Supreme Court partially allows appeal on interest claim and dismisses other grounds regarding employment termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute. The Court found the lower court erred by awarding compound interest on back wages without a specific claim for interest in the original lawsuit, violating procedural rules. Conversely, the Court dismissed arguments concerning the legality of the termination notice and the adequacy of the court's reasoning. Consequently, the case was remanded for further proceedings on the interest issue while the other claims were rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 9(a) of Section 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible for procedural errors such as awarding interest without a corresponding claim, but grounds regarding the legality of the termination or insufficient reasoning are inadmissible if the appeal does not address the merits of the underlying claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΟΛΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Τρίμης.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ανδρέας Ξενικάκης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.10.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2106/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4525/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.10.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 14.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, τετάρτου και έκτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στον χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα εταιρεία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή έτοιμων ενδυμάτων με τη χρήση μηχανών, τα οποία στη συνέχεια διαθέτει προς πώληση στην αγορά από δικά της καταστήματα. Για την παραγωγή των ενδυμάτων διαθέτει στον ......
και επί της οδού ...... κτίριο που είναι εφοδιασμένο με ειδικές εγκαταστάσεις και μηχανήματα και απασχολεί στο τμήμα σχεδιαστηρίου 4 άτομα, στο τμήμα κοπτηρίου 5 άτομα, στο τμήμα ραφής των ενδυμάτων 15 άτομα και στο τμήμα σιδερωτηρίου 5 άτομα, ενώ απασχολεί επίσης αποθηκάριο και οδηγό για τη μεταφορά των εμπορευμάτων.
Το τμήμα κοπτηρίου αποτελείται από δύο κόπτες, που είναι εξειδικευμένοι στο κόψιμο των υφασμάτων, ακολουθώντας τα σχέδια που έχουν ήδη εκπονηθεί από το σχεδιαστήριο, δύο βοηθούς κόπτη, οι οποίοι μεταφέρουν τα υφάσματα από την αποθήκη στο τμήμα κοπής και τα στρώνουν στον πάγκο κοπής, παραλαμβάνουν τα υφάσματα από τους προμηθευτές και τα μεταφέρουν στις αποθήκες, καθώς και άλλες βοηθητικές εργασίες και από τον υπεύθυνο του κοπτηρίου.
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα την 1.10.1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός κόπτη, εκτελώντας τις ως άνω βοηθητικές εργασίες στο τμήμα κοπτηρίου, αμειβόμενος με τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε σχετικές Σ.Σ.Ε. αποδοχές. Με την ιδιότητά του αυτή, του βοηθού κόπτη, ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι τις αρχές του 1980 και στη συνέχεια, έχοντας αποκτήσει τη σχετική εμπειρία, απασχολήθηκε ως κόπτης, δηλαδή έκοβε τα υφάσματα σύμφωνα με τα σχέδια που του παραδίνονταν από το τμήμα σχεδιαστηρίου, ενώ παράλληλα εκτελούσε και βοηθητικές εργασίες.
Από το έτος 1990 τουλάχιστον ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνου κοπτηρίου, ενώ παράλληλα και όποτε παρίστατο ανάγκη, πρόσφερε υπηρεσίες και κόπτη. Στη σφαίρα των καθηκόντων του ως υπευθύνου κοπτηρίου ανήκουν οι παρακάτω ειδικότερες εργασίες: 1) παραλάμβανε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας τα υφάσματα από τους εκάστοτε προμηθευτές υφασμάτων και ήλεγχε την ποσότητα και την ποιότητά τους, 2) υποδείκνυε στους τεχνίτες κόπτες την ποσότητα υφάσματος που θα κοπεί, καθώς επίσης και την ποιότητα, 3) ενημέρωνε το βιβλίο κοπής με την ποσότητα του υφάσματος που κόπηκε, 4) φρόντιζε ώστε να υπάρχει σωστή χρήση του υφάσματος και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο κοπτήριο, 5) συνέτασσε τα απαραίτητα έγγραφα που συνόδευαν κάθε φορά το ύφασμα στο τμήμα ραφής, δηλαδή τα σωστά τεμάχια και κωδικούς υφασμάτων, 6) φρόντιζε ώστε να απασχολούνται σωστά οι τεχνίτες κόπτες και οι βοηθοί τους, κατανέμοντας ανάλογα την εργασία, 7) ενημέρωνε τους αρμόδιους της επιχείρησης κάθε φορά που τελείωναν τα υφάσματα, οι φόδρες και τα αυτοκόλλητα, ώστε να γίνουν νέες παραγγελίες, 8) ενημέρωνε όλα τα έντυπα ISΟ, 9) συνέτασσε καθημερινή απογραφή για την ποσότητα των υφασμάτων που βρίσκονταν στο χώρο του κοπτηρίου, 10) συνέτασσε ετήσια απογραφή για την ποσότητα των υφασμάτων, φοδρών και αυτοκόλλητων που μεταποιήθηκαν στο χώρο του κοπτηρίου και 11) συνεργαζόταν σε καθημερινή βάση με το τμήμα σχεδιαστηρίου ώστε να υπάρχει συνεχής απασχόληση των εργαζομένων στο τμήμα του, ενώ όποτε υπήρχε ανάγκη βοηθούσε και ο ίδιος στην κοπή των υφασμάτων.
Τις πιο πάνω υπηρεσίες του με την ιδιότητα του υπεύθυνου κοπτηρίου παρείχε μέχρι και την καταγγελία της εργασιακής σχέσης από την αναιρεσείουσα, στις 30.7.2004. Για την ιδιότητα του αυτή και για τις υπηρεσίες που παρείχε ο αναιρεσίβλητος καταθέτει με σαφήνεια και αξιοπιστία ο μάρτυρας απόδειξης, ενώ η κατάθεση του αυτή επιβεβαιώνεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα, τη γνησιότητα και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητεί η εταιρεία.
Ειδικότερα: Στο έγγραφο με τίτλο ΜΗΤΡΩΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ, που τηρεί η επιχείρηση και αφορά τον αναιρεσίβλητο αναφέρεται αυτός ως "υπεύθυνος κοπτηρίου" με ακαδημαϊκές γνώσεις μέσης τεχνικής σχολής, ημερομηνία πρόσληψης 1978 και με αντικείμενο εκπαίδευσης του "ΟΛΙΚΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ" με διάρκεια ωρών 100 και ημερομηνίες υλοποίησης από 18-11-1997 έως 27-3-1998, "ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΙSΟ 9001" με ημερομηνία υλοποίησης 14-5/9/1999 και "ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ" με διάρκεια 100 ωρών και ημερομηνία υλοποίησης από 1-4-2000 έως 17-6-2000.
Ως προς την παραλαβή και έλεγχο των πρώτων υλών (υφασμάτων κλπ) προσκομίζονται σε φωτοαντίγραφα τα υπ' αριθ. ...... έως ...... τιμολόγια της εταιρείας "Ι. ΣΟΥΡΔΗΣ ΑΒΕΕ", υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΔΟΥΜΑ ΑΒΕΕ", υπ' αριθ. ......, ...... και ...... της εταιρείας "ΟΡΙΖΩΝ ΑΕΕΔΜ" (όπου μάλιστα παραλαμβάνει με επιφύλαξη), υπ' αριθ. ......
έγγραφο παραλαβής από τη μεταφορική εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΚΑ ΕΠΕ", υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο της εταιρείας "ΧΑΡΡΥ ΚΑΤΙΚΑΣ ΑΕΒΕ", υπ' αριθ. ...... και ...... έγγραφα του εκτελωνιστικού γραφείου Ν. ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ, υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο του προμηθευτή ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΕΛΛΗΣ, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος παραλάμβανε τα υφάσματα και τις λοιπές πρώτες ύλες, υπογράφοντας για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, ενώ παράλληλα ενεργούσε και ποσοτικό έλεγχο των παραλαμβανομένων, πολλές φορές δε υπέγραφε και τα δελτία αποστολής εμπορευμάτων της αναιρεσείουσας προς τα καταστήματα της (σχ.
τα υπ' αριθ. ......, ......, ......, ...... και ...... δελτία). Ως προς τον έλεγχο της ποσότητας των παραλαμβανομένων εμπορευμάτων, προσκομίζεται σειρά εντύπων, που τηρούσε, η εταιρεία και περιείχαν στήλες με την ημερομηνία, προμηθευτή, κωδικό, αρ. παρτίδας, μέτρα παραγγελίας, μέτρα κατά τον έλεγχο, γενική κατάσταση/συσκευασία, έλεγχος strings, σφάλματα κατηγορίας, σφάλματα κατηγορίας Γ, έλεγχο πλάτους, πλάτος δελ.
αποστολής, πλάτος πραγματικό, αποτέλεσμα ελέγχου, παρατηρήσεις και υπογραφή ελεγκτή, και τα οποία συμπλήρωνε ο αναιρεσίβλητος ως υπεύθυνος κοπτηρίου και τα υπέγραφε. Ως προς την ενημέρωση του βιβλίου κοπής με την ποσότητα του υφάσματος που κόπηκε και τη φροντίδα ώστε να υπάρξει σωστή χρέωση του υφάσματος και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο κοπτήριο, προσκομίζεται σειρά Δελτίων Εσωτερικής Διακίνησης Α' Υλών με στήλες ημερομηνίας σύνταξης, κωδικό και περιγραφή του υφάσματος, μεγέθη, μήκος σχεδίασης, ύφασμα, χρώμα, ποσότητα ανά χρώμα υλικά που απαιτούνται για την εκτέλεση της εργασίας (όπως φόδρα, αυτοκόλλητα, βάτες κλπ), τα οποία συμπλήρωνε σε καθημερινή βάση και τα υπέγραφε ο εργαζόμενος.
Ως προς την ενημέρωση των εντύπων ΙSΟ και την καθημερινή απογραφή για την ποσότητα των υφασμάτων που βρίσκονταν στο χώρο του κοπτηρίου, προσκομίζεται σειρά εγγράφων με τον τίτλο "Checklist Κοπής Υφασμάτων", με στήλες "ημερομηνία κοπής των υφασμάτων", "κωδικούς αυτών", "ποσότητα παρτίδας του υφάσματος", "εκτύπωση πατρόν", "ποιότητα κοπής", "σημάδια αυτοκόλλητου", "τελικός έλεγχος μεγεθών", "παρατηρήσεις" και "προϊστάμενος κοπτηρίου", τα οποία συμπλήρωνε και υπέγραφε ο αναιρεσίβλητος ως υπεύθυνος κοπτηρίου.
Ως προς τη φροντίδα για τη σωστή απασχόληση των τεχνητών κοπτών και των βοηθών κοπτών στο τμήμα κοπτηρίου, κατανέμοντας ανάλογα την εργασία, προσκομίζεται σειρά εγγράφων (εντύπων) με τον τίτλο "ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΟΠΤΗΡΙΟΥ - ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ" με διάφορες στήλες και στις οποίες συμπλήρωνε καθημερινά ο αναιρεσίβλητος με τα ζητούμενα στοιχεία, όπως τη μετακίνηση του προσωπικού από το κοπτήριο, τις πρόσθετες εργασίες που διενήργησαν, τα υφάσματα που δούλεψαν, το σύνολο των ημερών που εργάστηκαν κλπ.
Εκτός των ανωτέρω ο αναιρεσίβλητος τηρούσε και το αρχείο υφασμάτων καθώς επίσης συνέτασσε και ενημέρωνε καρτέλες ανά κωδικό υφάσματος και προέβαινε σε εκτίμηση του κόστους παραγωγής ώστε να υπολογίσει ορθά η επιχείρηση την τιμή πώλησης των εμπορευμάτων της. Ο αναιρεσίβλητος ασκούσε την παραπάνω εργασία του χωρίς εποπτεία ή υπόδειξη και είχε την απόλυτη ευθύνη του τομέα κοπής υφασμάτων, η δε εργασία του αυτή στηριζόταν σε λεπτούς χειρισμούς, εξειδιασμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει εργαζόμενος επί 25 έτη στο ίδιο τμήμα, τεταμένη προσοχή, αυτοσυγκέντρωση και ανάπτυξη πρωτοβουλίας και υπευθυνότητας για τη σωστή λειτουργία του κοπτηρίου, καθώς επίσης και στις αντίστοιχες γνώσεις που είχε αποκτήσει από την πολυετή εμπειρία του στον τομέα αυτό και τα παραπάνω σεμινάρια που είχε παρακολουθήσει.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1990 που ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου κοπτηρίου είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, όπως τον εμφάνιζε στις μισθοδοτικές καταστάσεις και σε άλλα έντυπα η αναιρεσείουσα, διότι η εργασία που αυτός πρόσφερε ήταν κυρίως πνευματική και όχι σωματική.
Περαιτέρω δε έκρινε το Εφετείο ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του που κατεβλήθη στον εργαζόμενο και αντιστοιχούσε σε αποζημίωση εργάτη, ενώ αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεν ήταν η προσήκουσα με συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα του είδους των υπηρεσιών που παρείχε ο αναιρεσίβλητος και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες δικαίου των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες που εκτελούσε αναιρεσίβλητος και από τις οποίες προέκυπτε ότι η εργασία του ως υπεύθυνου κοπτηρίου ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική, αφού συνίστατο αφενός στην παραλαβή, στον έλεγχο ποσοτικό και ποιοτικό και στην προώθηση των υφασμάτων για κοπή, καθώς και στην κατανομή και στην παρακολούθηση της εργασίας των τεχνιτών κοπτών και των βοηθών τους και αφετέρου στην ενημέρωση των τηρουμένων βιβλίων και εντύπων στο τμήμα κοπτηρίου σε καθημερινή και περιοδική βάση, έχοντας αποκτήσει εξειδιασμένη εμπειρία από την πολυετή απασχόλησή του στο ίδιο τμήμα, επιδεικνύοντας πρωτοβουλία και υπευθυνότητα για τη σωστή λειτουργία του κοπτηρίου, του οποίου είχε την πλήρη ευθύνη, χωρίς εποπτεία ή υπόδειξη, στοιχεία που του προσέδιδαν την ιδιότητα του υπαλλήλου.
Δεν είναι δε βάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρέσεως και ιδίως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, α) παράλειψε να αξιολογήσει την επίδραση της νέας τεχνολογίας στην εργασία του "κόπτη", αν καθίσταται κατά κύριο λόγο "μηχανικά" και συνεπώς όχι πνευματική, αφού η απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1990 τουλάχιστον εκτελούσε κυρίως τα καθήκοντα του υπεύθυνου του κοπτηρίου, τα οποία κατά τα προεκτεθέντα του προσέδιδαν την ιδιότητα του υπαλλήλου και μόνο όταν παρίστατο ανάγκη πρόσφερε και υπηρεσίες κόπτη και β) ότι δέχθηκε δογματικά τη συνδρομή θεωρητικής μόρφωσης του αναιρεσιβλήτου, που ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, χωρίς να ελέγξει εάν ως απόφοιτος δημοτικού σχολείου διέθετε το στοιχείο αυτό και αν η πρόσκτηση πτυχίου τεχνικής σχολής μηχανικού αυτοκινήτων, άσχετου δηλαδή με το αντικείμενο της επιχείρησης, συναρτάτο με την συγκεκριμένη εργασία που εκτελούσε, αφού η απόφαση δέχεται σαφώς ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αποκτήσει εξειδιασμένη εμπειρία στο αντικείμενο της εργασίας του ως υπεύθυνου του κοπτηρίου, λόγω της επί μακρό χρόνο απασχόλησής του, περιστατικό που σε συνδυασμό με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων αρκούσε για τον χαρακτηρισμό του ως υπαλλήλου, ενώ ως προς τη θεωρητική του μόρφωση γίνεται απλή αναφορά μόνο στο έγγραφο που τηρούσε η αναιρεσείουσα με τίτλο "ΜΗΤΡΩΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ" και στην εκεί μεταξύ άλλων μνεία ότι έχει "ακαδημαϊκες γνώσεις μέσης τεχνικής σχολής".
Ακόμη, από τα αποδειχθέντα περιστατικά η απόφαση δέχθηκε ότι η τήρηση και ενημέρωση των βιβλίων και εντύπων του τμήματος που προΐστατο ο αναιρεσίβλητος, δηλαδή η γραφική εργασία που εκτελούσε, αποτελούσε σημαντικό μέρος της κύριας απασχόλησής του και ότι η πρωτοβουλία που ανέπτυσσε ήταν ουσιαστική για τη σωστή λειτουργία της επιχείρησης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος. Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον λόγο αυτό αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί αυτό υπόψη από το δικαστήριο.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα με την έφεση προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από τα οποία προέκυπτε ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός περί μη συνδρομής των στοιχείων εκείνων που προσέδιδαν στον εργαζόμενο την ιδιότητα του υπαλλήλου και συγκεκριμένα α) τα ένδεκα (ii) "μητρώα εκπαίδευσης εργαζομένων" στην επιχείρησή της, από τα οποία θα προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διέθετε την απαραίτητη θεωρητική μόρφωση για τη θεμελίωση της υπαλληλικής του ιδιότητας, αφού τα επικαλούμενα από αυτήν προς απόδειξη της θεωρητικής του μόρφωσης σεμινάρια "ISO" ήταν κοινά για όλους (πλην του διευθυντή παραγωγής) τους εργαζομένους, υπαλλήλους και εργάτες (Σημειωτέον ότι, όπως έχει προαναφερθεί στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του στη θεωρητική μόρφωση αλλά στην εξειδιασμένη εμπειρία του μισθωτού), β) τα έγγραφα "ΔΕΛΤΙΟ ΑΡΧΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΩΔΙΚΩΝ" και "ΔΕΛΤΙΟ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΩΔΙΚΩΝ", από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε αφενός μεν ότι για την πλήρη λειτουργία του κοπτηρίου παραδίδονταν αναλυτικές οδηγίες από το σχεδιαστήριο στο κοπτήριο, από τις οποίες δεν γινόταν παρέκκλιση και συνεπώς δεν παρέμεναν περιθώρια ανάληψης πρωτοβουλίας από τον αναιρεσίβλητο κατά την εκτέλεση της εργασίας του και αφετέρου ότι τα έντυπα "ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΟΠΤΗΡΙΟΥ - ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ", που είχε προσκομίσει ο τελευταίος δεν απαιτούσαν ανάλωση πνευματικών δυνάμεων αλλά ήταν απλώς μία αντιγραφική συμπλήρωση εντύπων, γ) τα αναφερόμενα αναλυτικά υπό στοιχ.
γ' στο αναιρετήριο έγγραφα (δελτία αποστολής, τιμολόγια κ.ά.), από τα οποία προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαινε σε ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο των εμπορευμάτων, ότι η συμπλήρωση των σχετικών με την παραλαβή και τον έλεγχο αυτό ήταν τυπική και ότι οι παραλαβές εμπορευμάτων διενεργούνταν και από απλούς εργάτες της επιχείρησης και συνεπώς, δεν απαιτείτο για την εργασία αυτή ανάλωση πνευματικών δυνάμεων και δ) τα έγγραφα με τίτλους "αρχείο προδιαγραφών" ή "τεχνικές προδιαγραφές παραγωγής" και "βιβλίο παραγωγής κοστολόγιο", από τα οποία προέκυπτε ότι η ορθή χρήση του υφιστάμενου υλικού γινόταν αποκλειστικά από το λογιστήριο της επιχείρησης.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως, ως προς τη θεμελίωση των στοιχείων που προσέδωσαν στον αναιρεσίβλητο τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν και τα επικαλούμενα και φερόμενα ως παραληφθέντα ως άνω έγγραφα, έστω και αν δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου.
Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. ΙΙ περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 και 288 του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία ως προς το ακριβές ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Στην περίπτωση αυτή το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και ο μισθωτός έχει αξίωση μόνο για συμπλήρωση της αποζημιώσεως, όχι δε και μισθούς υπερημερίας για τον λόγο ότι ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί τις υπηρεσίες του. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου κατά της αγωγής με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε επικουρικά ότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως δεν οφειλόταν σε κακοβουλία της αλλά σε εύλογη αμφιβολία και συγγνωστή πλάνη περί την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου, δοθέντος ότι πεποίθηση των αρμοδίων οργάνων της, δηλαδή τόσο της διοίκησης της εταιρείας όσο και της αρμόδιας για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως υπαλλήλου, ήταν ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ο αναιρεσίβλητος αρμόζουν σε εργασία εργάτη και όχι υπαλλήλου, όπως επί 25 ολόκληρα έτη αναφερόταν χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί ο χαρακτηρισμός αυτός, ο οποίος αποτέλεσε την αιτία υπολογισμού της αποζημιώσεως στο ποσό που αντιστοιχεί σε προϋπηρεσία εργάτη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση ως ουσία αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η ίδια η αναιρεσείουσα είχε τοποθετήσει τον εργαζόμενο λόγω της εξειδικευμένης εμπειρίας του και των αντίστοιχων γνώσεών του ως υπεύθυνο του κοπτηρίου και γνώριζε ότι στη θέση αυτή προεξέχον ήταν το πνευματικό στοιχείο, με συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη διαφορά μεταξύ της νόμιμης και της καταβληθείσας αποζημίωσης, καθώς και το μέγεθος της επιχείρησης, που απασχολεί 90 και πλέον εργαζομένους, ώστε να μη δικαιολογείται η άγνοια βασικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, να μη δικαιολογείται η καταβολή μειωμένης αποζημιώσεως.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη του στοιχείου της εύλογης αμφιβολίας στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας κατά την καταβολή μειωμένης αποζημιώσεως, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας που στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα ο ειδικότερος προσδιορισμός εάν η εύλογη αμφιβολία ή η συγγνωστή πλάνη συνέτρεχε ή όχι στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ή τρίτου προσώπου που προέβη στην καταγγελία και την καταβολή της αποζημίωσης ως αντιπρόσωπος αυτού.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αληθώς από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος. Επειδή κατά το άρθρ. 656 εδ. β' του ΑΚ ο υπερήμερος εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ωφέλεια την οποία ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό είναι εκείνη την οποία ο μισθωτός αποκόμισε κατά τον χρόνο που απέμεινε ελεύθερος συνεπεία της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη είτε παρέχοντας την εργασία του αλλού με απασχόληση οιασδήποτε μορφής για δικό του λογαριασμό και προς ίδιο όφελος.
Δεν αφαιρείται όμως η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχομένη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Το παραπάνω δικαίωμα του εργοδότη ασκείται με ένσταση αυτού κατά του εργαζομένου που αξιώνει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, η οποία για να είναι ορισμένη πρέπει να περιέχει, κατ' άρθρ. 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια του μισθωτού στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας και το ποσό που αποκόμισε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα πρόβαλε νομοτύπως επικουρικά τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση του άρθρ. 656 εδ. β' του ΑΚ, εκθέτοντας ότι ο αναιρεσίβλητος ασχολείται πλέον με υδραυλικές εργασίες και έχει ήδη συνάψει για το χρονικό διάστημα από 11.10.2004 έως 11.10.2005 σύμβαση έργου με το Δημοτικό Γυμναστήριο ......, στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του με ετήσιες αποδοχές 17.000 ευρώ ή 1.416,67 ευρώ μηνιαίως και ζητούσε, για την περίπτωση που γινόταν δεκτή η αγωγή, να αφαιρεθεί από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας το παραπάνω ποσό που ωφελήθηκε από την παροχή της εργασίας του αλλού.
Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη ένσταση είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία και δη τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ωφέλεια του μισθωτού κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που συμπίπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος με το αντίστοιχο κατά την αγωγή χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας που παρείχε (υδραυλικές εργασίες με σύμβαση έργου) και το ποσό που αποκόμισε.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, έκρινε την ένσταση απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι, εφόσον η ωφέλεια προέρχεται από σύμβαση έργου, από τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν προσδιορίζεται επαρκώς εάν η ωφέλεια αυτή αποδίδεται σε χρησιμοποίηση του χρόνου που ελευθερώθηκε από τη μη αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, οπότε και θα αντιστοιχούσε στην εργασία που παρείχε στον υπερήμερο εργοδότη και όχι στον χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος και όταν λειτουργούσε η σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσείουσα διέθετε για άλλες εργασίες τρίτων που αναλάμβανε παραλλήλως.
Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση εκ του άρθρ. 656 εδ. β' του ΑΚ, η οποία περιέχει όλα τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, ειδικότερα δε, διότι από το σύνολο των περιστατικών που εξέθεσε η αναιρεσείουσα καθίστατο σαφές ότι απέδιδε την επικαλούμενη ωφέλεια στην υπερημερία του εργοδότη εξ αιτίας της οποίας έμεινε ο αναιρεσίβλητος ελεύθερος και ασχολείτο με υδραυλικές εργασίες επ' αμοιβή με σύμβαση έργου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως ερειδόμενος στον αρ. 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και όχι στις λοιπές αναφερόμενες σε αυτόν διατάξεις, είναι βάσιμος. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη του εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και τον οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές διατάξεις και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί απλώς να έχει δυσμενείς συνέπειες στη συμπεριφορά του.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις προτάσεις της στο ίδιο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα πρότεινε νομοτύπως την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτου και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για τον λόγο αυτό, διότι ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι ήταν, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, επί 20 τουλάχιστον έτη τεχνίτης - κόπτης και υπεύθυνος κοπτηρίου, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε αλλά αντιθέτως ανεχόταν τον χαρακτηρισμό του εργάτη και βοηθού κόπτη σε σωρεία εγγράφων της εταιρείας (αποδείξεις είσπραξης αποδοχών, γνωστοποίηση όρων εργασίας, βεβαιώσεις αποδοχών), ομοίως όταν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για να ελέγξει το νόμιμο της καταγγελίας δεν διαμαρτυρήθηκε που έλαβε αποζημίωση εργάτη και όχι υπαλλήλου και εξαιτίας της συμπεριφοράς του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος αποδέχεται πλήρως την ιδιότητα του εργάτη και ότι δεν πρόκειται ποτέ να προβάλει αντίθετο ισχυρισμό και σχετική αξίωση, η μετέπειτα δε άσκηση του επικαλούμενου δικαιώματός του σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην αναιρεσείουσα, διότι θα κληθεί να του καταβάλει μεγάλα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας ή για συμπλήρωση της αποζημίωσης.
Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν προφανώς καταχρηστική την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων και αυτό, διότι η μέχρι την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης μη αντίθεση του αναιρεσιβλήτου στον χαρακτηρισμό του εργάτη που αναγραφόταν στα διάφορα έντυπα της επιχείρησης, ουδεμία οικονομική ή άλλη συνέπεια φέρεται ότι είχε μέχρι τότε για τα διάδικα μέρη ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται τέτοια περιστατικά, ενώ σε μικρό χρονικό διάστημα από την καταγγελία και τη μετάβασή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, ο τελευταίος ήγειρε την ένδικη αγωγή και συνεπώς η το πρώτον δι' αυτής άσκηση του δικαιώματος δεν εξέρχεται των ορίων που επιβάλλονται με τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και οι περί του αντιθέτου από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το πρώτο του σκέλος σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση, όπως εν προκειμένω, κρίνεται νόμω αβάσιμη.
Επειδή η επιδίκαση από το δικαστήριο της απαίτησης για την οποία δεν υπάρχει αντίστοιχο αίτημα των διαδίκων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αρ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ. Αυτό ισχύει και αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε μία απαίτηση εντόκως χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό περί τόκων αίτημα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά την αποδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, δέχθηκε την αγωγή κατά την κυρία της βάση και αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1.8.2004 έως 30.7.2005 το ποσό των 13.169,52 ευρώ νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα που κάθε μερικότερο ποσό (μηνιαίος μισθός = 1.097,46 ευρώ) ήταν απαιτητό.
Όμως από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζητούσε την επιδίκαση του παραπάνω ποσού εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αρ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή κατά τα κεφάλαια που αφορούν την από το άρθρ. 656 εδ. β' του ΑΚ και την καταβολή τόκων επί των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, των υπολοίπων συμψηφιζομένων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 176 και 178 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4525/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτός προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ