Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and evidence evaluation in labor fee dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by a real estate company against a labor fee judgment. The court found the appeal inadmissible because the appellant's lawyer acted as a witness without prior board approval and the evidence presented was already considered by the lower court. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 95-98, 104, 574, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 49, paragraph 2, item a of the Lawyers Code; Article 400, number 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559, number 8 of the Code of Civil Procedure: A lawyer cannot be examined as a witness in a case where they acted as counsel without prior permission, and evidence evaluation does not constitute a ground for appeal under Article 559, number 8.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ατομικής κτηματομεσιτικής επιχείρησης του Η. Φ. με τον διακριτικό τίτλο "ELKA REAL ESTATE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Κ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Α. Τ., κατοίκου ..., 2) Ε. θυγ. Α. Τ., κατοίκου ... και 3) Π. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκούβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3737/2006 και 3205/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 26-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 94§§ 1 και 2, 95-98, 104, 574 και 576 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια, και δη ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται δια (ή μετά) πληρεξουσίου δικηγόρου και μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο (α) στο ειρηνοδικείο (β) στα ασφαλιστικά μέτρα και (γ) προς αποτροπή επικειμένου κινδύνου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όλες οι διαδικαστικές πράξεις που απαρτίζουν την διαδικασία της δίκης, μεταξύ των οποίων ειδικότερα και η άσκηση (κατάθεση) των ενδίκων μέσων, πρέπει να επιχειρούνται δια του πληρεξουσίου δικηγόρου. Εξάλλου, κατά το αρθ. 49§2 εδ. α' του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων σε κάθε περίπτωση ο δικηγόρος δεν μπορεί να εξετάζεται ως μάρτυρας σε υπόθεση, στην οποία αναμίχθηκε ως δικηγόρος χωρίς προηγουμένη άδεια του Δ.Σ.
του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις του Προέδρου αυτού, συναφώς δε ορίζεται ότι οι δικηγόροι (α) δεν εξετάζονται, κατ' αρθ. 400 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όταν κληθούν ως μάρτυρες, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύθηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας κλπ., ο λόγος δε αυτός εξαίρεσης, όπως προκύπτει από το αρθ. 403§§ 2 και 4 ΚΠολΔ, καθιερώνεται μόνο υπέρ του εντολέα του δικηγόρου που εξετάζεται ως μάρτυρας και (β) έχουν δικαίωμα, κατ' αρθ. 401 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ν' αρνηθούν να εξετασθούν ως μάρτυρες για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών που απαγορεύουν ή αποκλείουν την εξέταση ως μαρτύρων των δικηγόρων που αναμίχθηκαν με την ιδιότητα αυτή σε συγκεκριμένη υπόθεση, συνάγεται κατ' αντιδιαστολή ότι δεν απαγορεύεται η εκ μέρους του δικηγόρου που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπέρ διαδίκου σε κάποιο βαθμό δικαιοδοσίας επιχείρηση μετά ταύτα διαδικαστικής πράξης για τον διάδικο αυτόν στο στάδιο της αναιρετικής δίκης και ειδικότερα η άσκηση από τον δικηγόρο, που εξετάσθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ως μάρτυρας κάποιου διαδίκου, αναίρεσης υπέρ αυτού κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η δικηγόρος που άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης εξετάσθηκε ως μάρτυρας των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το γεγονός, όμως, αυτό δεν συνεπάγεται απαράδεκτο της αναίρεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι (αρθ.571 §4 εδ.
α', 570 ΚΠολΔ).
II. Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 703 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης, από την διάταξη δε αυτή σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη.
Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της κατάρτισης της πράξης, για την οποία δόθηκε η εντολή. Οι έννοιες της μεσολάβησης και της υπόδειξης δεν ορίζονται στο νόμο και, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν αλλά όχι και απαραίτητο να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, την μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος προς το άλλο όρων και την διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ υπόδειξη ευκαιρίας, που είναι κάτι λιγότερο από την μεσολάβηση, συνιστά η εκ μέρους του μεσίτη ενημέρωση απλώς του ενός ή και των δύο ενδιαφερόμενων για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτούς δυνατότητας σύναψης της σύμβασης, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες αυτού, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικά και κύρια το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη.
Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί ν' αφορά μόνο την μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ή και αμφότερες. Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθ. 211 ΑΚ δήλωση βούλησης που γίνεται από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου), μέσα στα όρια της εξουσίας προς αντιπροσώπευση, ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατ' εκτίμηση αυτής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι τον Ιανουάριο του 2003 η δεύτερη αυτών, συνεργάτιδα της ατομικής κτηματομεσιτικής επιχείρησης με τον διακριτικό τίτλο "ELKA REAL ESTATE" του πρώτου ενάγοντος Η.
Φ., αφού εντόπισε ενοικιαστήρια προς εύρεση μισθωτή για το περιγραφόμενο εκεί ακίνητο, κυριότητας των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, πρότεινε προφορικά στον τρίτο των εναγομένων ν' αναλάβει η ως άνω επιχείρηση του πρώτου ενάγοντος, για λογαριασμό της οποίας η δεύτερη ενάγουσα λειτουργούσε ως στενός συνεργάτης, την διαμεσολάβηση και υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης για το ως άνω ακίνητο, η πρόταση δε αυτή σύναψης σύμβασης μεσιτείας έγινε αμέσως δεκτή και ο τρίτος των εναγομένων ως αντιπρόσωπος των δύο άλλων, συγκυριών του προς μίσθωση ακινήτου, συναντήθηκε με την δεύτερη ενάγουσα για να της παρουσιάσει το ακίνητο και αυτή να κανονίσει συνάντηση με μία από τις συνεργαζόμενες με την επιχείρηση του πρώτου ενάγοντος τράπεζες, ως αμοιβή δε για την ανάθεση της εντολής προς ανεύρεση και υπόδειξη μισθωτή του προς μίσθωση ακινήτου ορίσθηκε το ποσό ενός μηνιαίου μισθώματος , πλέον ΦΠΑ, ότι η επιχείρηση αυτή εκτελώντας την δοθείσα εντολή υπέδειξε ως μισθώτρια την "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΕ", η οποία κατόπιν χρονοβόρων διαπραγματεύσεων, με την συμμετοχή και της δεύτερης ενάγουσας, υπέγραψε την 8η Ιουλίου 2003 σύμβαση μίσθωσης με μηνιαίο μίσθωμα 6.8506 που ήταν άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαμεσολάβησης και υπόδειξης ευκαιρίας, ότι στην συνέχεια η δεύτερη ενάγουσα, ενεργώντας για λογαριασμό της μεσιτικής επιχείρησης του πρώτου ενάγοντος, αναζήτησε τους εναγομένους προκειμένου να καταβάλουν τη νόμιμα συμφωνηθείσα αμοιβή, αυτοί, όμως, δήλωσαν στη δεύτερη ενάγουσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι δεν αναγνωρίζουν την σύμβαση μεσιτείας και ότι λόγω της σε κάθε περίπτωση γενομένης διαμεσολάβησης προτίθενται να καταβάλουν το ποσό των 1500€, δεχθέντες τελικά ύστερ' από διαπραγματεύσεις να καταβάλουν το ποσό των 2.000€, απαιτώντας ταυτόχρονα να υπογράψουν οι ενάγοντες δύο σχετικά κείμενα (αποδείξεις), τα οποία οι τελευταίοι αρνήθηκαν να υπογράψουν λόγω κακόβουλης στρέβλωσης της πραγματικότητας και ανακριβούς περιεχομένου, ότι στην συνέχεια οι ενάγοντες με την από 7-8-2003 εξώδικη δήλωση που επέδωσαν στους εναγομένους τους προσκάλεσαν να καταβάλουν την συνολική οφειλομένη μεσιτική αμοιβή, εκείνοι, όμως, με εξώδικη απάντηση τους, επιδοθείσα στους ενάγοντες την 12-8-2003, με προσβλητικές εκφράσεις αρνήθηκαν ότι είχε συναφθεί σύμβαση μεσιτείας μεταξύ τους, διαπράττοντας κατά των εναγόντων και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των (α) 8083€ ως νόμιμη μεσιτική αμοιβή, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ και (β) 3000€ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
Όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με αυτό η δεύτερη ενάγουσα ενήργησε ως αντιπρόσωπος του πρώτου ενάγοντος Η. Φ. και όχι και για τον εαυτό της ατομικά και επομένως οι έννομες συνέπειες της επίμαχης σύμβασης μεσιτείας δεν επήλθαν στο πρόσωπο της. Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 3205/2007 απόφασή του και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη εκείνες για την άμεση αντιπροσώπευση, ενώ ουδόλως παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από τους ενάγοντες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ισχυρισμούς ως προς την ιδιότητα της δεύτερης ενάγουσας, αφού η κρίση του αυτή αφορά απλώς την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής. Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από το αρθ. 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους των εναγόντων και την εξαφάνιση προηγούμενης ερήμην αυτών απόφασης του κατά παραδοχή σχετικής ανακοπής τους, ότι οι δύο πρώτες των εναγομένων είναι συνιδιοκτήτριες ενός καταστήματος που βρίσκεται στην οδό ...
στην ..., το οποίο διέθεταν προς μίσθωση τον Ιανουάριο του 2003, ότι η δεύτερη των εναγόντων που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της κτηματομεσιτικής επιχείρησης του Η. Φ. ήλθε σε επικοινωνία με τον τρίτο εναγόμενο Π. Κ., σύζυγο της δεύτερης εναγομένης, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της συζύγου και πενθεράς του, πληροφορώντας τον ότι η πελάτης του γραφείου τους "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ενδιαφερόταν να μισθώσει το κατάστημα, ότι ο παραπάνω εναγόμενος ήλθε σε επικοινωνία με τον διευθυντή της Τράπεζας, όπως και ο δικηγόρος των εναγομένων ιδιοκτητριών του ακινήτου, και συμφωνήθηκε η εκμίσθωση του καταστήματος στην ως άνω τράπεζα έναντι μηνιαίου μισθώματος 6.800€, υπογράφηκε δε το μισθωτήριο συμβόλαιο την 8-7-2003, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες ιδιοκτήτριες του μισθίου καταστήματος είχαν δώσει εντολή στους ενάγοντες να τους υποδείξουν μισθωτή, ότι ειδικότερα μόνο η ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ δια των εκπροσώπων της Ν.
Π. και Γ. Κ. έδωσε γραπτή εντολή στην ατομική κτηματομεσιτική επιχείρηση του (πρώτου ενάγοντος) Η. Φ., να προβεί στην εξεύρεση ακινήτου για την λειτουργία του καταστήματος της στην οδό ... στην ..., γι' αυτό και κατέβαλε την μεσιτική αμοιβή, δηλ. ένα μίσθωμα, μετά την σύναψη της μισθωτικής σύμβασης και ότι εάν είχαν δώσει παρόμοια εντολή στους ενάγοντες οι ιδιοκτήτριες του μισθίου καταστήματος, θα είχε ζητηθεί και απ' αυτές να υπογράψουν το σχετικό έντυπο.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και έχοντας απορρίψει λόγω αοριστίας το αίτημα και την αντίστοιχη βάση της αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, καθόσον μέρος της κρίθηκε νόμιμη, κατά την βάση της από την σύμβαση μεσιτείας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
III. Κατά το αρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων) ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης και αντένστασης, δεν αποτελούν, όμως, πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των αποδείξεων.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος κατά το β' σκέλος του και τρίτος, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο (α) δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσειόντων εναγόντων, ενώ δέχθηκε στο σύνολό της την ανώμοτη κατάθεση του 3ου εναγομένου, παρά το γεγονός ότι αυτή αποτελεί επικουρικό αποδεικτικό μέσο (σημειουμένου ότι δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 της ως άνω διάταξης για παραβίαση της αποδεικτικής δύναμης των αποδεικτικών μέσων-ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται και αποβαίνει απορριπτέος ως απαράδεκτος στην εφαρμοσθείσα ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, αρθ. 678-681 ΚΠολΔ, κατά την οποία και όπως προκύπτει από την διάταξη του αρθ. 671 §1 εδ.
α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και σ' αυτήν, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατ' αρθ. 340 ΚΠολΔ, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 270§3, 339, 415-429 ΚΠολΔ η εξέταση των διαδίκων, που αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό εκείνου των μαρτύρων, δεν προϋποθέτει προηγούμενη κρίση του δικαστηρίου ότι τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται εντελώς από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και επομένως η εξέταση των διαδίκων μπορεί να γίνει και πριν από την εξέταση των προτεινομένων από τους διαδίκους μαρτύρων και την αξιολόγηση γενικά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού ρητά στο αναιρετήριο εκτίθεται ότι η προβαλλόμενη επικουρικότητα της ανώμοτης αυτής κατάθεσης δεν αναφέρεται στην αποδεικτική της δύναμη, ως προς την οποία είναι ισότιμη και ισοδύναμη προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κλπ.) και (β) δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα προσκομισθείσες δηλώσεις που συντάχθηκαν καθ' υπαγόρευση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες έπρεπε να υπογράψει η 2η αναιρεσείουσα προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ' αυτήν το ποσό των 2.000€, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου ότι για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη του και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ο αυτός δε δεύτερος λόγος κατά το α' σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραλείποντας να αξιολογήσει και εκτιμήσει την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσειόντων εναγόντων υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και η αξιολόγηση του περιεχομένου τους δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (στην οποία και κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της πρώτος αναιρεσείων είναι ο Η. Φ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2008 αίτηση των Η. Φ. κλπ. για αναίρεση της 3205/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ