατουσών δημοσιονομικών, οικονομικών και εργασιακών συνθηκών και συνεπώς είναι ουσία βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα.
Περαιτέρω η εναγομένη, λόγω της άκυρης καταγγελίας του ενάγοντος, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 19-10-2012 έως 15-3-2013, που ανέρχονται στο ποσό των 855 (19-10-2012 - 31-10-2012) + 4,5 μ. Χ 1.781,21 = 855 + 8.015,45 = 8.870,45 ευρώ νομιμότοκα από το τέλος εκάστου μηνός που ήσαν απαιτητοί ως μισθοί". Με βάση αυτές τις παραδοχές και επί πλέον παραδοχές για συμψηφισμό μέρους του ποσού των 8.870,45 ευρώ με την αναφερόμενη ανταπαίτηση της εναγομένης ποσού 4.654,90 ευρώ, το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά των 4.215,55 και των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, υποχρέωσε δε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με απειλή χρηματικής ποινής. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα:
Α) Της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το ν. 1264/1982 διαδικασία παρά τη συνδικαλιστική ιδιότητα αυτού, την οποία γνώριζε η εναγομένη δια των αναφερόμενων οργάνων της. Ως εκ περισσού δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με επάλληλη αιτιολογία, ότι ο ενάγων είχε τη γνωστή στην εναγομένη ιδιότητα του συνδικαλιστή και όταν απασχολούνταν στην προηγούμενη εργοδότριά του … (διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη) με τον ίδιο διευθυντή και ότι, ως εκπρόσωπος του συνδικαλιστικού σωματείου, παρακολουθούσε τις εξετάσεις εντός του χώρου του αεροδρομίου … για τη χορήγηση πτυχίων αποπαγοποίησης αεροσκαφών.
Β) Της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος συνεπεία της οποίας αυτός υπέστη ηθική βλάβη. Ειδικότερα σε σχέση με το τελευταίο αυτό ζήτημα εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναφερόμενοι προϊστάμενοί του κάλεσαν τον ενάγοντα να αποδεχθεί τη μετατροπή της σύμβασής του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, ότι μετά την άρνησή του τον κάλεσαν εκ νέου και του ανακοίνωσαν ότι πρόκειται να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του και ότι όταν αυτός επικαλέσθηκε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα, του επεδόθη η καταγγελία με δικαστικό επιμελητή, στη συνέχεια δε παρατίθεται η σαφής παραδοχή ότι: "Ο τρόπος που έγινε η καταγγελία του ενάγοντος συνιστά απαξίωση του ενάγοντος καθόσον περιφρόνησε τη προσωπικότητά του ως άτομο και ως συνδικαλιστή".
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ή ένστασης) λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α και εδ. β Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 10 και 15 ν. 1264/1982 αφενός και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφετέρου δέχθηκε ότι η από 15-1-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμη και ορισμένη, ενώ αυτή ήταν απορριπτέα ως αόριστη διότι ο ενάγων δεν ανέφερε σ' αυτήν ότι ήταν νομίμως εκλεγείς συνδικαλιστής και ότι η εναγομένη γνώριζε την ιδιότητά του αυτή.
Β) Με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ. δέχθηκε ότι η από 15-1-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμη και ορισμένη ως προς το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ αυτή ήταν αόριστη διότι ο ενάγων δεν ανέφερε ποια ακριβώς ήταν η ζημία του υπό τη μορφή της ηθικής βλάβης ούτε τα κριτήρια που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό του "εύλογου" της χρηματικής ικανοποίησης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής για τους ανωτέρω λόγους (επικαλείται μόνο προβολή του με τις έγγραφες προτάσεις της και όχι και προφορικά με καταχώρησή του στα πρακτικά) ούτε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του για πρώτη φορά στο εφετείο.
Ειδικώς δε όσον αφορά την προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Σε κάθε περίπτωση με την από 15-1-2013 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως χειριστής ανυψωτικών μηχανημάτων στο χώρο του κρατικού αερολιμένα …, ότι ήταν εκλεγμένος συνδικαλιστής και ειδικότερα ταμίας του εννεαμελούς διοικητικού συμβουλίου του κλαδικού συνδικαλιστικού σωματείου …, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγομένη, ότι η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ακύρως, δηλαδή χωρίς να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία καταγγελίας της, με συνέπεια να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και ότι η εναγομένη με την αναφερόμενη συμπεριφορά της που κορυφώθηκε με την άκυρη απόλυσή του προσέβαλε την προσωπικότητά του, καταρράκωσε την εργατική και συνδικαλιστική του αξία και υπόληψη και τον απαξίωσε στην αντίληψη των συναδέλφων του, καθιστώντας τον ταυτοχρόνως αντικείμενο παραδειγματισμού.
Ζήτησε δε, κατά την κύρια βάση της αγωγής του που θεμελιώθηκε στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1264/1982: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά: α) για μισθούς υπερημερίας του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον επαναπροσλάβει στην ίδια θέση με απειλή χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμόρφωσης αυτής.
Συνεπώς η αγωγή περιείχε τα αναφερόμενα στην αρχή της προηγούμενης σκέψης στοιχεία τα οποία ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της και ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό της ότι η αγωγή κατά το αίτημά της για επαναπρόσληψη και απασχόληση του ενάγοντος ήταν αόριστη άλλως μη νόμιμη, ενώ αν το εφετείο ελάμβανε υπόψη τον προταθέντα αυτόν ισχυρισμό του θα απέρριπτε το αίτημα επαναπρόσληψης του ενάγοντος.
Β) Με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι: "Η μη απασχόληση του ενάγοντα προσβάλλει τη προσωπικότητά του ενόψει περαιτέρω ενόψει και των μη αμφισβητουμένων πρωτόγνωρων για ευνομούμενο κράτος δικαίου επικρατουσών δημοσιονομικών, οικονομικών και εργασιακών συνθηκών", παρά το γεγονός ότι αντίστοιχος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τον ενάγοντα, αν δε το εφετείο δεν ελάμβανε υπόψη τον μη προταθέντα αυτό ισχυρισμό θα απέρριπτε το αίτημα για επαναπρόσληψη του ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το πρώτο σκέλος του προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής για τους ανωτέρω λόγους (επικαλείται μόνο προβολή του με τις έγγραφες προτάσεις της και όχι και προφορικά με καταχώρησή του στα πρακτικά) ούτε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του για πρώτη φορά στο εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι τα στοιχεία τα οποία ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι ελλείπουν από την αγωγή και τα στοιχεία τα οποία ισχυρίζεται ότι ελήφθησαν υπόψη χωρίς να προταθούν δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προπαρατεθείσα έννοια.
Ειδικότερα τα στοιχεία αυτά δεν ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση του αιτήματος για αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 656 Α.Κ., για τη νόμιμη θεμελίωση του αιτήματος αυτού αρκεί η επίκληση της υπερημερίας του εναγομένου εργοδότη.
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι τα στοιχεία αυτά ως εκ περισσού περιλαμβάνονταν στην αγωγή. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 5749/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ