Supreme Court dismisses appeal arguments but refers constitutionality challenge to Plenary Assembly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's first and third appeal grounds regarding the interpretation of the Lawyers' Code and the mandatory disclosure of contract fees. However, the court found the constitutional challenge to the statute's invalidation clause valid and suspended the decision. Consequently, the court referred the constitutionality issue to the Plenary Assembly for final resolution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9, 92, 4, 7 of the Lawyers' Code; Article 1093/1980 Law: Failure to timely disclose lawyer contracts for compulsory expropriation fees to the Bar Association renders the contract void, a rule the court found unconstitutional and referred to the Plenary Assembly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 90/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., Δικηγόρου, κατοίκου ........, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Βιοτεχνικής και Εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "........" Ο.Β.Ε.Ε., που είναι σε εκκαθάριση και εδρεύει στην ......... Αττικής θέση ........., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: "Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς" Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Μανουσάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Στο σημείο αυτό οι μετέχοντες Σπυρίδων Κολυβάς ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου τούτου και Ηλίας Γιαννακάκης ως μέλος, αποχώρησαν από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, κατ’ άρθρο 52 παρ. 1 στ’ ΚΠολΔ, γιατί ο αναιρεσείων δικηγόρος με αναφορά του προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου έχει εκφράσει υπόνοιες μεροληψίας προς τα πρόσωπά τους, επειδή κατά το παρελθόν είχαν μετάσχει σε σύνθεση άλλου δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση υπόθεσης, στην οποία αυτός ήταν διάδικος και η οποία είχε δυσμενή έκβαση γι’ αυτόν.
Μετά τη δήλωση αυτή των πιο πάνω Αρεοπαγιτών, το Δικαστήριο αποτελούμενο από τον Χρήστο Αλεξόπουλο ως Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη και τους Αρεοπαγίτες Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη, Ζήση Βασιλόπουλο και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, συνήλθε σε συμβούλιο, κατ’ άρθρο 54 παρ. 4 ΚΠολΔ και αποφάσισε να γίνει δεκτή η πιο πάνω δήλωση αποχής των παραπάνω Αρεοπαγιτών και να μην λάβουν αυτοί μέρος στην εκδίκαση της υποθέσεως αυτής, γιατί η συμμετοχή τους στη σύνθεση άλλου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση υποθέσεως, στην οποία ήταν διάδικος ο αναιρεσείων και η οποία είχε δυσμενή έκβαση γι’ αυτόν μπορεί να δημιουργήσει σ’ αυτόν υπόνοιες μεροληψίας προς το πρόσωπό τους για την κρινόμενη υπόθεση.
Μετά από αυτό το δικαστήριο, αφού συγκροτήθηκε από τον Χρήστο Αλεξόπουλο ως Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη και τους Αρεοπαγίτες Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη, Ζήση Βασιλόπουλο και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ανήλθε στην έδρα και συνεχίσθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4998/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 818/2004οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1562/06 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 9/10/2006 κλήση του αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 10/5/2006 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χλαμπουτάκη ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς, μέλος του οποίου είναι ο αναιρεσείων δικηγόρος, παραδεκτώς με το από 23-4-2007 αυτοτελές δικόγραφο παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80,81, 215 και 663 επ. Κ.Πολ.Δ., έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, καθόσον αντικείμενο της δίκης είναι αμοιβή δικηγόρου μέλους του από εργολαβική σύμβαση, που αφορά αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση και από την οποία αμοιβή δικαιούται ο εν λόγω Σύλλογος να παρακρατήσει τα νόμιμα ποσοστά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 7 του Δικηγορικού Κώδικα ( ν.δ. 3026/1954), όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980.
Επομένως, ο περί απαραδέκτου της πρόσθετης παρεμβάσεως ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, που προέβαλε με τις εμπροθέσμως, είκοσι ημέρες και πλέον πριν από τη δικάσιμο, υποβληθείσες προτάσεις της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ. με τις οποίες ορίζεται, αντιστοίχως, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι οι λόγοι αυτοί δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Γι’ αυτό ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 12 και 11 το άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο ότι α) αγνόησε την αποδεικτική δύναμη των προσκομισθέντων με επίκληση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εγγράφων και ειδικότερα των υπ’ αριθμ. ..... και ....
βεβαιώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, του υπ’ αριθμ. ........ εγγράφου του ιδίου Δικηγορικού Συλλόγου και της από ......... βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και β) δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθμ. ........ έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, τα από ..... και ..... εργολαβικά δίκης και την από 25-9-1995 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, που προσκόμισε αυτός και επικαλέστηκε κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους...Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τα νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.
Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο η ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 161 του Δικηγορικού Κώδικα (ν.δ. 3026/1954), "1. Δια την σύνταξιν ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων περί πάσης φύσεως δικαιοπραξιών..... ορίζεται επί τη βάσει της αξίας του αντικειμένου αυτής ...2. Επί δικαιοπραξίας ης το αντικείμενο είναι περιοδικαί παροχαί.....το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται....3., 4., 5. , 6.
Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον, ο οποίος εκδίδει διπλότυπον απόδειξιν. Εν των αντιτύπων της αποδείξεως προσαρτάται υπό του Συμβολαιογράφου εις το συμβόλαιον επί πειθαρχική ποινή τούτου. Η υπό του Δικηγορικού Συλλόγου προεισπραττομένη αμοιβή αποδίδεται εις τον δικαιούχον Δικηγόρον μετά παρέλευσιν 15 τουλάχιστον ημερών. 7.
Εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον προκαταβαλλομένης αμοιβής, δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστόν ταύτης, οριζόμενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως...".
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/1954 ως αυτή προσετέθη δια του άρθρου 25 του ν. 723/1977, εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνωρίσεως δικαιούχων.
Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954, αυτή δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επ. προβλεπομένων ελαχίστων ορίων, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παρ. 4 του άρθρου 92", και στην παράγραφο 1α, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10α του ν. 1868/1989, ότι "Με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, καθορίζεται το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα στο απαλλοτριούμενο ή άλλο σ’ αυτό εμπράγματο δικαίωμα.
Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 100 και επόμ. ελάχιστο όριο". Επακολούθησε, σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διατάξεως, η υπ’ αριθμ. 144320/1996 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία ορίστηκε, προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων μελών του εν λόγω Συλλόγου από υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κάθε είδους (άρθρο 1) καθώς και το παρακρατούμενο από το Δικηγορικό αυτό Σύλλογο ποσοστό της εισπραττόμενης αμοιβής (άρθρο 3), ενώ επιπλέον ορίστηκε στο άρθρο 4 ότι "ο δικηγόρος που πρόκειται να χειριστεί υπόθεση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 και έχει συμφωνήσει την εργολαβική της ανάληψη, θα παραλαμβάνει από τον Σύλλογο θεωρημένο σχέδιο εργολαβικού, θα καταθέτει δε αντίγραφο του εργολαβικού στη Γραμματεία του Συλλόγου πριν από κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργειά του.
Η παράλειψη υποβολής του αντιγράφου αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα. ...". Τέλος, στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 της εν λόγω Υπουργικής αποφάσεως ορίστηκε ότι τα ανωτέρω ισχύουν και για τις εκκρεμείς υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, τα δε εργολαβικά στις υποθέσεις αυτές θα πρέπει να κατατεθούν στο Δ.Σ.
Πειραιώς το αργότερο μέχρι 31-3-1997. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει α) ότι οι προβλεπόμενες από την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 144320/1996 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης κυρώσεις, είναι ανεξάρτητες εκείνων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 92 παρ. 4 του Δικηγορικού Κώδικα, στην οποία παραπέμπει ρητώς το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 και β) ότι ο νομοθέτης με το άρθρο 9 του ν. 1093/1980 θέλησε απλώς να εντάξει τις δικηγορικές αμοιβές από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις σ’ εκείνες του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα και εντεύθεν να επεκτείνει και σ’ αυτές τη δυνατότητα των Δικηγορικών Συλλόγων να παρακρατήσουν ποσοστό, καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης κατά τη διαγραφόμενη σ’ αυτό διαδικασία.
Η δε παραπομπή, όταν η δικηγορική αμοιβή συμφωνείται με εργολαβικό δίκης, στο άρθρο 92 παρ. 4 του ιδίου Κώδικα, το οποίο επιβάλλει, μεταξύ άλλων και την εμπρόθεσμη, εντός είκοσι ημερών, αναγγελία της σχετικής έγγραφης συμβάσεως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, με ποινή την ακυρότητα της συμβάσεως, στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στη διασφάλιση της εισπράξεως από τον Σύλλογο αυτόν του παρακρατούμενου ποσοστού.
Όμως, ο τιθέμενος από το νομοθέτη, για την πραγμάτωση του σκοπού αυτού, περιορισμός στο προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 17) ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενοχικές απαιτήσεις, συνιστάμενος στην ακυρότητα της συμβάσεως εργολαβίας δίκης αν αυτή δεν αναγγελθεί εμπροθέσμως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, είναι αντίθετος με την προαναφερόμενη αρχή της αναλογικότητας διότι, αφενός μεν δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, καθόσον το αυτό αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως λ.χ.
με την επιβολή πειθαρχικής ποινής στον παραβιάζοντα την προς αναγγελία του εργολαβικού δίκης στον οικείο Σύλλογο υποχρέωση, δικηγόρο και αφετέρου δεν είναι εν στενή εννοία αναλογικός διότι η βλάβη που προκαλείται με την προβλεπόμενη κύρωση, δηλαδή με την ακυρότητα της συμβάσεως, είναι βαρύτερη από το επιδιωκόμενο όφελος, δηλαδή τη διασφάλιση της εισπράξεως των εσόδων του Δικηγορικού Συλλόγου προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού.
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 κατά το μέρος που, με την παραπομπή της στο άρθρο 92 παρ. 4 του Δικηγορικού Κώδικα, επιβάλλει ως κύρωση, για τη μη εμπρόθεσμη αναγγελία του εργολαβικού δίκης σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, την ακυρότητα της συμβάσεως αυτής, είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.
δ’ του Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, εκθέτει στην από 20-6-2003 αγωγή του ότι με το από ........ έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από .......
όμοιο, συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα ομόρρυθμη εταιρεία, σύμβαση εργολαβίας δίκης με την οποία ανέλαβε να διεξαγάγει τη δίκη που αφορούσε αποζημίωσή της από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου ιδιοκτησίας της, αντί αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 7% επί του ποσού της οριστικής αποζημιώσεως, το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε σε 11%, με τον όρο να μη δικαιούται αμοιβής σε περίπτωση ανεπιτυχούς για τον εντολέα του εκβάσεως της δίκης.
Εκθέτοντας περαιτέρω, ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής προέβη στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες έως τις 3-8-1994, οπότε η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή της, ζήτησε, μετά τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως με απόφαση του Εφετείου στο συνολικό ποσό των 469.331.000 δρχ., τη δικαιούμενη βάσει του πιο πάνω εργολαβικού δίκης, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να αναγγείλει εντός είκοσι ημερών στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς, αμοιβή του, ανερχόμενη στο ποσό των 51.626.000 δρχ.
Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, η επικαλούμενη για τη θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως σύμβαση εργολαβίας δίκης δε γνωστοποιήθηκε, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 92 παρ. 4 του Δικηγορικού Κώδικα, στην οποία παραπέμπει αυτή του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980, εντός είκοσι ημερών από της καταρτίσεώς της στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς του οποίου ο αναιρεσείων είναι μέλος και κατά συνέπεια αυτή (η σύμβαση) είναι άκυρη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τόσο τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980, με το να δεχθεί ότι με την περιληφθείσα σ’ αυτήν παραπομπή στο άρθρο 92 παρ. 4 του Δικηγορικού Κώδικα, θεσμοθετήθηκε πράγματι υποχρέωση των δικηγόρων να γνωστοποιούν εμπροθέσμως τις συμβάσεις εργολαβίας δίκης και για αμοιβές από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλη, με ποινή την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών, όσο και αυτές των άρθρων 4 και 7 της υπ’ αριθμ. 144320/1996 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης με το να δεχθεί ότι με τις εν λόγω διατάξεις δεν τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1093/1980.
Έτσι ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν κυρίως υποστηρίζεται παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος όμως λόγος, κατά το μέρος που επικουρικώς προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να εφαρμόσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.
δ’του Συντάγματος, είναι βάσιμος. Δοθέντος, όμως, ότι το Τμήμα τούτο, που δικάζει την υπόθεση κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 κατά το μέρος που με την παραπομπή της στο άρθρο 92 παρ4 του Δικηγορικού Κώδικα επιβάλλει ως κύρωση για τη μη εμπρόθεσμη γνωστοποίηση στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο του εργολαβικού δίκης για αμοιβή από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, την ακυρότητα της συμβάσεως αυτής, είναι αντισυνταγματική, υποχρεούται σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ.
γ’ του Κ.Πολ.Δ., να παραπέμψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται αντισυνταγματικότητα της προαναφερόμενης διατάξεως, στην Τακτική Ολομέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ