Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment regarding contract validity under good morals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a property contract. The appellant argued the contract violated good morals due to the defendant's exploitation of his financial distress and health issues, but the court found no evidence of such abuse. Consequently, the court ruled the lower court correctly applied the law and rejected the appeal arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178, 179, 180 of the Civil Code; A contract is void if it violates good morals, but this requires proof of exploitation of need or ignorance, which was not established here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 90/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Ν., κατοίκου Καλύμνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Γρύλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2010 μη οριστική και 187/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 27-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, όπως τούτο προκύπτει από την από 9-12-2014 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κω Μ. Κ. στο επιδοθέν στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος. Η επίδοση έγινε με παραγγελία του δικηγόρου Ευτυχίου-Δημητριού Καλαμίδα, ο οποίος είχε καταστεί ειδικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2014 πληρεξουσίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Περικλέους Χατζηδάκη. Κατά την αρχική δικάσιμο της 11-5- 2015 η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, της τοιαύτης αναβολής επεχούσης θέσης κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚολΔ). Ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε παρέστη με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 178 Α. Κ. " Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά δε το άρθρο 179 Α.Κ. "Άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Τέλος, κατά το άρθρο 180 Α.Κ. "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 187/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η από 12-11-2007 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έγιναν δεκτά τα εξής : "Οι διάδικοι συνδέονται με συγγενικό δεσμό (πρώτα ξαδέλφια).
Το καλοκαίρι 2004 ο εναγόμενος (ήδη α-ναιρεσείων) επισκέφθηκε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) και τον ενηρέρωσε για την πρόθεσή του να πωλήσει το ιδιόκτητο κατάστημα (καφενείο) που διατηρούσε στην περιοχή ..., του ζήτησε δε, λόγω της συγγενικής τους σχέσης, να το αγοράσει ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος και διατηρούσε ταβέρνα στην ίδια περιοχή.
Ο ενάγων αποδέχτηκε την πρόταση αυτή, συμφώνησε δε και για το ύφος του τιμήματος, ποσού 80.000 ευρώ, το οποίο ζήτησε ο εναγόμενος. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής και μετά την έγκριση στον ενάγοντα σχετικού δανείου από την Τράπεζα Πειραιώς, οι διάδικοι προέβησαν στην κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../8.3.2005 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Ιωάννη Νικολάου Ρήγα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.
Δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου, ο εναγόμενος μεταβίβασε στον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο, εκτάσεως 860 τμ., μετά της εντός αυτού παλαιάς ισόγειας οικοδομής (καφενείο), επιφανείας 95,50 τμ., το οποίο (οικόπεδο) αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία... Το συμφωνηθέν τίμημα για την πώληση, ποσού 80.000 ευρώ, πιστώθηκε εξ ολοκλήρου, συμφωνήθηκε δε μεταξύ των συμβαλλομένων να καταβληθεί από τον ενάγοντα - αγοραστή ατόκως το αργότερο εντός έτους από την υπογραφή του συμβολαίου, με δάνειο του τελευταίου από την Τράπεζα Πειραιώς ή οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εταιρεία....
Το τίμημα εξοφλήθηκε με δίγραμμη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του ενάγοντος σε διαταγή του εναγομένου, με ημερομηνία εκδόσεως 9.6.2005... Όπως βεβαιώνεται δε στην υπ’ αριθμ .../14.3.2006 πράξη ανάληψης γραμματίου παρακαταθήκης του ιδίου συμβολαιογράφου, ο εναγόμενος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του άνω συμβολαιογράφου και παρέλαβε α π’ αυτόν το υπ’ αριθμ.
…/5-9-2005 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Γραφείου Παρακαταθηκών Καλύμνου, με το οποίο ο ενάγων είχε καταθέσει υπέρ του εναγομένου το τίμημα, ποσού 80.000 ευρώ. Στη συνέχεια, μετά την κατά τα ανωτέρω πώληση του ακινήτου, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίος ο εναγόμενος συμφωνήθηκε να παραμείνει στο χρήση του ακινήτου, προκειμένου να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης καφενείου, μέχρις ότου ο ενάγων ζητήσει την απόδοσή του.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας του χρησιδανείου, ο εναγόμενος εξακολούθησε τη χρήση της επιχείρησης καφενείου που διατηρούσε στο πωληθέν ακίνητο μέχρι το Νοέμβριο 2006, οπότε αδυνατώντας να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης, κυρίως εξ αιτίας του τραυματισμού της μητέρας του, που τον βοηθούσε σημαντικά σ’ αυτήν, άρχισε να αναζητά τρίτα πρόσωπα, με σκοπό την εκμίσθωση της επιχείρησης.
Όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, θεωρώντας ότι παραβιάζονται οι όροι της ανωτέρω συμφωνίας του με τον εναγόμενο, στις 8.5.2007 επέδωσε προς αυτόν την από 30.4.2007 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου και ζήτησε από τον εναγόμενο να του αποδώσει το ως άνω ακίνητο.
Σε απάντηση του εξωδίκου αυτού ο τελευταίος απέστειλε προς τον ενάγοντα την από 1.6.2007 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία αρνήθηκε να αποδώσει το ακίνητο... Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη ως αισχροκερδής και ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Όμως από τα ανωτέρω εκτιθέμενα ουδόλως αποδείχθηκαν περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι ο ενάγων εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του εναγομένου, ώστε επωφελούμενος των καταστάσεων αυτών να πετύχει στη συνομολόγηση δυσανάλογων ωφελημάτων.
Και αν ακόμη υποτεθεί ότι υπήρξε προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής αφού τιμή πώλησης του ως άνω ακινήτου (80.000 ευρώ) υπολειπόταν της αντικειμενικής αξίας του (100.000 ευρώ), όπως αυτή εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Καλύμνου, επομένως και της εμπορικής του αξίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνήθως υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, το στοιχείο τούτο δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η επίδικη σύμβαση πωλήσεως ως καταπλεονεκτική.
Και τούτο, διότι απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και τα στοιχεία, α) της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας ενός των συμβαλλομένων και β) η εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου. Τέλος, ούτε αντίθεση της δικαιοπραξίας αυτής προς τα χρηστά ήθη αποδείχθηκε, αφού από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, το περιεχόμενο και τον τρόπο σύναψης της επίδικης σύμβασης, σε συνδυασμό με την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων για την κατάρτισή της, δεν προκύπτει ότι η δικαιοπραξία αυτή είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178, 179 και 180 Α.Κ, οι οποίες υπό τις ως άνω παραδοχές του, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του εναγομένου και συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του δυσανάλογα ωφελήματα, δεν ήταν εφαρμοστέες. Ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ως άνω παραδοχή ότι δεν απεδείχθησαν πραγματικά περιστατικά εκμετάλλευσης της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του εναγομένου, έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως αβάσιμη την από τα άρθρα 178, 179 και 180 Α.Κ. ένσταση του εναγομένου, η οποία επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως. Ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόφη του όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο εναγόμενος για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασης του, την οποία υπέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεση του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόφη του : α) την κατάσταση της υγείας του, β) τη στενή συγγενική του σχέση με τον ενάγοντα, γ) την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης, δ) την εύλογη πεποίθηση που του είχε δημιουργήσει ο ενάγων ότι δεν θα αποχωρούσε ποτέ από το ακίνητο και ε) το καταφανώς μικρότερο της πραγματικής αξίας τίμημα της αγοραπωλησίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου, ο τελευταίος δεν είχε επικαλεσθεί τα ως άνω περιστατικά για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του, αλλά υποστήριξε ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος είναι καταχρηστική, "τόσο ως προς την εξαπάτησή του και τη συνδρομή των όρων 131 και 179 Α.Κ., όσο και επειδή, μεταγενέστερα συνέδραμε με τη συμπεριφορά του στη πεποίθησή του πως δεν είχε πρόθεση να του πάρει το ακίνητο", περιστατικά που και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική της άσκηση της ένδικης αγωγής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 145/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ